Δεύτερη Επίσκεψη Μου Στο Άγιο Όρος

  Πέρασε αρκετός καιρός από την πρώτη μου επίσκεψη στο Άγιο Όρος κι επειδή τότε που την έκανα, ένας περίεργος πυρετός δεν μου επέτρεψε να δω όπως και να εξετάσω με την ησυχία μου όσα θα ήθελα, μόλις μου δόθηκε η ευκαιρία να κάνω την δεύτερη επίσκεψη, καθόλου δεν το καθυστέρησα, αμέσως την προγραμμάτισα.

Ξεκίνησα τα χαράματα και πάλι από την Θεσσαλονίκη κι όπως έπρεπε, έφτασα στην ώρα μου και με το πάσο μου θα έλεγα στην Ουρανούπολη. Κατά τις εννιά το πρωί δηλαδή έφτασα εκεί και λίγο πριν να αναχωρήσει το καραβάκι της γραμμής προς το Άγιο Όρος.

Έκανε αρκετό κρύο και τότε, καθότι βρισκόμασταν χρονικά, λίγο πριν τα Χριστούγεννα εκείνης της χρονιάς, οπότε, μπαίνοντας στο καραβάκι, έπιασα μια γωνιά στο εσωτερικό σαλόνι του να καθίσω, προκειμένου να προφυλάξω την πλάτη μου από κανένα ανεπιθύμητο και πάλι κρύωμα.

Δίπλα μου όμως, ήρθε και κάθισε ένας ηλικιωμένος μοναχός, ο οποίος είχε έντονη κουβέντα εκείνη την ώρα με έναν λαϊκό προσκυνητή. Έλεγαν δε οι δυό τους ένα σορό πράγματα, από αυτά που συμβαίνουν μέσα στο Άγιο Όρος κι αφορούν την διορατικότητα που έχουν μερικοί μοναχοί, την οποία βέβαια γνώριζα εγώ και πολύ καλά μάλιστα μπορώ να πω.

Μιλούσαν όμως και για άλλα πολλά αυτοί, ανάμεσα στα οποία έκαναν κι αναφορές περί του ακτίστου φωτός, για το οποίο ευθαρσώς σας λέω, ότι ιδέα δεν είχα. Όσο κι αν το προσπαθούσα είναι αλήθεια, τίποτε δεν καταλάβαινα από αυτά που άκουγα να συζητούν, αν και δυνατά μιλούσαν μεταξύ τους.

Εξαιτίας της δικής τους δυνατής κουβέντας όμως, δεν μπορούσα να συμμαζέψω εγώ το δικό μου μυαλό, δεδομένου ότι είχα αρκετά πράγματα που έπρεπε να κουβεντιάσω με τον δικό μου πνευματικό κι όπως καταλαβαίνετε, ήθελα να τα ταξινομήσω πρώτα μέχρι να τον συναντήσω στο μοναστήρι τους.

Θα μπορούσα να τους αποφύγω βέβαια, βγαίνοντας έξω στο κατάστρωμα, αλλά επειδή έκανε αρκετό κρύο όπως σας είπα, δεν ήθελα να βρεθώ για δεύτερη φορά με πυρετό κι εξαιτίας του να χάσω ξανά τον σκοπό της επίσκεψής μου.

Παρατηρούσα όμως κι έναν άλλον επιβάτη ρασοφόρο, ο οποίος στεκόταν όρθιος έξω στο κατάστρωμα κι από εκεί θαύμαζε τον περιβάλλοντα χώρο, καθώς τον έβλεπε να απλώνετε μπροστά του, τόσο προς την ξηρά, όσο και προς στην  ήρεμη θάλασσα.

Δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήταν μοναχός, ή λαϊκός παπάς, αλλά εκείνο που μου έκανε εντύπωση, ήταν ότι αδιαφορούσε εντελώς για τον κρύο αέρα που έπρεπε να τον πιρουνιάζει έτσι όπως μας φυσούσε από τον βοριά.

Φτάσαμε ωστόσο μετά από δυό ώρες περίπου στην Δάφνη, στο λιμάνι του Αγίου Όρους δηλαδή κι από εκεί πήραμε το γνωστό ξύλινο καΐκι, προκειμένου να μας μεταφέρει στα μοναστήρια που βρίσκονται ποιο πέρα από την Δάφνη, όπως κι αυτό που εγώ θα πήγαινα.

Όπως έβλεπα όμως, μέσα στο καΐκι βρισκόταν πολλοί από αυτούς που θα πήγαιναν παρακάτω όπως εγώ, οπότε έψαχνα να βρω που να καθίσω, αφού όλες οι θέσεις του ήταν πιασμένες. Βρήκα τελικά μια θέση σε μια άκρη και κάθισα, αλλά και πάλι δεν με άφησαν μόνο.

Εκείνος ο μοναχός, ή λαϊκός παπάς που σε όλη την διαδρομή με το καραβάκι βρισκόταν όρθιος στο κατάστρωμα κι θαύμαζε μέσα από αυτό τον περιβάλλοντα χώρο, ήρθε και κάθισε δίπλα μου κι αμέσως σχεδόν άρχισε να με ρωτά, ποιός είμαι, που πάω και τέτοια.

Δεν μοιάζεις με μοναχό του είπα κι εγώ κάποια στιγμή, αλλά ούτε και για παπάς μου φαίνεσαι. Μου αρέσει όμως που είσαι γλυκομίλητος και δεν λες τόσα πολλά σαν και τον διπλανό σου. Και σε μένα αρέσει η ησυχία απάντησε αυτός και καλά το παρατήρησες πρόσθεσε. Δεσπότης όμως είμαι και στην Αγία Άννα πηγαίνω.

Με εντυπωσίασε είναι αλήθεια το παρουσιαστικό του, όπως κι ο τρόπος που μιλούσε άλλωστε, γι’ αυτό και δεν δίστασα να του κάνω αυθόρμητα κι εγώ ερωτήσεις. Από όσα ξέρω του έλεγα, οι δεσποτάδες φορούν κάτι στον λαιμό τους που δεν ξέρω πως το λένε, αλλά σαν μεγάλο μετάλλιο είναι.

Γέλασε αυτός με το όνομα που έδωσα εγώ σ’ αυτό που έπρεπε να φορά και του έλειπε κι αμέσως έβαλε το χέρι του κι έβγαλε μέσα από τον κόρφο του αυτό που ήταν κρεμασμένο από μια χοντρή αλυσίδα, ενώ μου έλεγε  στην συνέχεια χαμογελώντας. Να. Έχω κι εγώ τέτοιο κι εγκόλπιο το λένε. Δεν είναι μετάλλιο όμως και μόνον οι δεσπότες το φορούν.

Πράγματι λοιπόν φορούσε εγκόλπιο, πράγμα που με έκανε να απορώ φωναχτά πια για όσα έβλεπα, αλλά και την απορία μου του εξέφραζα. Αφού έχεις εγκόλπιο όπως το είπες, τότε γιατί το κρύβεις και δεν το αφήνεις να φαίνετε όπως κάνουν όλοι οι δεσποτάδες; Και ύστερα; Πού είναι η συνοδεία που έπρεπε να σε ακολουθεί;

Γέλασε και πάλι αυτός με την απορία που του εξέφρασα, ενώ μου έλεγε με αρκετή ταπείνωση. Εγώ είμαι δεσπότης σε πολύ φτωχή περιοχή της Αλβανίας, γι’ αυτό και δεν έχω συνοδεία. Και το εγκόλπιο πάλι, γιατί να το δείχνω; Και πού μπορεί να με χρησιμεύσει;

Απόρησα με όσα άκουσα να μου λέει εκείνος ο δεσπότης και είναι αλήθεια ότι ήθελα να τον ρωτήσω πολλά περισσότερα, αλλά σηκώθηκε απότομα από την θέση του και πήγε να σταθεί στην άλλη πλευρά του σκάφους, προκειμένου να δει καλύτερα από εκεί τα δελφίνια που μας ακολουθούσαν εκείνη την στιγμή κι από πολύ κοντά μάλιστα.

Με το που σηκώθηκε όμως ο δεσπότης, βρήκε ευκαιρία και με πλησίασε ο ηλικιωμένος μοναχός, εκείνος δηλαδή που είχε ατελείωτη κουβέντα μέσα στο καραβάκι με τον λαϊκό συνοδό του, ο οποίος και μου έλεγε χαμηλόφωνα χωρίς να τον ρωτήσω, ότι τον δεσπότη που μιλούσε μαζί μου τον έλεγαν Σεβαστιανό κι ότι ερχόταν τακτικά από την Αλβανία, προκειμένου να επισκεφτεί το Άγιο Όρος.

Εγώ, έλεγα και σ’ αυτόν, δεν ήξερα αν υπήρχε ή όχι ορθόδοξος δεσπότης στην Αλβανία, αλλά αφού αυτός ήρθε και κάθισε δίπλα μου κι έμαθα από εσένα το όνομα του, τώρα θα ξέρω και πως τον λένε. Θαύμασα όμως την ταπεινότητα του, πράγμα που θα έχω να το λέω.

Μ’ αυτήν την αφορμή όμως, άρχισε από μόνος του πάλι ο ηλικιωμένος μοναχός να μου λέει ένα σορό πράγματα, γύρο από την δευτέρα παρουσία και τα μελλούμενα να γίνουν τότε και ούτε λίγο ούτε πολύ, σαν πολυβόλο μετά υποστήριζε ασταμάτητα, ότι θα γίνουν αυτά που είναι να γίνουν και είναι γραμμένα, πράγματα που για πρώτη μου φορά τα άκουγα κι επειδή ντράπηκα να πω σ’ εκείνον τον μοναχό να σταματήσει, αφού πουθενά δεν οδηγούσε εκείνη η κουβέντα, σηκώθηκα να φύγω από κοντά του και τον άφησα μόνο να λέει όσα ήθελε και δεν σας κρύβω ότι αρκετά από αυτά που άκουσα με τάραξαν.

Δεν προλάβαινα να χωνέψω το ένα λοιπόν και μου πέταγε το άλλο ο ευλογημένος. Σκοτίστηκε το μυαλό μου όπως καταλαβαίνετε από αυτά που μου έλεγε. Και δεν σκοτίστηκα μόνον. Μπερδεύτηκα τόσο πολύ, που παραλίγο να μείνω στην μαούνα, αφού δεν κατάλαβα πότε φτάσαμε στην μονή που έπρεπε να κατέβω.

Άκουσα τον καπετάνιο όμως που μου έβαζε τις φωνές και συνήρθα. Τι θα γίνει έλεγε, θα κατέβεις κι συ εδώ ή όχι;  Κατέβηκα λοιπόν από το σκάφος κι από την βιασύνη μου, ξέχασα να χαιρέτησα τον δεσπότη. Όταν γύρισα να τον δω όμως, χαμογελώντας αυτός μου κουνούσε το χέρι του.

Πω, πω τι έπαθα σήμερα έλεγα στον εαυτό μου κι αμέσως άρχισα να προσπαθώ, προκειμένου να θυμηθώ τους λόγους που με έφεραν πάλι στην μονή, όπως και τί ήθελα να συζητήσω με το πνευματικό μου.

Συμμάζεψα τελικά τις σκέψεις μου, αλλά εκείνα που με φόρτωσε ο μοναχός, με εμπόδιζαν να τις ξεκαθαρίσω. Ήμουν δε τόσο μπερδεμένος, που ποιο πολύ με απασχολούσαν αυτά που άκουσα, παρά αυτά που είχα σκοπό να εξετάσω.

Ωστόσο, ξεκίνησα να περπατώ από την παραλία προς την ανηφορική μεγάλη και γνώριμη πέτρινη σκάλα που οδηγεί πάνω στο μοναστήρι, ενώ έψαχνα να βρω τα λόγια που έπρεπε να πω στον πνευματικό μου, προκειμένου να του περιγράψω κι αυτά που άκουσα.

Αυτός βέβαια, δεν ήξερε ότι θα του έκανα επίσκεψη, αφού οι επισκέπτες τότε ήταν λιγοστοί κι έπαιρνα τα διαμονητήριά τους από την Δάφνη, γι’ αυτό και δεν χρειαζόταν να ειδοποιήσεις αυτόν που ήθελες να επισκεφτείς.

Με απασχολούσαν πολύ όμως ακόμη αυτά που άκουσα από τον μοναχό, οπότε, συγχυσμένος θα έλεγα βάδιζα. Έτσι βαδίζοντας βέβαια, καθόλου δεν πρόσεξα ότι έμεινα μόνος μου στην παραλία, αφού οι άλλοι δύο νεαροί που είδα να κατεβαίνουν μαζί μου από το καΐκι είχαν φύγει.

Ούτε και τον πνευματικό μου πρόσεξα, ο οποίος βρισκόταν στην αρχή της πέτρινης σκάλας και περίμενε να την ανέβω. Αναγκάστηκε δε να με φωνάξει με το όνομα μου προκειμένου να τον προσέξω και είναι αλήθεια ότι πολύ παραξενεύτηκα όταν τον είδα να με περιμένει.

Τον πλησίασα χαρούμενος ωστόσο και πριν ακόμη προλάβω να τον χαιρετίσω, ή να του δηλώσω την άφιξη μου και προπαντός πριν ακόμη του πω κάτι για όσα μου συνέβησαν μέσα στο καΐκι, αυτός μου έβαλε τις φωνές.

Τί είναι αυτά που κάνεις, έλεγε. Είναι δυνατόν να κάθεσαι και ν’ ακούς ότι ο καθένας σου λέει αυθαίρετα, μόνο και μόνο επειδή είναι μοναχός; Είδες τώρα τι έπαθες; Άλλη φορά αυτό να σου γίνει μάθημα και να αποφεύγεις τις κουβέντες που δεν οδηγούν πουθενά και το μόνο που κάνουν είναι να σκοτίζουν το μυαλού.

Μακριά λοιπόν από τέτοιες κουβέντες. Μακριά επανέλαβε και με άφησε άναυδο. Έλα τώρα να πάμε πάνω πρόσθεσε. Να πας μετά στο αρχονταρίκι και να πάρεις δωμάτιο κι άλλη φορά να μάθεις, ότι πρέπει να αποφεύγεις τις ανώφελες κουβέντες.

Άχνα δεν έβγαλα εγώ και σιωπηλός τον ακολουθούσα. Σκεπτόμουν όμως κι αυτό που μου συνέβαινε. Πώς δηλαδή ήξερε αυτός ότι εγώ θα του έκανα επίσκεψη και προπαντός, πώς ήξερε τι συνέβη σε μένα, κατά την διαδρομή μου με το σκάφος από την Δάφνη μέχρι την μονή.

Κι επειδή επανειλημμένα μου είχε κάνει κάτι παρόμοιο, δεν έδωσα περισσότερη σημασία στο γεγονός. Έψαχνα όμως να βρω τρόπο, ώστε να ωφεληθώ τουλάχιστον από αυτά, δεδομένου ότι από την προηγούμενη επίσκεψη που του έκανα, μου έβαλε κανόνα, ο οποίος με υποχρέωνε να εντρυφώ σοβαρά γύρο από κείνα τα τρία θέματα. Της προσευχής δηλαδή, της ταπείνωσης και προπαντός της διάκρισης.

Έμαθα πολλά βέβαια εντρυφώντας σ’ αυτά τα θέματα, αλλά όσα και να έμαθα, για ένα πράγμα ήμουν πλέον βέβαιος, ότι και τα τρία είναι όχι απλώς επιστήμες, αλλά το καθένα από αυτά χωριστά και όλα μαζί, είναι ολόκληρα πανεπιστήμια. Όσα κι αν νομίζει κανείς λοιπόν, ότι ξέρει πολλά από αυτά, ένα είναι σίγουρο, ότι δεν ξέρει παρά πολύ ελάχιστα.

Ωστόσο, ανεβήκαμε σιωπηλοί σχεδόν πάνω στην μονή και στην συνέχεια με συνόδευσε μέχρι να μου δώσουν δωμάτιο από το αρχονταρίκι. Χωρίσαμε ύστερα και μετά από αρκετή ώρα έψαχνα να τον βρω προκειμένου να συζητήσω τουλάχιστον μαζί του, όσα με βάραιναν και με απασχολούσαν, αλλά δεν ήταν δυνατόν να το συναντήσω πουθενά.

Τα ξημερώματα, μπήκαμε στην εκκλησία σύμφωνα με το πρόγραμμα τους, όπου και υπέθετα ότι θα ήταν εύκολο να τον βρω, αλλά και πάλι δεν τα κατάφερα. Δεν έφτανε που ήμουν φορτωμένος με όσα έφερα από το σπίτι μου, με σκότισε κι εκείνος ο μοναχός με όσα μου είπε, ήρθε καπάκι και η εξαφάνιση του πνευματικού μου, η οποία και με άφησε να βράζω στο ζουμί μου.

Όλα μαζί όμως με φούσκωσαν τόσο πολύ, που δεν μπορούσα να πάρω ανάσα από το άγχος. Βγήκα δύο τρεις φορές έξω από την εκκλησία για να αναπνεύσω ελεύθερα και πάλι μπήκα μέσα φουσκωμένος αλλά και περίλυπος, γιατί θα έφευγα το πρωί και δεν πήρα καμιά απάντηση σε κανένα από τα ερωτήματα που είχα φέρει μαζί μου.

Φυσούσα και ξαναφυσούσα επανειλημμένα όπως καταλαβαίνετε μέσα σε κείνο τον σκοτεινό πρόναο, όταν καθισμένος σε ένα από τα στασίδια του περίμενα να δω τον πνευματικό μου να με πλησιάζει, αλλά αυτός, πουθενά δεν φαινόταν.

Μαθαίνουμε από αυτά που παθαίνουμε έλεγα στον εαυτό μου, για να τον καλμάρω κάπως από το φούσκωμα που του προκαλούσα με τις σκέψεις που εγώ του επέτρεπα να κάνει και τον πίεζα μάλιστα να μάθει και κάτι από αυτά που πάθαινα εκείνη την μέρα, μόνον που τον ανάγκαζα να μάθει από εκείνα που εγώ νόμιζα ότι πρέπει να μάθει.

Μπερδεμένος και σκοτισμένος λοιπόν με ένα σορό αλλόκοτες σκέψεις, δεν ήταν δυνατόν να σπουδάσω τίποτε από όσα μου συνέβαιναν, γι’ αυτό κι έψαχνα τρόπο να γλιτώσω από την στεναχώρια που μου έφερνε εκείνη η άκαρπη όπως την θεώρησα επίσκεψη στον πνευματικό μου, ο οποίος με ξέχασε από ότι μου φάνηκε.

Έτσι όπως ήμουν πιεσμένος όμως, ούτε την λειτουργία μπορούσα να παρακολουθήσω, αλλά ούτε και να αισθανθώ τίποτε μπορούσα, από την κατανυκτική ψαλμωδία που αβίαστα φωνητικά έβγαινε μέσα από τον εσωτερικό κόσμο των μοναχών που έψελναν εκείνη την νύχτα.

Κάποιος από τους μοναχούς που μου ήταν άγνωστος τότε και καθόταν σκυφτός στο στασίδι του, σηκώθηκε από την θέση του κι αφού με πλησίασε μου έλεγε χαμηλόφωνα.

– Μη στεναχωριέσαι. Όλα θα πάνε καλά. Ότι κι αν σε βασανίζει τώρα, θα δεις ότι θα διαλυθεί κάποια στιγμή και δεν θα υπάρχει πλέον.

Αφού μου είπε ήρεμα όλα αυτά, ήρεμα επέστρεψε ύστερα στην θέση του και κάθισε το στασίδι του, αφήνοντας με άναυδο. Δεν έψαχνα να βρω, τι, γιατί, από που και τέτοια, αλλά ακολουθώντας την συμβουλή του, έμεινα για λίγο κενός από σκέψεις, μην επιτρέποντας ούτε μία από αυτές να απασχολεί το μυαλό μου.

Αμέσως μετά, άδειασα σαν παραφουσκωμένο από αέρα μπαλόνι που του έκαναν τρύπα στα πλευρά του. Έφυγε όλος εκείνος ο αέρας των σκέψεων που με πίεζε εσωτερικά, αυτός δηλαδή που εγώ επέτρεψα να μπει μέσα μου με την μορφή των σκέψεων και τον άφησα να αλωνίζει ανεξέλεγκτος μέσα μου, προκαλώντας με όση ζημιά ήθελε αυτός.

Θαρρείς κι ότι αυτό ήταν που περίμενα να γίνει προκειμένου να ηρεμήσω κι αφού πράγματι ηρέμησα και για τα καλά μάλιστα, παρακολούθησα ήσυχος μετά την λειτουργία, όπως κι όλα όσα μεσολάβησαν μετέπειτα, μέχρι να μπούμε στην τράπεζα για το φαγητό μας.

Λίγο πριν μπούμε εκεί όμως, στάθηκα παράμερα στην μικρή αυλή κι έξω από την εκκλησία, μήπως και γίνω εκεί αντιληπτός από τον πνευματικό μου, τον οποίο πουθενά δεν έβλεπα. Όταν χτύπησε η καμπάνα για φαγητό και όλοι πήγαιναν προς την πόρτα της τράπεζας, παρατηρούσα πάλι την στέγη της, η οποία είχε υποστεί μεγάλη διάβρωση από τον χρόνο και μου φαινόταν ετοιμόρροπη.

Μη φοβάσαι και δεν πέφτει μου έλεγε ένας επισκέπτης, διαβάζοντας τις σκέψεις μου προφανώς. Είναι στην ίδια θέση εδώ και διακόσια χρόνια, επανέλαβε. Πάμε όμως να φάμε, γιατί το καραβάκι θα περάσει να μας πάρει σε λίγο κι αν δεν φάμε, θα μείνουμε νηστικοί.

Δεν μπορώ να κρύψω τίποτε κι από κανέναν σκέφτηκα, ούτε και τον φόβο που ένιωσα κάτω από κείνη την σκεπή δηλαδή δεν μπόρεσα να κρύψω, αφού κι ο άγνωστος επισκέπτης την διάβασε. Αφού φάγαμε όμως και ήρθε η ώρα να φύγω, χαιρέτησα τον Γέροντα τους αφού δεν συνάντησα τον πνευματικό μου και κατέβηκα τρέχοντας την σκάλα, γιατί πλησίαζε το καΐκι που θα μας μετέφερε στην Δάφνη.

Μου έφυγε βέβαια η στεναχώρια που είχα με κείνες τις σκέψεις στο μυαλό μου, αλλά μου έμεινε μια μικρή θλίψη, γιατί δεν μπόρεσα να δω τον πνευματικό μου, αφού γι’ αυτόν πήγα εκεί και δεν τον είδα πουθενά ώστε να του πω τουλάχιστον ότι φεύγω.

Δεν πήγαινα κάθε μέρα στο Άγιο Όρος κι όπως υπολόγιζα την επόμενη μου επίσκεψη εκεί θα την έκανα σε ένα χρόνο. Κι αυτό σήμαινε, ότι δεν θα τον έβλεπα ξανά μέχρι τότε. Τι μπορούσα να κάνω όμως, αφού αυτός εξαφανίστηκε;

Κατέβηκα ωστόσο στην παραλία και περίμενα να πλησιάσει το σκάφος, όταν τον άκουσα να μου λέει.

– Τι έγινε; Φεύγεις; Δεν θα μείνεις και σήμερα;

– Όχι, του είπα. Δεν έχω περισσότερο χρόνο στην διάθεση μου. Πρέπει να φύγω.

– Όπως θέλεις, είπε αυτός. Και μη στεναχωριέσαι για τίποτε. Είδες πώς ξεφούσκωσες σαν μπαλόνι; Λογισμοί ήταν όλα αυτά που είχες στο μυαλό σου κι όπως βλέπεις, σου έφυγαν. Άλλη φορά να μην τους δίνεις σημασία και προπαντός, να μην τους αφήνεις να φωλιάζουν μέσα σου, γιατί αυτοί μόνον κακό κάνουν.

Τον χαιρέτησα και έφυγα λοιπόν αφού δεν είχα άλλα περιθώρια χρόνου κι από ότι φάνηκε στο τέλος, δεν ήταν και τόσο άκαρπη εκείνη η επίσκεψη μου στο Άγιο όρος, αφού όπως αποδείχτηκε, σκόπιμα έγιναν όλα αυτά, για να μάθω εγώ την ύπαρξη των λογισμών και μάλιστα πόση ζημιά μπορούν να κάνουν αυτοί, όταν από άγνοια τους αφήνουμε να αλωνίζουν μέσα μας ανεξέλεγκτα.

Λογισμοί λοιπόν το κεφάλαιο. Μια λέξη δηλαδή κι ένα ρήμα μαζί, που τα ήξερα μεν σαν συνώνυμα του σκέπτομαι, μόνον που δεν υπολόγιζα, ότι σκεπτόμενος, θα μπορούσα μέσα από τούς λογισμούς να παραπλανηθώ από τον ίδιο μου τον εαυτό, αλλά και από οποιονδήποτε άλλον παράγοντα μπορεί να εισέρχεται σκόπιμα μέσα στις σκέψεις μου, προκειμένου να μου κάνει όση ζημιά θέλει, στο σημείο που αυτός θέλει, χωρείς βεβαίως εγώ να μπορώ να το αντιληφθώ.

Τρόμαξα με ιδέα και μόνον, πόσο εύκολα μπορεί να παραπλανηθεί κανείς μετά από τόσες πολλές ζυμώσεις, επεξεργασίες, βαφές, θέσεις, αιρέσεις, εξαιρέσεις, διαλογισμοί, αφορισμοί, συμφωνίες, διαφωνίες, φόβοι και αγωνίες, ιδέες κι ένα σορό ακόμη διαβουλεύσεις που μπορούν γίνουν μέσα μας και μέσα σε όλο αυτό το ανακάτεμα, πως θα μπορούσε το δικό μου μυαλό να επιλέξει, ποιο από όλα αυτά είναι πράγματι ωφέλιμο για μένα.

Δεν ήξερα λοιπόν ότι οι λογισμοί μπορούσαν να προκαλέσουν τόσα πολλά και προπαντός, δεν ήξερα ότι επιλέγοντας την μία ή την άλλη επεξεργασία που γινόταν μέσα μου, κινδύνευα να πάθω κάποια ζημιά και μάλιστα αυτή να είναι ενδεχομένως και ανεπανόρθωτη για μένα.

Μέχρι που να επιστρέψω στην έδρα μου όμως και στα καθημερινά μου, δεν είχα άλλη σκέψη στο μυαλό μου, από το πως θα μάθω περισσότερα γι’ αυτούς τους λογισμούς και πως θα επιλέγω ανάμεσα από αυτούς τους ποιο ακίνδυνους για μένα.

Από την επομένη μέρα και μετά όμως, βρήκα τελικά και διάβασα μέσα από αρκετά βιβλία που αναφερόταν στο θέμα και μέσα από αυτά σήκωσα και το ότι, ο ανθρώπινος νους δεν είναι τίποτε άλλο, από εργοστάσιο παραγωγής, επεξεργασίας και διαλογής λογισμών κι ότι η πνευματική κατάσταση του καθενός από μας, αποδεικνύει την καλή, την κακή, ή και την πρόχειρη επεξεργασία και διαλογή που γίνεται μέσα του.

Μεγάλο κεφάλαιο κατέληξα να λέω στον εαυτό μου αυτοί οι λογισμοί και τόσο εξειδικευμένο και δύσκολο μάλιστα, που ένας από τους ειδήμονες γράφει στα κείμενά του, ότι έρχονται από παντού στο μυαλό, από μέσα, από έξω, από πάνω, από κάτω, από τα αριστερά, από τα δεξιά και από ένα σορό ακόμη ερχομούς και ότι παντού κάνουν ζημιά και ο άνθρωπος δεν μπορεί να τους αντιμετωπίσει μόνος του και προπαντός χωρείς την παρουσία πνευματικού στην ζωή του, αφού αυτός είναι ο λόγος που τον καθιστά απαραίτητο στην ζωή μας.

Αυτός πράγματι έχει την δυνατότητα να ξεδιαλύνει τους λογισμούς, γι’ αυτό κι όσοι το κατάλαβαν αυτό, τρέχουν να πουν τις σκέψεις τους στον πνευματικό τους, όχι γιατί δεν ξέρουν αυτοί τι να κάνουν, αλλά γιατί με αυτή την διαδικασία, γλιτώνουν τον εαυτό τους από μικρές και μεγάλες απερισκεψίες.

Έξυπνος δηλαδή δεν είναι αυτός που διαλέγει από μόνος του να εφαρμόσει στην ζωή του, όσα περνάνε από το μυαλό του, αλλά αυτός που τσεκάρει με τον πνευματικό του, αυτά που σκέφτεται.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *