Στο Μιλάνο Για Δουλειές

 Επιστρέψαμε λοιπόν από τις καλοκαιρινές μας διακοπές κι όπως έκανα πάντα μετά από αυτές, μπήκα με θάρρος και με καλή διάθεση στα καθημερινά μου καθήκοντα ως εργαζόμενος άνθρωπος και πριν καλά, καλά, ετοιμάσω το πρώτο ημερήσιο πρόγραμμα επισκέψεων που είχα να κάνω προς τους πελάτες μας, ένας από αυτούς μου έκανε επίσκεψη στο γραφείο μου.

Ήταν νεαρός κι αυτός, σαν κι εμένα δηλαδή και πρόσφατα είχε αναλάβει κάποιες επιμέρους ευθύνες στο εργοστάσιο που διατηρούσε ο πατέρας του, τον οποίο βέβαια από πολύ καιρό πριν είχα πελάτη μου. Σπούδαζε στο εξωτερικό ο επισκέπτης μου κι όταν επέστρεψε και κάθισε δίπλα στον πατέρα του ως μελλοντικός κληρονόμος της επιχείρησής τους, θέλησε να αναλάβει την διαχείριση ολοκλήρου του εργοστασίου τους, αλλά με τον όρο να μην παραβρίσκεται ο πατέρας του σ’ αυτό.

Ήθελε δηλαδή να του αποδείξει, ότι κι αυτός μπορούσε να διευθύνει το εργοστάσιό τους, έστω κι αν δεν ήξερε τίποτε σχεδόν, από το πώς κατασκευαζόταν τα μηχανήματά που παρήγαγαν, αλλά κι από το πώς μπορούσε να διοικηθεί η επιχείρησή τους με ασφάλεια για τον εαυτό τους, τους εργαζόμενους σ’ αυτό, όπως και για τους πελάτες και χρήστες των μηχανημάτων τους βεβαίως.

Είναι αλήθεια τώρα, ότι πολλές φορές άκουσα τον πατέρα του να μου δηλώνει την δυσαρέσκειά του, για την συμπεριφορά του γιού του, όπως και για το κόμπλεξ που τον βασάνιζε, αισθανόμενος ανύπαρκτος μπροστά στην ανωτερότητα του πατέρα του. Εκείνος βέβαια, με το δίκαιό του παρουσιαζόταν παντού ως πολύ επιτυχημένος εργοστασιάρχης, αφού από το μηδέν ξεκίνησε και μέχρι να γίνει αυτό που δήλωνε με την παρουσία του, έπαθε, έμαθε και προσπάθησε πάρα πολλά.

Ο γιός του όμως, μεγάλωσε σαν ένα κακομαθημένο βουτυρόπαιδο και ποτέ του δεν μπήκε στο εργοστάσιο τους να δει, τι ακριβώς έκανε εκεί ο πατέρας του, όπως και ποτέ του δεν έπιασε στα χέρια του έστω κι ένα σίδερο, από αυτά που μετά από πολλές επεμβάσεις, μετατρεπόταν σε χρήσιμα αγροτικά μηχανήματα. Πως λοιπόν θα έκανε κουμάντο ο γιός του στο εργοστάσιο τους και μάλιστα μόνος του, όταν δεν ήξερε τι ακριβώς έπρεπε να κάνει, προκειμένου να διατηρηθεί αυτό στο επίπεδο που το ανέβασε με πολύ κόπο ομολογούμενος ο πατέρας του;

Σε κατ’ ιδίαν κουβέντες που είχα κατά καιρούς με τον φίλο και περίπου συνομήλικό μου, εντόπισα το κόμπλεξ του, γι’ αυτό και πολλές φορές τον συμβούλεψα να  παραμείνει δίπλα από τον πατέρα του ως καλός μαθητής, αν βέβαια ήθελε να διαχειριστεί σωστά την επιχείρηση που ούτως ή άλλως θα κληρονομούσε μια μέρα.

Αυτός όμως επέμενε να ενισχύει το κόμπλεξ του. Κι αυτό που έκανε, ήταν να αναζητά άλλον εργασιακό χώρο, μέσα από τον οποίο θα μπορούσε να αποδείξει στον πατέρα του πρωτίστως, ότι κι αυτός μπορούσε να παρουσιαστεί άξιος κι εκ του μηδενός μάλιστα ξεκινώντας τις προσπάθειές του.

Με την επίσκεψη που μου έκανε λοιπόν, αυτό ήρθε να μου τονίσει για πολλοστή φορά, ότι εντόπισε τελικά προς πιά επαγγελματική κατεύθυνση ήθελε να κινηθεί, ικανοποιώντας το ψυχοφθόρο αλλά και ζημιογόνο κόμπλεξ του, με την διαφορά όμως, ότι θέλησε να συμμετάσχω κι εγώ στις προσωπικές του επιδιώξεις, λόγω της σχέσης που είχα με το αντικείμενο  της επιλογής του.

Από τον πατέρα του βέβαια τον γνώρισα κι από το αντικείμενο που του ανέθεσε ο πατέρας του δηλαδή να ασχολείται στο εργοστάσιό τους, αφού δεν ήθελε να μπει στην παραγωγή τους πρώτα όπως έπρεπε, ώστε να ξέρει τι κατασκεύαζαν εκεί και κάτω από ποιες διαδικασίες γινόταν αυτό και μετά να περάσει στα διοικητικά για περισσότερες σπουδές, αφού από την αρχή έπρεπε να ξεκινήσει κι από το μηδέν αφού όπως είπαμε τίποτε δεν ήξερε από την δουλειά τους.

Αυτός όμως ήθελε να γίνει απευθείας διευθυντής κι αφού ο πατέρας του δεν συμφωνούσε με την επιμονή του, του επέτρεψε μεν να εργάζεται στα γραφεία, αλλά και για να δοκιμάσει τις δυνάμεις του, του ανέθεσε να ενδιαφέρεται, μόνον για την διαδικασία της εισαγωγείς των εξαρτήματα τους από την Ιταλία. Αυτά βέβαια μέσω της εταιρείας που εγώ εργαζόμουν εισήγαγαν, αφού από παλαιότερα τους είχα πελάτες μας, οπότε ήταν λογικό να έχω κι εγώ καλή, αλλά και εμπιστοσύνης σχέση μαζί τους.

Συναναστρεφόμενος λοιπόν μαζί μου ο εν λόγο γιός του εργοστασιάρχη και ασχολούμενος αρκετά με τις διεθνείς μεταφορές, έμαθε μερικά πράγματα από τον συγκεκριμένο χώρο κι επειδή νόμισε ότι αυτά ήταν αρκετά, σκέφτηκε να κάνει μια δική του εταιρεία διεθνών μεταφορών κι αυτό ήταν το αντικείμενο με το οποίο ήθελε να ασχοληθεί προκειμένου να αποδείξει τις δυνατότητές του. Κι επειδή μόνος του δεν βασιζόταν να το κάνει, ήρθε να μου προτείνει το ενδεχόμενο, να κάνουμε από κοινού την επιχείρηση που σκέφτηκε να δρομολογήσει.

Εκείνο το διάστημα βέβαια, έψαχνα κι εγώ να βρω μια άλλη εργασία, αλλά όχι κατ’ ανάγκη στον χώρο που ήδη εργαζόμουν. Το ότι έψαχνα εγώ να βρω κάπου αλλού μια δουλειά για μένα, ήταν λογικό, αφού στην εταιρεία που διέθετα το δυναμικό μου, δεν υπήρχε πλέον κανένα μέλλον.

Γι’ αυτόν όμως, ήταν εντελώς παράλογο να βρίσκεται στην διαδικασία ανεύρεσης άλλης εργασίας και μάλιστα, έξω από το εργοστάσιο της οικογένειάς του, αφού κληρονόμος του θα ήταν σε λίγα χρόνια. Αυτό λοιπόν σκεπτόμενος του έλεγα και πάλι με φιλική διάθεση.

– Από καιρό τώρα προσπαθώ να σου βγάλω αυτήν την σκέψη από το μυαλό σου, αλλά δεν τα καταφέρνω. Καλά θα κάνεις να ξεχάσεις αυτό που έχεις στο μυαλό σου και να αφοσιωθείς στο εργοστάσιο που σου αφήνει ο πατέρας σου. Έξω απ’ αυτό, δεν είναι σίγουρο ότι θα βρεις αυτό που σου λείπει και προπαντός δεν χρειάζεται να αποδείξεις τίποτε και σε κανέναν. Έχεις ένα καλό όνομα από τον πατέρα σου και εξαιτίας αυτού, χαίρεις της εκτιμήσεως όλων μας. Τι παραπάνω από αυτό θα μπορέσεις να προσθέσεις στον εαυτό σου, αν αφοσιωθείς σε κάτι, που εκ των πραγμάτων βρίσκεται εντελώς έξω από τον χώρο του εργοστασίου σου;

– Θέλω να κάνω κάτι από μόνος μου. Κατάλαβες; Να το αρχίσω από την αρχή και να το κάνω μεγάλο με τις δικές μου δυνάμεις. Αυτό θέλω.

– Καλά είναι να ονειρεύεται κανείς, όταν δεν έχει που να πατήσει κι από που να ξεκινήσει. Δεν είναι όμως λίγο παράλογο, να ονειρεύεσαι εσύ που έχεις την δυνατότητα και μπορείς να ξεκινήσεις από εκεί που είσαι τώρα και να πας ακόμη ψηλότερα εφόσον το θέλεις;

– Αυτό είναι δικό μου θέμα και δεν σε αφορά. Θα έρθεις μαζί μου στην Ιταλία όμως, ώστε να δούμε πως και με ποιους θα συνεργαστούμε; Ναι ή όχι;

Αυτά επέμενε να μου λέει αυτός κι αφού δεν ήθελε να κουβεντιάσει περισσότερο το θέμα, υποχρεώθηκα ότι θα του απαντήσω.

– Θα έρθω του είπα μετά από λίγες μέρες. Με την προϋπόθεση όμως, ότι θα εξετάσω κι εγώ το ενδεχόμενο να σταθεί η επιχείρηση που ζητάς να συμμετέχω. Και θα συμμετάσχω σ’ αυτήν, εφόσον δω ότι όντως υπάρχουν οι δυνατότητες που απαιτούνται, αλλά και θα δεχθώ μια τέτοια συμμετοχή, αν δω πρωτίστως, ότι καλύπτονται και τα δικά μου φτωχά ενδιαφέροντα. Εν τάξει;

Καταλαβαίνω είπε αυτός κι έτσι πήρα την απόφαση να πάω μαζί του στην Ιταλία, προκειμένου να δω κι εγώ από κοντά όσα αυτός έβλεπε ότι θα ήταν εύκολο να πραγματοποιηθούν. Κι εφόσον μου εξήγησε τον τρόπο που θα πηγαίναμε, τις προϋποθέσεις διαμονής μας για τρείς μέρες εκεί και τα λοιπά, όπως και την ημέρα που θα επιχειρούσαμε την επίσκεψής μας, περίμενα την ειδοποίησή του.

Αυτήν περιμένοντας λοιπόν, ζήτησε να με συναντήσει κι ο γαμπρός του ένα απόγευμα και μάλιστα το απόγευμα της προηγουμένης από την αναχώρηση μας, τον οποί και συνάντησα βέβαια. Από όσα κουβεντιάσαμε εκεί όμως, διαπίστωσα ότι ήξερε κι αυτός για τις κινήσεις του κουνιάδου του, όπως ήξερε και για την δική μου συμμετοχή στα δικά του όνειρα. Κι αφού του ανέφερα λεπτομερώς την πρόταση που μου έκανε ο κουνιάδος του, τον άκουσα να μου λέει με αγωνία.

– Δεν πιστεύω να δέχτηκες και να συνεταιριστείς μαζί του;

– Με ξέρεις και σε ξέρω. Από καιρό προσπαθώ να τον αποτρέψω από αυτό το σκεπτικό, αλλά δεν με ακούει.

Μετά από αυτήν την στιχομυθία, κάθισα και του εξήγησα, όλα όσα είπα κατ’ ιδίαν στον κουνιάδο του πριν υποχρεωθώ να του απαντήσω θετικά για την επίσκεψη μου στην Ιταλία κι αφού ευχαριστήθηκε αυτός από την δική μου στάση, έληξε εκεί το θέμα. Με κάλεσε κι αυτός όμως εκεί με την σειρά του, αφού κι αυτός θα ερχόταν μαζί μας όπως μάθαινα, αλλά και την γνώμη του μου έλεγε.

– Ας εξετάσουμε το ενδεχόμενο να βρει κάποια συνεργασία με Ιταλούς μεταφορείς όπως υπολογίζει κι αφού δει από μόνος του, ότι δεν είναι και τόσο εύκολο αυτό που σκέφτεται να κάνει, ίσως και να πάψει να το μελετά, πράγμα που πολύ στεναχωρεί τον πεθερό μου. Εγώ βέβαια θα του μεταφέρω αυτά που είπαμε μαζί απόψε κι όταν με το καλό επιστρέψουμε από την Ιταλία, τότε θα κάνουμε οι δυό μας και μια κατ’ ιδίαν κουβέντα με τον πεθερό μου. Δεν σου κρύβω δε, ότι θέλει να ακούσει και την δική σου γνώμη αυτός για το θέμα που μας αφορά κι όπως ξέρεις, πολύ σε εκτιμά.

Το ξέρω του είπα κι όπως ήταν αναγκαίο πια αυτό, του υποσχέθηκα ότι θα συζητήσω το θέμα με τον πεθερό του επιστρέφοντας κι έτσι, βρεθήκαμε τελικά στην Ιταλία για τον λόγο που σας προανέφερα.

Όταν φτάσαμε λοιπόν εκεί κι εξετάσαμε από κοντά το ενδεχόμενο να κάνουμε κάποια συνεργασία με τους Ιταλούς, για το θέμα που τους επισκεφτήκαμε, από μακριά φαινόταν ότι τα πράγματα δεν ήταν καθόλου έτσι όπως ο φίλος και πελάτης μου τα σκεπτόταν. Με λίγα λόγια κι εκ των πραγμάτων διαπιστώθηκε αυτό, ότι άδικα κάναμε εκείνο το ταξίδι, αφού τίποτε το ενθαρρυντικό δεν μας προέκυψε. Και για να φτάσουμε σ’ αυτό το αποτέλεσμα, χρειάστηκε να ταξιδέψαμε σ’ όλη την Ιταλία για τον συγκεκριμένο σκοπό και να την διανύσαμε δύο φορές μάλιστα από πάνω μέχρι κάτω.

Χρησιμοποιήσαμε δε, όλα τα μέσα μεταφοράς και κάναμε πολλά χιλιόμετρα ταξιδεύοντας μέχρι να δούμε τόσα όσα θα ήταν αρκετά πριν καταλήξουμε στο μηδενικό αποτέλεσμα. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες ήμασταν στους δρόμους όλοι μαζί, ο φίλος μου κι εγώ δηλαδή, ο γαμπρός του, ο πωλητής του κι ένας ακόμη συνεργάτης του.

Είδαμε και μελετήσαμε εκεί όλα όσα θέλαμε και μας ενδιέφεραν, αλλά δυστυχώς γι’ αυτόν, τα πράγματα δεν ήταν καθόλου έτσι όπως νόμιζε, ή ήθελε να νομίζει κι αυτό ήταν κάτι που όντως μας προβλημάτισε.

Αυτός βέβαια πολύ στεναχωρήθηκε κι αφού δεν του ήταν εύκολο να μαλώσει τον εαυτό του για όσα λανθασμένα σκεφτόταν, πίεζε εμένα μετά να δεχθώ την συνεργασία που μου πρώτινε, έστω κι αν δεν συμφωνούσα με την πιθανότητα να σταθεί στην αγορά αυτό που επιδίωκε. Ήταν δε αποφασισμένος να μην υποχωρήσει από την αρχική του ιδέα και για να μη φανεί στα μάτια των δικών του, ως πρόχειρος και ονειροπόλος, όπως πολύ φοβόταν ότι θα γίνει. Παρουσίαζε την ιδέα του πολύ σπουδαία κι εμένα με απειλούσε λέγοντας, ότι δεν θα μου δώσει άλλη δουλειά στο μέλλον, εφόσον δεν ήθελα να συνδεθώ με τα όνειρά του.

Στεναχωρήθηκα μπορώ να πω με την συμπεριφορά του φίλου μου και η στεναχώρια μου επηρέασε όλους όσους μας συνόδευαν, όπως και τον γαμπρό του ασφαλώς, ο οποίος συμμεριζόταν την επιφυλακτικότητα που έδειξα στο θέμα που μας απασχολούσε και για να καλμάρει κάπως την στεναχώρια μου, ετοίμασε ένα ταξιδάκι με τρένο για τους δυό μας, το οποίο κι επιχειρήσαμε βέβαια το επόμενο πρωινό, πηγαίνοντας μέχρι την Βενετία.

Μπροστά στην επιμονή του να τον συνοδεύσω λοιπόν, τον ακολουθούσα αν και χωρείς καμιά διάθεση είναι αλήθεια, η οποία και με παρουσίαζε σκοτεινό κατά κάποιο τρόπο. Αυτήν την κακοκεφιά όμως την διατηρούσα κι όταν ακόμη βρεθήκαμε στον σιδηροδρομικό σταθμό της Μάντοβα, αφού εκεί ήταν το ξενοδοχείο που μέναμε και από εκεί θα παίρναμε το τρένο για την Βενετία. Βλέποντας με ακόμη κακόκεφο, θέλησε να με κάνει να γελάσω την ώρα που στηθήκαμε να περιμένουμε την άφιξη του τρένου κι αυτά μου έλεγε.

– Με την γυναίκα μου ρε συ σκεφτόμουν να κάνω αυτό το ταξίδι στην Βενετία και δες τώρα τι παθαίνω. Το κάνω μαζί σου.

Δεν του απάντησα βέβαια, αλλά κι αφέθηκα να κοιτώ το ρολόι του σταθμού, ελπίζοντας να έρθει σύντομα το τρένο της επιλογής μας. Όπως μας διαβεβαίωναν όμως τα εισιτήριά μας, το συγκεκριμένο τρένο, θα εμφανιζόταν στον σταθμό εννιά και έντεκα ακριβώς. Αυτό το ενδεχόμενο σκεπτόμενος, σχολίαζα μόνος μου την λεπτομέρεια του εισιτηρίου, γι’ αυτό κι έλεγα στον εαυτό μου. Αν έρθει αυτό με μια ώρα καθυστέρηση, μάλλον λογική θα μου φανεί.

Δεν πρόλαβα να τελειώσω την σκέψη μου όμως κι έκανε την εμφάνισή του το τρένο. Τα έχασα με την ακρίβεια της άφιξής του, αλλά ποιο πολύ από εμένα τα έχασε ο συνοδός μου, ο οποίος κι έλεγε φωναχτά την σκέψη του.

– Το είδες ρε; Εννιά και έντεκα έλεγε στον πίνακα ότι θα γίνει η άφιξη, εννιά και έντεκα ήρθε. Τα δικά μας τα τρένα ρε συ, το ίδιο κάνουν;

Άσε τώρα τις συγκρίσεις του έλεγα και μπήκαμε γρήγορα στο τρένο, γιατί μόνο ένα λεπτό χρόνο μας έδιναν για την επιβίβαση μας, πράγμα που έδωσε αφορμή στον συνοδό μου να επεκτείνει τις παρατηρήσεις του.

– Πω, πω? Τέλια είναι η οργάνωση που έχουν.

Μελαγχολήσαμε είναι αλήθεια, συγκρίνοντας την αδυναμία που είχε το δικό μας σιδηροδρομικό δίκτυο τότε, σε σχέση με αυτό της Ιταλίας, οπότε έλεγε και πάλι φωναχτά την σκέψη του αυτός.

– Δεν είσαι σίγουρος αν θα φύγεις σήμερα με το δικό μας σιδηροδρομικό δίκτυο, όχι αν θα φύγεις στο επόμενο λεπτό, όπως μπορούν και κάνουν αυτί εδώ στην Ιταλία.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *