Το Πλυντήριό Μας Και Το Κάλεσμα Του Γείτονά Μας Σε Βοήθεια

Τις στοιχειώδεις γνώσεις ηλεκτρολογίας, τις απέκτησα από μικρός όπως πολλές φορές το έχω αναφέρει. Από τότε και μετά όμως, όποια βλάβη κι αν παρουσιάζετε στις συσκευές του σπιτιού μας, πρώτος εγώ την εξετάζω και μετά απευθύνομαι σε τεχνικό αν υπάρχει λόγος. Κι αυτό πάλι το κάνω τότε κι όταν πια έχω εντοπίσει την βλάβη και βλέπω ότι δεν μπορώ να την αντιμετωπίσω μόνος μου, είτε γιατί μου λείπουν τα κατάλληλα εργαλεία, είτε γιατί η βλάβη είναι τέτοια, που απαιτεί πιο εξειδικευμένες γνώσεις.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, καθόλου δεν διστάζω να βάλω τα χέρια μου εκεί κι όπου παρατηρώ να υπάρχει βλάβη, όπως έκανα δηλαδή κι ένα απόγευμα επιστρέφοντας από την δουλειά μου, όταν άκουσα την γυναίκα μου να μου λέει, ότι της χάλασε το πλυντήριο ρούχων.

– Χάλασε το πλυντήριο μας. Πλένει μεν αυτό, αλλά δεν στύβει τα ρούχα. Δεν είχα ιδέα για το τι είδους βλάβη θα μπορούσε να ήταν, αλλά κι έσκυψα από συνήθεια να δω στο πίσω μέρος του πλυντηρίου, μήπως κι εκ της παρατηρήσεως και μόνον, εντόπιζα την βλάβη του, πριν ακόμη χρειαστεί να καλέσω τον ιδικό.

Εξέτασα τα πάντα εκεί πίσω από το πλυντήριο είναι αλήθεια και το έκανα μάλιστα αυτό πολύ προσεκτικά, αλλά δεν μπόρεσα τελικά να εντοπίσω το είδος της βλάβης. Για να μην χασομερώ λοιπόν, συμβουλεύτηκα την πείρα ενός φίλου ηλεκτρολόγου, ο οποίος δεν άργησε να με πληροφορήσει, ότι τα μοτέρ των πλυντηρίων είναι διπλά κι ότι του ενός μάλλον η περιέλιξη κάηκε κι αυτός μάλλον ήταν ο λόγος που δεν έστυβε τα ρούχα.

Αφού εκεί εντοπίστηκε η βλάβη του πλυντηρίου μας, ήταν πολύ εύκολο μετά για τις δικές μου γνώσεις, να βγάλω το μοτέρ από την θέση του, όπως και να βεβαιωθώ για όσα με πληροφόρησε ο ηλεκτρολόγος φίλος μου. Κι εφ’ όσων βεβαιώθηκα ότι είχε δίκαιο αυτός, την επομένη κιόλας, πήγα το μοτέρ σε έναν άλλον φίλο, ο οποίος αυτήν ακριβώς την δουλειά έκανε, περιελίξεις δηλαδή στα μοτέρ.

Όταν μπήκα στο εργαστήριό του όμως, τα έχασα βλέποντας εκεί μέσα ένα ολόκληρο βουνό από μοτέρ πλυντηρίων, τα οποία μάλλον περίμεναν την περιέλιξη τους. Πριν καλά, καλά τον χαιρετήσω λοιπόν, του έλεγα αυθόρμητα την σκέψη μου, αλλά και του έδειχνα το δικό μου.

– Ωχ? Πότε θα έρθει η σειρά του δικού μου?

– Δεν χρειάζεται ρε να έρθει η σειρά σου. Να. Πάρε ένα άλλο και καινούριο μάλιστα. Όλα αυτά που βλέπεις εδώ, είναι μοτέρ από αυτά που μου τα φέρνουν οι τεχνικοί για τον ίδιο λόγο. Μόνον που αυτά εδώ, δεν έχουν καμιά βλάβη. Δεν δουλεύουν τα πλυντήρια για κάποιον ασήμαντο λόγο και για να μη φύγουν αυτοί από την βλάβη, χωρίς να πάρουν κάτι σοβαρό για την επίσκεψη τους, αναγκάζονται να αλλάζουν τα μοτέρ των πλυντηρίων, με την δικαιολογία ότι δήθεν είναι χαλασμένα. Τα φέρνουν σ‘ εμένα στην συνέχεια, τα οποία και τους τα αγοράζω για χίλιες δραχμές.

Άφωνος έμεινα από όσα άκουγα και μην μπορώντας να κάνω κάτι για την απάτη που έβλεπα, του έλεγα φανερά το σκεπτικό μου.

– Πω? πω? Ξέρεις ρε συ πως λέγεται αυτό που κάνετε;

– Όχι εγώ. Εγώ τα αγοράζω από αυτούς. Εκείνοι τα φέρνουν σ’ εμένα ως χαλασμένα.

– Και λοιπόν; Αν δεν κλέβεις άμεσα, δεν κλέβεις έμεσα με το να τα αποδέχεσαι; Εγώ πάντως, δεν θέλω να πάρω ένα τέτοιο και κλεμμένο μοτέρ. Ή θα μου δώσεις ένα καινούριο, καινούριο, ή θα κάνεις περιέλιξη το δικό μου. Διάλεξε.

Μη μπορώντας να κάνει διαφορετικά πια αυτός, μου έδωσε τελικά ένα άλλο, ενώ μου έλεγε γελώντας, ότι αυτό που μου έδινε ήταν τέτοιο κι όπως ακριβώς του το ζήτησα. Κι επειδή ούτως ή άλλως δεν θα μου έπαιρνε χρήματα, μου το έδωσε λέγοντας, ότι ήταν το δικό του μοτέρ.

– Αυτό που σου δίνω, είναι από το δικό μου πλυντήριο. Μου το άλλαξε ένας φίλος τεχνικός, αλλά από όντως λανθασμένη διάγνωση.

Πήρα λοιπόν το δικό του μοτέρ όπως μου το υποσχέθηκε, αν και το έκανα με κάποιον δισταγμό θα έλεγα κι αφού δεν ήθελα να μάθω περισσότερα για την συμπεριφορά τους, επέστρεψα στο σπίτι μου. Όταν έφτασα εκεί όμως, είδα να κατεβαίνει από την διπλανή οικοδομή ένας μάστορας, ο ποιος κρατώντας στα χέρια του ένα παρόμοιο μοτέρ, έλεγε στον γείτονά μας, καθώς τον ακολουθούσε μέχρι να βρεθούν παρέα στο πεζοδρόμιο. Ο γείτονας μας βέβαια ήταν αστυνομικός ως προς την επαγγελματική του ιδιότητα και μάλιστα διευθυντής των ΜΑΤ από όσα ξέραμε γι’ αυτόν, με τον οποίο όμως δεν είχαμε τίποτε παραπάνω από μια καλημέρα κι αυτήν πάλι, από μακριά την λέγαμε.

Πρώτη μου φορά δηλαδή τον συνάντησα στον δρόμο κι από τόσο κοντά μάλιστα και με αυτήν την ευκαιρία, μου έλεγε κι αυτός, ότι μάλλον την ίδια βλάβη είχαμε, αφού είδε να κρατώ στα χέρια μου το δικό μου μοτέρ.

Μετά από αυτό όμως, επόμενο ήταν ότι θα του έλεγα όλα όσα έμαθα εκείνη την ημέρα για τα μοτέρ, ο οποίος και θορυβήθηκε είναι αλήθεια,  αλλά είχε φύγει πια ο μάστορας του, οπότε δεν ήταν δυνατόν να κάνουμε κάτι, ώστε να διαπιστώσουμε αν πράγματι του είχε πει αλήθεια για το δικό του μοτέρ. Αν ήταν δηλαδή, ή όχι χαλασμένο.

Μαζί με το μοτέρ τους όμως, τους πήρε φεύγοντας αυτός κι ένα άλλο εξάρτημα, με την δικαιολογία, ότι αυτά τα δύο ήταν αλληλένδετα όπως τους είπε, οπότε έπρεπε να τα αλλάξει και τα δύο. Η βλάβη πάντως, ήταν ίδια με αυτήν που παρουσίαζε το δικό μας πλυντήριο, αν και στο δικό μας δεν υπήρχε παρόμοιο εξάρτημα, όπως αυτό που μου περιέγραφαν.

Με αυτήν ευκαιρία πάντως, συνεχίσαμε να κουβεντιάζουμε κι από τα μπαλκόνια μας στο εξής, δεδομένου στον τρίτο όροφο έμενε κι αυτός με την οικογένεια του και στην διπλανή με την δική μας πολυκατοικία.  Κάθε φορά που το κάναμε αυτό όμως, γελούσαμε όπως καταλαβαίνετε εκεί κι όλοι μαζί, με όσα τα μαστόρια μπορούν να μας κοροϊδέψουν, αφού μας βρίσκουν ανίδεους κι αφού πολλές φορές έλεγε η σύζυγος του, ότι της πήρε και το επιπλέον εξάρτημα με την δικαιολογία ότι ήταν fix.

Επεκτείναμε δηλαδή τις κουβέντες μας όπως και την γειτονική μας σχέση, οπότε και κουμπάροι γίναμε αργότερα, όταν μας βάφτισαν αυτοί το τρίτο μας παιδί, αλλά και με όσα μας συνέβησαν τότε, επιβεβαιώθηκε ακόμη μια φορά η άποψη, ότι όντως και δεν είναι πρακτικό, να φωνάζουμε μάστορα στο σπίτι, πριν διαπιστώσουμε εμείς πρώτα από όλους, ποια ακριβώς είναι η βλάβη που έχουν τα μηχανήματα μας, αν βέβαια μπορούμε να το κάνουμε αυτό.

Μετά από λίγο καιρό όμως, σηκώθηκε την νύχτα ο γείτονάς μας και διευθυντής των ΜΑΤ, προκειμένου να πάει προς νερού του και για κακή του τύχη όπως έλεγε κι ο ίδιος, είχε τρεις γυναίκες στο σπίτι του κι αυτές από μόνιμη συνήθεια, παρατούσαν τα εσώρουχα τους όπου έβρισκαν.

Ήταν βιαστικός και νυσταγμένος εκείνη την ώρα, γι’ αυτό και βάδιζε σύριζα με τον τοίχο του χολ που ακολουθούσε, ψάχνοντας συγχρόνως να βρει στα σκοτεινά και τον διακόπτη, προκειμένου να ανάψει τα φώτα. Έτσι όπως βάδιζε όμως, σβαρνίζοντας τα πόδια του δηλαδή, δεν πρόσεχε καθόλου τις κινήσεις του, με αποτέλεσμα να ρίξει στο πέρασμα του, το εσώρουχο της μιας από τις κόρες του, η οποία το είχε κρεμασμένο στο εξωτερικό πόμολο της πόρτας του δωματίου της.

Αυτό βέβαια δεν ήταν χωρείς επιπτώσεις για τον διευθυντή των ΜΑΤ, αφού χωρείς να καταλάβει πώς έγινε, μπήκαν τα δυό του πόδια μέσα στις υποδοχές του εσώρουχου κι όπως ήταν αναμενόμενο, μπερδεύτηκαν αυτά εκεί μέσα, οπότε χάνοντας την ισορροπία του έπεσε φαρδύς πλατύς στο πάτωμα.

Θεωρώντας όμως, ότι μάλλον κάποιος κακός βρισκόταν στο σπίτι του εκείνη την ώρα κι ότι εκείνος τον έσπρωξε να πέσει, πολύ φοβήθηκε από αυτό το ενδεχόμενο. Και δεν φοβήθηκε μόνον, γιατί και τις φωνές έβαλε και σε βοήθεια καλούσε στην συνέχεια. Δεν ήταν και λίγες αυτές όπως καταλαβαίνετε κι έτσι, όλοι στην γειτονιά μας τις άκουσαν.

Μέσα στον ύπνο μου δηλαδή κι εγώ άκουσα κάποιον να καλεί σε βοήθεια κι αυτό με υποχρέωσε να φύγω τρέχοντας από την κρεβατοκάμαρά μας, κατευθυνόμενος προς το μπαλκόνι μας, προκειμένου να δω ποιος και γιατί ζητούσε βοήθεια, αλλά και δεν μπόρεσα να καταλάβω, ούτε ποιος ήταν, αλλά ούτε κι από που ερχόταν οι φωνές του.

Μαζί με μένα όμως, βγήκαν στα μπαλκόνια τους και πολλοί άλλοι από τους γείτονές μας, ανάμεσα στους οποίους ήταν κι αυτός που έμενε στο απέναντι από το δικό μας ρετιρέ κι αφού άκουγε αυτά που κουβεντιάζαμε με τους υπόλοιπους, μου έλεγε κι αυτός την άποψη του, για τον εντόπιζε τις φωνής που ακούγαμε.

Ο διπλανός σου φωνάζει έλεγε με σιγουριά κι επειδή ήξερα την ιδιότητα του, έβαζα κι εγώ με τον νου μου, ότι μάλλον κάποιοι του επιτέθηκαν. Δεν μπορούσα να μείνω αδρανής στο κάλεσμά του όμως, οπότε άρπαξα μια σκάλα που είχα πρόχειρα τοποθετημένη στο μπαλκόνι, με την βοήθεια της οποίας προσπαθούσα να ενώσω τα μπαλκόνια μας, αφού αυτά δεν απείχαν και πολύ μεταξύ τους.

Πάτησα στην συνέχεια πάνω σ’ αυτήν και προσεκτικά κινούμενος εκεί μη βρεθώ στο κενό, επιχειρούσα να περάσω από το δικό μας, στο δικό τους μπαλκόνι, απ’ όπου και είχα σκοπό να μπω στο εσωτερικό του σπιτιού τους, ελπίζοντας βέβαια ότι θα μπορούσα να τον βοηθήσω. Την στιγμή που πατούσα όμως στην ξαπλωμένη σκάλα, σταμάτησε αυτός να φωνάζει, οπότε έλεγα κι εγώ μέσα μου.

– Πάει. Τον έφαγαν τον άνθρωπο.

Εγώ βέβαια αυτό έβαλα με τον νου μου, αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος που σταμάτησε αυτός να φωνάζει. Ξύπνησε και γυναίκα από τις φωνές του κι αφού άκουσε τον θόρυβο που έκανε αυτός πέφτοντας στο πάτωμα, έτρεξε κοντά του προκειμένου να δει τι του συνέβαινε κι έτσι άναψε τα φώτα, ώστε να βλέπει καλύτερα.

Βλέποντας τον άντρα της πεσμένο στον διάδρομο και το βρακί της κόρης τους στα πόδια του, κατάλαβε τι έγινε κι έτσι τον απελευθέρωσε. Αφού τον βοήθησε να σηκωθεί στην συνέχεια, γελούσε μετά και με το πάθημα του, οπότε έπαψε κι αυτός να φωνάζει. Άκουσε όμως και τον θόρυβο της σκάλας που έριξα εγώ στο μπαλκόνι τους, γι’ αυτό και βγήκε έξω να δει τι γίνεται. Βλέποντας κι εμένα πάνω στην σκάλα, της ήταν αδύνατον να σταματήσει τα γέλια κι όπως καταλαβαίνετε, με μισόλογα μπόρεσε να μου πει τα παρακάτω.

– Μην έρχεσαι. Έπεσε κάτω, γιατί μπερδεύτηκαν τα πόδια του στο βρακί της μικρής μας. Αυτός είναι ο λόγος που καλούσε σε βοήθεια. Νόμισε μάλλον, ότι κάποιος παρείσακτος τον έσπρωξε να πέσει.

Αυτά μου εξηγούσε μέχρι να κατέβω εγώ από την σκάλα και να την βάλω στην θέση της, αλλά μαζί μ’ εμένα, άκουσαν και οι υπόλοιποι εκ των γειτόνων μας τα συμφραζόμενα, οι οποίοι βέβαια, με φωνή γελούσαν για το πάθημα του χωροφύλακα όπως τον αποκαλούσαν. Περισσότερο από όλους όμως, γελούσε ο γείτονας μας, αυτός δηλαδή που έμενε στο απέναντι από το δικό μας ρετιρέ. Πειραγμένος κι ο αστυνομικός από τα δικά του γέλια, του έλεγε με θυμό τα παρακάτω, όταν κι αυτός πια βγήκε στο δικό τους μπαλκόνι να δει τι γίνετε.

– Τι γελάς ρε τόσο πολύ; Δεν έτυχε και σε σένα να σκαλώσεις κάπου και να πέσεις;

Ο γείτονας μας όμως γελούσε και πιο πολύ γελούσε, γιατί αυτό που τον έριξε κάτω, δεν ήταν κάποιος που είχε αντιπάθεια προς τους μπάτσους όπως αρχικά πιστέψαμε, αλλά η άτακτη τοποθέτηση που έκανε η κόρη του στα εσώρουχά της.

Μιχάλης Αλταλίκης

 

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *