Μετά από κείνη την άγρια και κομπογιαννίτικη αφαίμαξη που μου έκαναν με τις βδέλλες, ήρθε στο σχολείο μας ένα κινητό ιατρικό συνεργείο και μας εξέτασε όλους, έναν, έναν. Όλα τα παιδιά βρέθηκαν υγιέστατα, εκτός από μένα. Κάτι ανησυχητικό εντόπισαν οι γιατροί στη δική μου εξέταση, γι’ αυτό και πρότειναν στον πατέρα μου.
– Το παιδί πρέπει να τρώει σπλήνα, γιατί τού λείπει αίμα.
Περιττό είναι να σας πω, το τι έγινε πάλι στο σπίτι. Μέχρι και κείνο το διάστημα, όλοι οι άνθρωποι όπως κι εμείς, τρώγαμε μόνον το κατσικίσιο κρέας και αυτό πάλι, μερικές φορές τον χρόνο. Το χοιρινό το τρώγαμε στην περίοδο των Χριστουγέννων και όσο ακόμη κρατούσε ο χειμώνας.
Τα βοοειδή, τα χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι στις εργασίες τους, γι’ αυτό και δεν τα έτρωγαν. Για λόγους υγείας όμως, άρχισαν σιγά σιγά οι γιατροί, να επιβάλουν και την χρήση του μοσχαρίσιου κρέατος, οπότε, βρίσκονταν και τέτοιο πλέον στην αγορά.
Με αφορμή λοιπόν την αναζήτηση της σπλήνας, έφερε ο πατέρας μου για πρώτη φορά στο σπίτι και μοσχαρίσιο κρέας. Δεν ήταν δυνατόν όμως να αποφύγω και το κλασικό του σχόλιο, γι’ αυτό και τον άκουσα να μου λέει.
– Για να δούμε τώρα; Τι θα κάνεις; Θα φας σπλήνα ώστε να γίνεις καλά, ή θα μας παιδεύεις και πάλι;
Κάπως έτσι ήταν η όλη κατάσταση και κάπως έτσι κυλούσε η ζωή μας και ανάμεσα σ’ αυτά, μετρούσα κι εγώ τα δικά μου προβλήματα υγείας, αυτά που μέχρι τότε είχα και με βασάνιζαν. Ήμουν ανορθόγραφος, φιλάσθενος, άφαγος, αδύνατος, με την μύτη μου να αιμορραγεί, με χιονίστρες στα χέρια και στα πόδια, την αδυνοπάθεια να με κυνηγά κατά πόδας, να μου λείπει αίμα και να πρέπει να φάω σπλήνα, εγώ που ούτε το κρέας μπορούσα να μασήσω, γιατί και με τα δόντια μου είχα πρόβλημα και αυτό για πολύ καιρό το κρατούσα μυστικό από όλους.
Μαζί με όλα αυτά, μου παρουσιάστηκε και η δυσκοιλιότητα. Ήταν και βασανιστική αυτή και επώδυνη. Είχε διάρκεια από μία, έως δύο εβδομάδες και ο πιο συνηθισμένος χρόνος, ήταν οι δώδεκα μέρες. Είχα και κάτι άλλο που δεν του έδινα σημασία, γιατί το συνήθισα και νόμιζα ότι ήταν κάτι φυσιολογικό. Όταν έμπαινε νερό στο αυτί μου, αυτό σφύριζε και μετά με πονούσε. Μαζί μ’ αυτό, δεν ανέπνεα σωστά, γιατί η μύτη μου ήταν συνέχεια βουλωμένη. Εξαιτίας αυτής της δυσκολίας, δεν είχα καθόλου καλό ύπνο, αφού ξυπνούσα κάθε λίγο από εφιάλτες. Γνώρισα πως κοιμούνται οι άνθρωποι και γλίτωσα από αυτό το πρόβλημα, όταν έγινα τριάντα χρονών.
Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, γλίτωσα και από μερικά ακόμη προβλήματα υγείας, τα οποία όμως παραχώρησαν την θέση τους σε νέα και έτσι όλα μαζί, με συντροφεύουν ακόμη.
Έκανα τον απολογισμό των προβλημάτων μου, γιατί με απασχολούσε το πως θα ζήσω τη ζωή μου με τόσα προβλήματα, αφού και στο σχολείο και στο σπίτι, στο ίδιο ερώτημα έπρεπε να απαντήσω. Τι θα κάνω και πως θα ζήσω τη ζωή μου με τόσα προβλήματα. Ψάχνοντας λοιπόν να βρω απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, έγινε λογισμός μέσα μου, ο οποίος και μου έλεγε.
– Τη ζωή μας μπορούμε να τη ζήσουμε, ή όπως όπως και σύμφωνα με τις επιθυμίες μας, ή όπως πρέπει, αφού δεν ζούμε μόνον για μας, αλλά και για τον Θεό.
Ευχαριστείται Αυτός, όταν με την θέλησή τους οι άνθρωποι του χαρίζουν τη ζωή τους και προτιμούν να ζήσουν γι’ Αυτόν μάλλον, παρά για τον εαυτό τους.
Και για τους ανθρώπους είναι καλό, το να ζουν τη ζωή τους όπως ο Θεός το επιθυμεί και καθόλου δεν πρέπει να τους στεναχωρούν τα προβλήματα της υγείας τους, αλλά ούτε και τα άλλα προβλήματα που γαντζώνονται πάνω τους πρέπει να τους απογοητεύουν.
Όλα αυτά, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά μικροί και μεγάλοι βαθμοί δυσκολίας που προστίθενται στη ζωή τους, όχι για να εμποδιστούν όπως κάνουν οι δρομείς στους αγώνες δρόμου μετ’ εμποδίων, αλλά για να δείξουν έτσι αυτοί, το μέγεθος της αγάπης τους προς τον δημιουργό τους.
Ακόμη και το σταυροδρόμι που βρέθηκε ο Ηρακλής μου θύμισε, όπως το μάθαμε τότε αυτό στην ιστορία της τρίτης του δημοτικού. Τότε δηλαδή που μας έδειχνε τον Ηρακλή να σκέφτεται μπροστά σε ένα σταυροδρόμι, ποιον από τους δύο δρόμους να ακολουθήσει. Τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο της κακίας; Ή τον τραχύ και δύσκολο δρόμο της αρετής;
Μου υπενθύμισε λοιπόν, ότι τελικά ο Ηρακλής προσωπικά, προτίμησε να ακολουθήσει τον δρόμο της αρετής. Μου άρεσε εκείνη η τοποθέτηση, γι’ αυτό και χωρίς ενδοιασμούς δέχθηκα να ακολουθήσω κι εγώ για χάρη Του τον δρόμο της αρετής, αφού αυτό θα Τον ευχαριστούσε, αν και δεν ήξερα ακριβώς την έννοια της λέξης αρετή. Υπέθετα όμως, ότι αρετή είναι αυτό που εκφράζει το καλό γενικά, γι’ αυτό και άφοβα δέχθηκα να την ακολουθήσω.
Επηρεασμένος λοιπόν από τις παραπάνω σκέψεις, μακάριζα και θαύμαζα τους ανθρώπους που ζούσαν στο χωριό μας, γιατί αυτοί όντως ζούσαν με πολύ μεγάλους βαθμούς δυσκολίας τη ζωή τους. Το βεβαιώνω αυτό, αφού έβλεπα, με πόσους κόπους καλλιεργούσαν αυτοί τα χωράφια τους κάτω από τον καυτό ήλιο και με πόση αγωνία έψαχναν να βρουν οπουδήποτε λίγο νερό για τα σπαρτά τους, αφού αυτό που είχαν δεν τους ήταν αρκετό. Και όταν πάλι έβρισκαν κάπου λίγο από αυτό, έβλεπα και τη φροντίδα με την οποία το μετέφεραν μέσα σε βαρέλια και πάνω στα κάρα τους, όπως και το μέτρο με το οποίο πότιζαν ρίζα ρίζα τα φυτά τους.
Τους έβλεπα και όταν έτρεχαν με αγωνία, προκειμένου να προστατεύσουν την μικρή παραγωγή τους από τον αέρα ή την βροχή, όπως έβλεπα και τις πολλές λιτανείες που έκαναν αυτοί γύρω από την εκκλησία του χωριού μας, ελπίζοντας να τους φέρει λίγη βροχή η Παναγία μας.
Τους έβλεπα και όταν έτρεχαν με αγωνία κάτω από την δυνατή βροχή να ζητήσουν βοήθεια από τον γείτονα μας που ήταν στα ΤΕΑ, προκειμένου να ρίξει αυτός μερικές τουφεκιές στα σύννεφα, ώστε να διαλυθούν αυτά, ή για να μετατρέψει με τις βροντές του όπλου του, το επερχόμενο χαλάζι σε βροχή.
Τους έβλεπα και όταν ήταν ανεβασμένοι πάνω στα κάρα τους μικροί και μεγάλοι και μέσα στα άγρια μεσάνυχτα έκαναν μακρινές διαδρομές, προκειμένου να μαζέψουν τον καπνό τους με τα χέρια, πριν τους φέξει ο ήλιος.
Και την αγωνία τους έβλεπα, όταν περίμεναν αυτοί τους εκτιμητές που τους έστελναν οι καπνέμποροι, προκειμένου να εξετάσουν σε ποια καλή ή κακή κατηγορία θα εντάξουν το καπνό τους, αφού βάση αυτής θα προσδιοριζόταν αργότερα η τιμή του καπνού τους ανά οκά.
Τους σκεπτόμουν και όταν έβλεπα την απογοήτευσή τους ζωγραφισμένη στο πρόσωπο τους, όταν διαπίστωναν ότι τα χρήματα που θα έπαιρναν από την πώληση του καπνού τους, δεν θα τους ήταν αρκετά ώστε να ξεπληρώσουν τα ετήσια χρέη που προκαλούσαν στον μπακάλη τους.
Και τι μπορούσα να τους πω εγώ, όταν έβλεπα να μην έχουν πόρτα στα σπίτια τους, αλλά αντί αυτής, να κρέμεται μια κουρελού στην ίδια θέση; Και όταν πάλι έμπαινα μέσα σ’ αυτά και έβλεπα τις νοικοκυρές των σπιτιών να βάφουν το χωμάτινο πάτωμά τους με λιωμένο κόκκινο πηλό, μπορούσα να τις ρωτήσω, γιατί δεν είχαν εκεί κάτω χαλιά;
Κι όταν πάλι τις έβλεπα να βάζουν μπλε χαρτιά στα παράθυρά τους, σαν αυτά που καπλαντίζαμε τότε τα τετράδια μας, μπορούσα να τις ρωτήσω γιατί δεν βάζουν κουρτίνες;
Με όλα αυτά τα εμπόδια που είχαν τότε στην ζωή τους οι συγχωριανοί μας, όπως και οι άλλοι κάτοικοι των πέριξ χωριών βέβαια, ζούσαν ή δεν ζούσαν αυτοί με αρκετά μεγάλους βαθμούς δυσκολίας την ζωή τους; Γι’ αυτό λοιπόν εγώ τους ζήλευα. Τους ζήλευα, γιατί αυτοί ζούσαν τη ζωή τους αγωνιστικά, ενώ εγώ δεν είχα καμιά παρόμοια αίσθηση ζωής, αφού για μένα ήταν όλα εύκολα.
Συμπεραίνοντας λοιπόν ότι αν δεν υπάρχει σοβαρός βαθμός δυσκολίας στη ζωή μας, ούτε εμείς ζούμε όπως πρέπει, αλλά ούτε και την αγάπη και το ενδιαφέρον του Θεού θα δούμε ποτέ ως άνθρωποι στη ζωή μας, λογικά δέχτηκα κι εγώ τότε να προσπαθήσω να ζήσω την ζωή μου όπως κι αν μου παρουσιαστεί αυτή, κάτω από την δική Του επίβλεψη βέβαια, ελπίζοντας να Τον ευχαριστήσω, έστω και αν δεν τα καταφέρω εντελώς.
Μιχάλης Αλταλίκης