Ήθελα να βάλω κι εγώ την ζωή μου σε μια σειρά, όπως κάνει όλος ο κόσμος δηλαδή και επειδή δεν έβρισκα ιδανικό για μένα χώρο εργασίας όπως πολλές φορές το ανέφερα, δεν μπορούσα να ησυχάσω πουθενά. Ούτε μέσα στο σπίτι μου, ούτε έξω απ’ αυτό.
Έμενα κοντά στον πατέρα μου βέβαια εκείνο το διάστημα και όπως ήταν αναγκαίο αυτό, τον βοηθούσα στην δική του δουλειά θα έλεγα, αφού και αυτός χρειαζόταν την βοήθεια μου.
Δεν μπορώ να πω ότι εργαζόμουν εκεί, γιατί αυτή ήταν μια δουλειά που ποτέ μου δεν ήθελα να κάνω, αν και σπούδασα πολλά στον χώρο της ομολογώ, εντρυφώντας ανάμεσα της ανάγκες και τους προβληματισμούς των εκάστοτε πελατών μας.
Καλές ήταν οι σπουδές που απέκτησα και χρήσιμα ήταν αυτά που έμαθα ζώντας μέσα σ’ εκείνο στο μπακάλικο, αλλά επειδή από μικρός ζούσα στον ίδιο επαγγελματικό χώρο, τον βαρέθηκα.
Με εμπόδιζε και ο περιοριστικός τρόπος ζωής που θα έπρεπε να κάνω ως νέος άνθρωπος, εξασκώντας την δουλειά του μπακάλη, γι’ αυτό και όντως δεν ήθελα να την κάνω.
Μαζί με όλα αυτά, δεν μπορούσα να αναπτύξω, όπως και να διοχετεύσω ως μπακάλης, το φορτωμένο και εμπλουτισμένο μου δυναμικό, έτσι, όπως και όπου εγώ θα ήθελα να το κάνω.
Γι’ αυτό λοιπόν, έμενα μεν στο μπακάλικο του πατέρα μου αφού δεν έβρισκα και που αλλού θα μπορούσα να εργασθώ, αλλά και με έτρωγαν καθημερινά οι χωρίς αποτέλεσμα σκέψεις, γύρω από το που θα έβρισκα επιτέλους μια δουλειά που να μου αρέσει και προπαντός, μια δουλειά που να θέλω να την κάνω.
Κουρασμένος όμως πια, από το μακροχρόνιο και τυραννικό αδιέξοδο που ζούσα, αναζητώντας μια άλλη δουλειά, πήρα τελικά την απόφαση να μείνω οριστικά και τελεσίδικα κοντά στον πατέρα μου και να κάνω ως εργαζόμενος αυτό που δεν μου άρεσε και αυτό που δεν ήθελα, αφού όντως και δεν μπορούσα να βρω άλλη λύση στο θέμα που μ’ απασχολούσε.
Πριν από αρκετό καιρό όμως, μου είχε υποσχεθεί κάποιος από τους πελάτες μας, ότι είχε βρει μια δουλειά για μένα και ότι αυτή ήταν στα μέτρα μου, αλλά από τα τόσα που άκουγα κάθε τόσο, ξέχασα και τον δικό του λόγο, γι’ αυτό και τίποτε δεν ήλπιζα απ’ αυτόν.
Να όμως που αυτός δεν το ξέχασε, γι’ αυτό και στις πρώτες μέρες του Ιουνίου, ήρθε στο μαγαζί μας και μου έλεγε περιχαρής.
– Από τη Δευτέρα που μας έρχεται, πιάνεις δουλειά σε ένα ναυτιλιακό γραφείο. Τα κανόνισα εγώ και όλα είναι έτοιμα εκεί και σε περιμένουν.
Αυτό που σου βρήκα, είναι ό, τι καλύτερο θα μπορούσες να ελπίζεις για τον εαυτό σου και από όσο σε ξέρω, αυτή η δουλειά σου πάει γάντι.
Απευθυνόμενος και προς τον πατέρα μου μετά, του έλεγε με αγωνία.
– Δεν πιστεύω να έχεις καμιά αντίρρηση;
– Όχι, του είπε ο πατέρας μου. Αρκεί να είναι πράγματι για το καλό του. Πρέπει να ησυχάσει επιτέλους μ’ αυτό το θέμα, γιατί αρκετά χρόνια παιδεύεται, αναζητώντας μια δουλειά στα μέτρα του.
– Όχι μόνον θα ησυχάσει, έλεγε ο πελάτης μας. Αλλά και θα είναι πολύ ευχαριστημένος απ’ αυτήν την δουλειά, γιατί όντως αυτή είναι τέτοια και έτσι, όπως αυτός την έχει στο μυαλό του.
Αφού άκουσα τα παραπάνω και αφού πήρα έμμεσα την συγκατάθεση του πατέρα μου να ακολουθήσω την πρόταση του πελάτη μας, δεν είχα παρά να τον ευχαριστήσω για το ενδιαφέρον που έτρεφε για μένα.
Δεν είχα καμιά ιδέα για το τι και πως θα μπορούσε να είναι εκείνη η δουλειά του ναυτιλιακού πράκτορα, αυτήν που από μόνος του αυτός μου βρήκε, γι’ αυτό και στεκόμουν με απορία μπροστά του.
Το πρόσεξε όμως ο πελάτης μας, γι’ αυτό και επέμενε να την εκθειάζει, όπως και να αδιαφορεί για τις δικές μου απορίες, για τις οποίες και έλεγε.
– Τη Δευτέρα το πρωί που θα πάμε μαζί εκεί, θα δεις ότι είναι λίγα αυτά που σου λέω τώρα.
Μ’ αυτήν την υπόσχεση ανά χείρας λοιπόν, πήγα μαζί του την Δευτέρα το πρωί στο ναυτιλιακό γραφείο που αυτός ήξερε, όπου και με σύστησε στον υπέργηρο μέλλοντα εργοδότη μου, όπως και στον επίσης ηλικιωμένο υπάλληλο του γραφείου τους.
Αφού είπαμε μερικά προκαταρτικά εκεί μέχρι να γνωριστούμε κάπως, πέρασε αμέσως το μελλοντικό μου αφεντικό στο θέμα που αφορούσε την δική μου επίσκεψη, γι’ αυτό και με πολύ σοβαρό ύφος, μου έλεγε αρκετά γύρω από την εικόνα του γραφείο του, όπως και από τις δραστηριότατες που αυτό είχε, στον επαγγελματικό τους χώρο.
– Όπως βλέπεις. Εμείς ήμαστε μεγάλης ηλικίας άνθρωποι. Αυτός είναι και ο λόγος άλλωστε, που αναζητούμε έναν νέο σαν και σένα, προκειμένου να υπηρετήσει αυτός πλέον το γραφείο μας.
Και αφού ο αγαπητός φίλος από δω, μας έφερε εσένα γι’ αυτόν τον σκοπό, σε καλωσορίζουμε και σου ευχόμαστε να ανταπεξέλθεις επαρκώς των δικών μας υποχρεώσεων αν συμφωνήσουμε.
Πριν απ’ όλα όμως, πρέπει να υπολογίσεις ότι εμείς, ήμαστε ένα από τα μεγαλύτερα σε κίνηση γραφεία της Ευρώπης. Ότι σε μας έρχονται καράβια από όλα τα μέρη της Γης και ότι οι πλοιοκτήτες όλων αυτών, μας εμπιστεύονται τα φορτία που με αυτά μεταφέρουν για τους πελάτες τους.
Όταν λοιπόν έρχονται τα καράβια τους στο λιμάνι, εμείς αναλαμβάνουμε την διαδικασία της φορτοεκφόρτωσης τους, όπως και την εναπόθεση του φορτίου τους στις αποθήκες του Λιμένος.
Μετά απ’ αυτό, διαθέτουμε τα εμπορεύματα τους στους παραλήπτες τους, αυτούς δηλαδή που οι πλοιοκτήτες μας προσδιορίζουν, σύμφωνα με τα συνοδευτικά έγγραφα που τα ακολουθούν.
Η δουλειά μας όπως θα δεις κι εσύ, δεν είναι δύσκολη. Λόγο της σοβαρότητας της όμως, είναι πολύ υπεύθυνη, γι’ αυτό και δεν μας επιτρέπονται λάθη.
Το παραμικρό δικό μας λάθος, μπορεί να προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση σ’ ολόκληρο τον μηχανισμό διακίνησης εμπορευμάτων και το κόστος ενός τέτοιου λάθους, είναι ανυπολόγιστο.
Μέχρι στιγμής βέβαια, εμείς δεν δώσαμε κανένα τέτοιο δικαίωμα λάθους και όπως καταλαβαίνεις, δεν θέλουμε να το δώσουμε ούτε από εδώ και μετά.
Ο συγκεκριμένος λόγος είναι αυτός που μας υποχρεώνει να ψάχνουμε ανάμεσα στους γνωστούς μας, το σε ποιον έμπιστο νεαρό να αναθέσουμε την επιμέλεια του σκοπού που σου ανέφερα.
Και όχι μόνον αυτό, αλλά εφόσον αυτός που θα εργάζεται εδώ μαζί με μας το θέλει και μπορεί και γιατί όχι, θα θέλαμε να συνεχίσει να λειτουργεί το γραφείο μας και μετά την δική μας αποδημία από την ζωή.
Γι’ αυτόν τον λόγο λοιπόν, θα πρέπει να ξέρεις ότι αυτοί που μας εμπιστεύονται τα φορτία τους ως πελάτες μας, είναι τα μεγαλύτερα ονόματα της διεθνούς οικογένειας των εφοπλιστών.
Ένας όμιλος εκ των οποίων μάλιστα, είναι και ο πιο μεγάλος πελάτης μας, ο οποίος και μας στέλνει μέρα παρά μέρα ένα καράβι σταθερά και όσα άλλα μπορεί μαζί μ’ αυτό.
Όπως καταλαβαίνεις λοιπόν, έχουμε πολλή και υπεύθυνη δουλειά. Κι εφόσον εγγυάται ο κοινός μας φίλος για σένα, εμείς θα σε κρατήσουμε εδώ δοκιμαστικά, έως ότου βεβαιωθούμε για τις δυνατότητες σου και τότε μόνον θα σε προσλάβουμε κανονικά.
Μέχρι τότε όμως, θα σου δίνουμε δύο χιλιάρικα τον μήνα και θα είσαι εδώ από τις επτά το πρωί έως και τις πέντε το απόγευμα. Αν υπάρχει ανάγκη να μένεις πέραν αυτού, θα σου δίνουμε και υπερωρίες. Τι λες; Δέχεσαι την δουλειά;
Όση ώρα με γνώριζε αυτός με τα δεδομένα της δουλείας που επρόκειτο να αναλάβω, εγώ σκεπτόμουν ότι δεν ήξερα τι ήταν όλα αυτά που μου έλεγε και αν πράγματι μπορούσα να τα ανταπεξέλθω ως εργαζόμενος.
Επειδή όμως τίποτε δεν με εμπόδιζε να το δοκιμάσω, μόλις τελείωσε τους λόγους του αυτός, του απάντησα αμέσως.
– Δέχομαι την δουλειά. Γι’ αυτό, πέστε μου, τι ακριβώς θέλετε να κάνω. Μετά και από την δική μου απόφαση λοιπόν, όπως και μετά από την κοινή μας συμφωνία, ευχαριστήσαμε τον άνθρωπο που μας έφερε σε επαφή, ο οποίος και μας άφησε φεύγοντας να βρούμε τα υπόλοιπα μόνοι μας.
Μόλις μείναμε μόνοι μας λοιπόν εκεί, το γηραιό αφεντικό, εγώ και ο ηλικιωμένος υπάλληλος του, επικεντρωθήκαμε στην δουλειά μας, γι’ αυτό και μου έδειξαν το γραφείο που θα ήταν στο εξής δικό μου, στο οποίο και ήρθε ο υπάλληλος να με κατατοπίσει εργασιακά, αφού αυτός είχε όλο το φόρτο των εργασιών τους και αυτός χρειαζόταν βοήθεια.
Όπως και φαινόταν αυτό όμως, το υπέργηρο αφεντικό μας δεν ήταν σε θέση να κάνει τίποτε άλλο εκεί, εκτός από το να βρίσκεται απλώς και μόνον στην θέση του και να θυμίζει όπως και να εγγυάται δια της παρουσίας του, την αξιοπιστία του γραφείου τους.
Ο έλεγχος όλης της δουλειάς τους λοιπόν, ήταν στα χέρια εκείνου του ηλικιωμένου και εξηνταπεντάρη ανθρώπου, που από πολλά χρόνια ήταν στην ίδια θέση υπάλληλος.
Αφού μου έδειξε αυτός όσα ήταν δυνατόν και όσα ήθελε να μου δείξει για την πρώτη μέρα, με έστειλε στην συνέχεια να πάω για πρώτη φορά στα γραφεία του λιμεναρχείου, προκειμένου να παραδώσω εκεί ένα ντοσιέ με έγραφα.
Αυτά πάλι, δήλωναν την άφιξη ενός καραβιού και με μια κατάσταση που υπήρχε ένθετα στον ντοσιέ, δηλωνόταν ονομαστικά και αριθμητικά τα εμπορεύματα που έφερε αυτό στα αμπάρια του, για τα οποία και έπρεπε εμείς να φροντίσουμε την άμεση εκφόρτωση τους στην προβλήτα και σε μια αποθήκη με το νούμερο είκοσι δύο, όπως μου το όρισαν από το αρμόδιο γραφείο του λιμεναρχείου.
Αφού λοιπόν εξετέλεσα επιτυχώς την πρώτη εντολή που μου έδωσε ο έχων το γενικό πρόσταγμα υπάλληλος, επέστρεψα αμέσως στην έδρα μας, ελπίζοντας να μου αναθέσουν επίσης αμέσως και την επόμενη εντολή, σκοπεύοντας να ικανοποιήσω επαρκώς όλες τις ανάγκες του γραφείου μας, γιατί απ’ ότι άκουσα να μου λέει ο ιδιοκτήτης του, αυτές ήταν πολλές.
Απόρησε όμως ο ηλικιωμένος υπάλληλος, όταν είδε να επιστρέφω από το λιμεναρχείο τόσο γρήγορα κοντά του, γι’ αυτό και μου είπε απορώντας.
– Γύρισες κιόλας;
Κι εγώ απόρησα, αλλά με το δικό του ερώτημα, γι’ αυτό και του είπα εντελώς αυθόρμητα.
– Μα δεν έκανα και τίποτε το σπουδαίο.
Με κοίταξε καλά, καλά αυτός πάνω από τα γυαλιά του και πρόσθεσε.
– Αν μπορείς να κάνεις αυτό τόσο εύκολα, τότε θα πρέπει να ξέρεις, ότι αυτή θα είναι από εδώ και πέρα η δική σου δουλειά.
Η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν και τόσο εύκολα τα πράγματα όταν πήγα να καταθέσω τα έγγραφα μας στο λιμεναρχείο, αλλά επειδή όντως πίστεψα ότι πράγματι είχαν να μου αναθέσουν πολλές δουλειές εκείνη την ημέρα, τις οποίες και βεβαίως ήθελα να αντιμετωπίσω και μάλιστα με πολύ διάθεση, δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσα παρακάλια τους έκανα εκεί, μέχρι να με εξυπηρετήσουν.
Ακούγοντας όμως τον ηλικιωμένο υπάλληλο να μου λέει, ότι αυτή θα είναι στο εξής η δική μου δουλειά, πάγωσα, γι’ αυτό και έλεγα μέσα μου. Πάει. Κάηκα. Αν αυτό που έχω να κάνω εδώ, είναι να καταθέτω μόνον, την άφιξη των καραβιών στο λιμεναρχείο, ήταν καλύτερα για μένα να έμενα στο μπακάλικο του πατέρα μου, αφού αυτά που είχα να κάνω εκεί, ήταν σαφώς πολλά περισσότερα και πιο ενδιαφέροντα.
Ήθελα να φύγω από το μπακάλικο του πατέρα μου, γιατί δεν μου αρκούσαν οι δραστηριότατες του. Πως λοιπόν θα μπορούσα να σταθώ σε μια δουλειά, όταν αυτό που θα είχα να κάνω εκεί, ήταν μόνον το να κάνω μία κατάθεση εγγράφων την ημέρα στο λιμεναρχείο;
Απογοητεύτηκα όπως καταλαβαίνετε και μ’ αυτές τις σκέψεις στο μυαλό, προσπαθούσα να πίσω τον εαυτό μου ώστε να μείνω εκεί μέχρι που να δω τουλάχιστον και τι άλλο θα μπορούσε να μου προκύψει, έως τις πέντε το απόγευμα που θα σχολούσα.
Μαθημένος όμως να διαβάζω από όσα γίνονται γύρω μου, μελετούσα όπως πάντα και κατέγραφα λεπτό προς λεπτό, όλες τις ενέργειες του ηλικιωμένου υπαλλήλου κι ενώ έκανα τον αδιάφορο, διαπίστωσα ότι κι ο ιδιοκτήτης ήταν εκεί, μόνο και μόνο γιατί ζούσε ακόμη η επιχείρηση του.
Ήταν σημαντικό πρόσωπο κάποτε αυτός όπως το διαπίστωνα και τότε που αναφέρομαι μάλιστα ήταν πρόεδρος του λιμένος Θεσσαλονίκης. Εξ αυτού λοιπόν, αυτός είχε πολλές επισκέψεις όλη την ημέρα και σε όλους σχεδόν τους επισκέπτες του ανακοίνωνε την ύπαρξη μου, στους οποίους και με παρουσίαζε ως έναν εξαίρετο νέο, που έχει διάθεση για δουλειά.
Αυτές οι επισκέψεις τον κρατούσαν στην ζωή όπως τον μελετούσα, γι’ αυτό και ήταν αρκετά ακμαίος για την ηλικία του, τόσο σωματικά όσο και διανοητικά.
Το ενδιαφέρον του όμως για τα οικονομικά της επιχείρησής του, ήταν όχι σχεδόν, αλλά εντελώς μηδενικό και αυτό ήταν κάτι που με προβλημάτιζε, αφού δεν έβρισκα με τι άλλο να δικαιολογήσω τον λόγο που αυτός έκανε το κορόιδο, αν και έβλεπε τον υπάλληλο του να καρπούται τα περισσότερα από τα έκτακτα εισερχόμενα έσοδα στο γραφείο τους.
Ωστόσο, τον έβλεπα που και πού να κουνάει αποδοκιμαστικά το κεφάλι του, βλέποντας τις ενέργειες του υπαλλήλου του, αλλά πέραν αυτού, δεν έκανε τίποτε άλλο.
Δεν ήμουν βέβαια εγώ εκεί για να τους κάνω οικονομικό έλεγχο, γι’ αυτό και δεν επέτρεψα τον εαυτό μου ν’ ασχοληθεί περισσότερο μ’ αυτό το θέμα.
Έβλεπα, όμως. Κι εφόσον έβλεπα, δεν μπορούσα και να μην σχολιάζω μέσα μου τουλάχιστον, τις ενέργειες εκείνων των δύο ηλικιωμένων συνεργατών, αφεντικού και υπαλλήλου.
Την συμπεριφορά τους λοιπόν σχολιάζοντας, έλεγα κι εγώ στον εαυτό μου. Δική τους είναι η επιχείρηση και δικό τους είναι το δικαίωμα να κάνουν ότι θέλουν σ’ αυτήν.
Εγώ ήρθα εδώ να εργαστώ δίπλα τούς και αυτή είναι η πρώτη μέρα που βρίσκομαι κοντά τους. Ας κάνω λοιπόν πως δεν βλέπω τίποτε σήμερα, μήπως και μπορέσω να δω αύριο, τι μου επιφυλάσσει η επόμενη μέρα σ’ αυτήν την επιχείρηση.
Μιχάλης Αλταλίκης