Ο μάγειρας και η συνταγή με το ΚΛΙΝ.

3  Ο μάγειρας μας ήταν καλός στην υπηρεσία του, αλλά τεμπέλιαζε και λίγο. Όταν είχε διάθεση όμως, μας έκανε τέτοια φαγητά στο στρατόπεδο, που ούτε στα σπίτια μας μπορούσαμε να βρούμε. Τον συμπαθούσαμε όλοι για τους παραπάνω λόγους, γι’ αυτό και πολύ στεναχωρηθήκαμε μια μέρα, όταν ένα ατύχημα τον έφερε αντιμέτωπο με την ψυχική του ισορροπία.
Μας είχε μαγειρέψει πατάτες με κρέας στον φούρνο το απόγευμα εκείνης της ημέρας κι εγώ όπως πάντα έφαγα πρώτος, αφού έπρεπε να μεταφέρω τους αξιωματικούς μας στα σπίτια τους. Με ρώτησαν όμως όσοι είδαν να βγαίνω φαγωμένος από τα εστιατόρια.
– Τι φαγητό έχουμε ρε; Καλό είναι;
Τους βεβαίωσα λοιπόν με την σειρά μου, ότι και καλό ήταν και νόστιμο ήταν. Αμέσως μετά, πήρα τους αξιωματικούς μας και τους πήγα στα σπίτια τους. Επιστρέφοντας όμως, πέρασα για λίγο από το καθαριστήριο, προκειμένου να πάρω από εκεί την καθαρισμένη στολή ενός εκ των αξιωματικών μας.
Έπιασα μεγάλη κουβέντα με τον υπεύθυνο του καθαριστηρίου, γι’ αυτό και καθυστέρησα αρκετά την επιστροφή μου στο στρατόπεδο. Όταν πια πήρα την απόφαση να φύγω από εκεί, αναγκάστηκα να ανάψω τα φώτα του λεωφορείου στον δρόμο, αφού ήταν χειμωνιάτικος ο μήνας και όπως γίνεται σ’ αυτούς τους μήνες, σκοτείνιασε γρήγορα.
Σε πέντε λεπτά βρέθηκα έξω από το στρατόπεδο βέβαια, αλλά το βρήκα να καλύπτεται από πλήρη συσκότιση και αυτό με υποχρέωσε να ψάχνω μέσα μου το ενδεχόμενο να ξέχασα κάτι πολύ σοβαρό.
Επειδή δεν έβρισκα με τι να συνδέσω εκείνη την συσκότιση, στάθηκα στην πύλη του στρατοπέδου, προκειμένου να μάθω από τον σκοπό της τον λόγο της ύπαρξης της. Αυτός όμως δεν ήταν στην θέση του. Έλειπε. Και όχι μόνον έλειπε, αλλά άφησε σηκωμένη την μπάρα του στοπ να κοιτάει τον ουρανό. Επέτρεπε δηλαδή στον οποιονδήποτε περνούσε έξω από το στρατόπεδο, να μπει μέσα ανενόχλητος.
Αν έβλεπε ο διοικητής μας την πύλη του στρατοπέδου μας αφύλαχτη, θα τους περνούσε όλους από στρατοδικείο. Προκειμένου να περιορίσω κάπως αυτό το ενδεχόμενο, στάθμευσα το λεωφορείο μου στην πύλη και έκλεισα με τον όγκο του την είσοδο του στρατοπέδου.
Κατέβηκα απ’ αυτό στην συνέχεια και έψαχνα παντού εκεί γύρω τον σκοπό, αφού όπως ήταν σίγουρο, κινδύνευε από πολύ σοβαρό παράπτωμα. Αυτός όμως δεν ήταν πουθενά. Εκείνο όμως που μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση, ήταν το ότι έβλεπα τους στρατιώτες να τρέχουν σαν παλαβοί στα σκοτεινά και να πηγαίνουν μια πάνω και μια κάτω μέσα στο στρατόπεδο, χωρείς να μπορώ να δικαιολογήσω την συμπεριφορά τους.
Μου φαινόταν ανεξήγητο αυτό, γιατί αν είχαμε νυχτερινή άσκηση, αυτό έπρεπε να το ξέρω πρώτα εγώ, για να φέρω τους αξιωματικούς μέσα. Αν πάλι είχαμε κάποιον εκπαιδευτικό συναγερμό, για τον ίδιο λόγο, πάλι εμένα έπρεπε να ενημερώσουν πρώτα.
Ανησύχησα λοιπόν, μη τυχόν και μου το είπαν, αλλά το ξέχασα, γι’ αυτό και έψαχνα ποιον να βρω, ώστε να απαντήσω τα ερωτήματα μου. Είδα όμως τον σκοπό να έρχεται επιτέλους, γι’ αυτό και ετοιμάστηκα να ρωτήσω αυτόν τουλάχιστον για τον λόγο που το στρατόπεδο ήταν σε συσκότιση, όπως και τον λόγο που έλειπε αυτός από την σκοπιά του.
Ερχόταν λίγο βαριεστημένα προς το μέρος μου, αλλά εκείνο που με έκανε να απορώ με την συμπεριφορά του, ήταν ότι έσερνε το όπλο του από τον ιμάντα του και τρίκλιζε κάπως βαδίζοντας, σαν να ήταν μεθυσμένος.
Κι ενώ εγώ περίμενα να με πλησιάσει, έκανε στροφή προς τα πίσω αυτός και έφυγε πάλι τρέχοντας προς τα εκεί από όπου ερχόταν.
– Τι γίνεται ρε;
Το είπα στον εαυτό μου αυτό, αφού με τίποτε δεν έβγαζα άκρη μόνος μου. Προχώρησα λίγο προς τον χώρο του διοικητηρίου, ελπίζοντας να βρω εκεί τουλάχιστον κάποιον που να μπορεί να μ’ ενημερώσει για όσα έβλεπα, αλλά ούτε κι εκεί έβρισκα διαθέσιμο. Όλοι τους έτρεχαν αμίλητοι.
Ακόμη και ο χοντρός αξιωματικός υπηρεσίας εκείνης της ημέρας έτρεχε. Τον είδα να βγαίνει τρέχοντας από το διοικητήριο, κάπως βαριά βέβαια, αλλά και να έχει τα παντελόνια του κατεβασμένα μέχρι τα γόνατα. Παρακολουθώντας τον, τον είδα να σταματά στην μέση της αλάνας που είχαμε στο κέντρο του στρατοπέδου και να κάθετε κάτω βογκώντας έτσι, όπως όταν κάνουμε την ανάγκη μας.
Στην πόρτα της πρώτης πυροβολαρχίας όπως έβλεπα, γινόταν μάχη για το ποιος θα βγει πρώτος έξω από εκεί μέσα και όποιος πάλι απ’ αυτούς τα κατάφερνε, έτρεχε κρατώντας τα κατεβασμένα παντελόνια του.
Άνοιξε κάποιος το παράθυρο του θαλάμου τους και από εκεί πετάχτηκαν έξω πέντε ή έξι στρατιώτες και όπως έκαναν οι άλλοι, κρατούσαν και αυτοί τα παντελόνια τους και έτρεχαν βογκώντας.
– Τι έγινε ρε παιδιά; Πέστε και σε μένα κάτι, τους έλεγα. Τι έγινε και τρέχετε έτσι με τα παντελόνια κατεβασμένα; Που πηγαίνετε νυχτιάτικα;
Τσιμουδιά δεν έβγαζαν αυτοί. Κανένας τους δεν απαντούσε, παρά μόνον βογκούσαν και έτρεχαν να προλάβουν, γιατί όποιος δεν έτρεχε πολύ σαν τον χοντρό αξιωματικό, καθόταν όπου έβρισκε.
Πέρασα μέσα από την μεγάλη πλατεία και από την μια άκρη βρέθηκα στην άλλη, εκεί δηλαδή που βρισκόταν η πυροβολαρχία διοικήσεως, στην οποία ανήκα κι εγώ. Κι εκεί όμως, τα ίδια έβλεπα να κάνουν.
Όσοι έβγαιναν έξω απ’ τους θαλάμους, έτρεχαν προς τις τουαλέτες και όσοι πήγαιναν μέχρι εκεί, δεν τους έβλεπα να επιστρέφουν. Απορούσα όμως για τον λόγο, που αυτοί έπαιρναν και τις κουβέρτες τους μαζί.
Σταμάτησα κάποιον και όλος περιέργεια τον ρωτούσα.
– Πού πάτε ρε παιδιά;
– Μη πας στο θάλαμο έλεγε αυτός ενώ έτρεχε. Βρωμάει πολύ εκεί μέσα συμπλήρωνε και έσφιγγε τα δόντια του από την εσωτερική πίεση.
– Όχι μόνον μέσα, αλλά και έξω μυρίζει πολύ άσχημα, του έλεγα, ενώ έψαχνα στα σκοτεινά να δω που να πατήσω, πριν μπω στον θάλαμο μου.
Συνάντησα έναν νέο δόκιμο όμως εκεί, ο οποίος ήταν υπηρεσία εκείνο το βράδυ μαζί με τον χοντρό αξιωματικό. Θέλησα να μάθω απ’ αυτόν τουλάχιστον τον λόγο που είχαν συσκότιση, όπως και τον λόγο που έτρεχαν όλοι με τα παντελόνια στα χέρια.
– Εσύ; Μου είπε εκείνος με απορία. Δεν έφαγες από το φαγητό που είχαμε το απόγευμα;
– Έφαγα, του απάντησα. Γιατί;
– Τότε; Γιατί δεν τρέχεις όπως και οι υπόλοιποι;
– Αφού δεν ξέρω γιατί τρέχουν αυτοί; Γιατί να τρέχω εγώ;
– Αυτούς τους έπιασε κόψιμο είπε. Και από ότι φαίνεται, το φαγητό τους το προκάλεσε. Μόνον εγώ και ο αξιωματικός υπηρεσίας δεν φάγαμε, γι’ αυτό και μαζί με σένα, μόνον εμείς οι τρεις ήμαστε όρθιοι. Όλοι οι υπόλοιποι τρέχουν ανά πέντε λεπτά στις τουαλέτες. Και για να μη βρίσκονται συνεχώς στο πήγαινε έλα, πήραν τις κουβέρτες τους και μένουν εκεί κοντά και γύρω απ’ αυτές. Και ο ηλεκτρολόγος πρέπει να έχει πρόβλημα, συμπλήρωσε. Έπεσαν οι ασφάλειες του στρατοπέδου για κάποιο λόγο και από τότε και μετά τον ψάχνω, αλλά πουθενά δεν τον βρίσκω.
– Τον αξιωματικό υπηρεσίας όμως να τον αφαιρέσεις από τους όρθιους, του είπα, γιατί τον είδα να τρέχει με τα παντελόνια κατεβασμένα, όπως και τον άκουσα να βογκά όταν κάθισε κάτω. Γι’ αυτό λοιπόν. Κάνε κάτι εσύ τώρα. Ενημέρωσε αμέσως τον διοικητή μας για την κατάσταση και πες του ότι μόνον εμείς οι δυο είμαστε όρθιοι.
Θέλοντας να προστατέψω το στρατόπεδο, άφησα το λεωφορείο μου μπροστά στην πύλη, αφού και ο σκοπός της βρίσκετε στις τουαλέτες. Θα πάω τώρα να σταθώ εγώ εκεί. Εσύ όμως, μην χασομεράς. Πήγαινε τώρα να ενημερώσεις τον διοικητή μας. Μετά απ’ αυτό, έλα να με βρεις στην πύλη. Εκεί και μαζί θα περιμένουμε την άφιξη του.
Σε πέντε λεπτά αφότου ενημερώθηκε, ήταν στην πύλη ο διοικητής μας με το δικό του αυτοκίνητο, αφού και ο οδηγός του ήταν στις τουαλέτες.
Μόλις μπήκε μέσα, ζήτησε ανήσυχος εξηγήσεις από τον δόκιμο.
– Τι έγινε κύριε δόκιμε;
Αφού ενημερώθηκε απ’ αυτόν, για την κατάσταση του στρατοπέδου, τον άκουσα να του λέει.
– Έρχονται πίσω από μένα ο γιατρός και οι αξιωματικοί με τα δικά τους μέσα. Θα αντιμετωπίσουμε λοιπόν την κατάσταση όπως πρέπει. Καλά έκανες όμως και ανέλαβες την πρωτοβουλία να μ’ ενημερώσεις, αφού είδες τον αξιωματικό υπηρεσίας να βρίσκεται εκτός μάχης. Και για να έχουμε καλό ερώτημα, που βρίσκεται τώρα αυτός; Και γιατί κύριε δόκιμε, έφαγε από το φαγητό των στρατιωτών;
Φοβήθηκε ο δόκιμος απ’ αυτά που άκουσε, γι’ αυτό και θέλησε να υπερασπιστεί τον αξιωματικό υπηρεσίας, δεδομένου ότι ήξερε το πόσο αυστηρός ήταν ο διοικητής μας με τα θέματα της τάξης.
– Όχι κύριε διοικητά. Δεν έφαγε από το φαγητό των στρατιωτών. Παραγγείλαμε από έξω φαγητό και αυτό μας το έφερε εδώ ένας από τους αξιωματικούς της διοίκησης πυροβολικού. Σας βεβαιώνω λοιπόν, ότι φάγαμε το δικό μας φαγητό εδώ και στο διοικητήριο. Δεν ξέρω όμως τον λόγο που και αυτός παρουσίασε, τα ίδια συμπτώματα με αυτά των στρατιωτών.
Ο χοντρός αξιωματικός υπηρεσίας όμως, γνωστός λιγούρης, έφαγε κρυφά και από το φαγητό των στρατιωτών, γι’ αυτό και τον έπιασε κόψιμο. Το ήξερε ο διοικητής μας αυτό και αυτός ήταν ο λόγος που κουνούσε το κεφάλι του επιδοκιμαστικά.
Κι εγώ έφαγα από εκείνο το φαγητό, αλλά εμένα δεν με έπιασε κόψιμο. Και δεν με έπιασε, γιατί όπως πολλές φορές σας το ανέφερα αυτό, ήμουν πολύ δυσκοίλιος τότε. Ήμουν τόσο δυσκοίλιος λοιπόν, που ούτε εκείνη η δηλητηρίαση μπόρεσε να με επηρεάσει.
Αντιμετωπίσαμε τελικά κι εκείνο το περιστατικό του στρατοπέδου, σαν να ήταν όντως μια δύσκολη άσκηση. Το πρωί όμως; Ήταν στην αναφορά και μπροστά, μπροστά, ο μάγειρας. Στολισμένος και γυαλισμένος αυτός εκεί, συνοδευόταν από τους πέντε βοηθούς του. Έτρεχαν και αυτοί βογκώντας όλη την νύχτα σαν τους άλλους στρατιώτες, αλλά και όλοι μαζί έψαχναν να βρουν τι έγινε και τι λάθος έκαναν, γιατί ήξεραν τι τους περίμενε.
Όταν λοιπόν ήρθε ο διοικητής μας και στάθηκε μπροστά στον μάγειρα, περιμένοντας να ακούσει την απολογία του, του έλεγε εκείνος.
– Λαμβάνω την τιμή να σας αναφέρω κύριε διοικητά, ότι, ζήτησα από τον αλλήθωρο βοηθό μου να ρίξει το μισό σακουλάκι αλάτι στα δέκα ταψιά του φαγητού που ετοίμασα, κρέας με πατάτες στον φούρνο. Αυτός όμως, έριξε μέσα στα ταψιά το απορρυπαντικό για τα πιάτα. Είναι και αυτό μέσα σε σακουλάκι και έχει το ίδιο μέγεθος μ’ αυτό που έχει το αλάτι. Όπως καταλαβαίνετε, από λάθος έγινε το κακό.
Μόλις τελείωσε την αναφορά του ο μάγειρας, άκουσε τον διοικητή μας να του λέει με ψυχρή φωνή.
– Είκοσι μέρες φυλακή, γιατί άφησες την δουλειά της ευθύνης σου στον βοηθό σου. Και είκοσι μέρες ακόμη, γιατί σε εμπιστεύτηκε η πατρίδα το σπουδαίο αυτό καθήκον, της διατροφής των στρατιωτών της κι εσύ το υποτίμησες.
Κι επειδή έβαλες σε κίνδυνο τις ζωές των στρατιωτών μου, θα ζητήσω να περάσεις στρατοδικείο, για ενδεχόμενο δόλο. Διότι, με το φαγητό της ημέρας, κατάφερες να βγάλεις εκτός μάχης πεντακόσιους στρατιώτες και την πιο δυναμική και ετοιμοπόλεμη στρατιωτική μονάδα του Ελληνικού στρατού. Αυτό, δεν θα μπορούσε να το κάνει κανένας επίδοξος εχθρός, με όποιον τρόπο και αν το προσπαθούσε.
Πάγωσε ο μάγειρας μ’ όσα άκουσε, αλλά και τι μπορούσε να κάνει; Έπεσαν και στους βοηθούς του καμπάνες, αλλά πιο μικρές από τις δικές του και έτσι, έλαβε τέλος εκείνη η περιπέτεια.
Μετά απ’ αυτό όμως, ζούσε με τον φόβο του στρατοδικείου ο μάγειρας, αν και ποτέ δεν του έγινε παραπομπή. Το δούλευε όμως αυτός μέσα του απ’ ότι φάνηκε, γιατί ήρθε ένα πρωί στο θάλαμο του, την ώρα που έπρεπε να ετοιμάζει το φαγητό της ημέρας δηλαδή και φόρεσε το πάνω μέρος της φόρμας του, αυτήν που ποτέ δεν φορούσε.
Πέρασε τις εξαρτίσεις του, φόρεσε το διπλό κράνος του και ξεκρέμασε το όπλο του από εκεί που ήταν κρεμασμένο, από τότε που ήρθε στην μονάδα μας. Το πέρασε στον ώμο του ύστερα και βγήκε αμίλητος από τον θάλαμο.
Τον είδαμε όλοι να ντύνεται στρατιώτης, γι’ αυτό και είπε κάποιος.
– Από πότε ρε εσείς, βάζουν σκοπό τον μάγειρα;
Βγήκαμε έξω να δούμε που πηγαίνει, γιατί ποτέ δεν έκανε αυτός σκοπός και γιατί μας φάνηκε λίγο απόκοσμος. Τον είδαμε να κατευθύνεται προς στα μαγειρεία όμως, γι’ αυτό και πήγαμε πίσω του να δούμε ποιος ήταν ο λόγος που ντύθηκε στρατιώτης, αφού ποτέ και κανείς δεν του το ζήτησε.
Όταν φτάσαμε εκεί, διαπιστώσαμε ότι είχε κλειδώσει από μέσα την πόρτα του μαγειρείου. Ούτε μας άνοιγε, αλλά ούτε και απαντούσε στις φωνές μας. Για καλή του τύχη όμως, ήταν μαζί μας ο νέος αποθηκάριος εφοδιασμού και αυτός άνοιξε την εσωτερική πόρτα του μαγειρείου, αυτήν δηλαδή που επικοινωνούσε με την αποθήκη του.
Μπήκαμε από εκεί λοιπόν στο μαγειρείο όλοι μαζί και το θέαμα που αντικρίζαμε, ήταν όντως απόκοσμο. Είδαμε τον μάγειρα να είναι ανεβασμένος πάνω στις πυρακτωμένες μασίνες, τις οποίες είχε από πριν μάλλον και στο φουλ αναμμένες. Ήταν μαντεμένιες αυτές και οι επιφάνειες τους πάχους δύο εκατοστών, ήταν κατακόκκινες από την υπερθέρμανση.
Καιγόταν τα άρβυλα του εκείνη την στιγμή και αυτός έκανε παρέλαση εκεί πάνω, με το όπλο του επ’ ώμου. Καθώς πήγαινε και ερχόταν πάνω στις πυρακτωμένες πλάκες όμως, πότε έλεγε με υπερηφάνεια ότι ήταν ο Κολοκοτρώνης και πότε ότι ήταν ο Μ. Αλέξανδρος.
Μάταια προσπαθούσαμε να τον πείσουμε να αφήσει τα χαζά και να κατέβει κάτω, πριν καεί ολόκληρος. Τίποτε δεν άκουγε από όσα του λέγαμε, γι’ αυτό και αρκετές φορές προσπαθήσαμε να τον τραβήξου εμείς, αλλά δεν τα καταφέραμε.
Οι πυρακτωμένες πλάκες, απειλούσαν κι εμάς πλέον με πολύ σοβαρά εγκαύματα αν πλησιάζαμε κοντά τους, γι’ αυτό και σκεφτόμασταν πως και με ποιο άλλον τρόπο θα μπορούσαμε να τον βοηθήσουμε.
Πήρε φωτιά και το παντελόνι του κάποια στιγμή και έτσι όντως κινδύνευε να καεί ολόκληρος. Μη μπορώντας να τον βλέπει κάποιος από μας να καίγεται ζωντανός, πήρε φόρα από την γωνία του χώρου και με ένα πήδημα έπεσε επάνω του. Τον έσπρωξε κάτω με το βάρος του σώματός του δηλαδή και έτσι, τον γλίτωσε.
Πέφτοντας στο πάτωμα ο μάγειρας, καταφέραμε να σβήσουμε την φωτιά που άρχισε να τον καίει από τα πόδια, αλλά δεν καταφέραμε και πολλά, δεδομένου ότι από τότε και μετά, έχασε για πάντα ο καημένος την ψυχική του ισορροπία.
Εμείς βέβαια τον πήγαμε αμέσως στο ιατρείο, ώστε να του περιποιηθούν εκεί τα εγκαύματα των ποδιών του οι γιατροί, αλλά επειδή έλεγε πολλές ασυναρτησίες στον λοχαγό γιατρό, τον έστειλαν αμέσως στο ομώνυμο νοσοκομείο.
Από εκεί όμως, ποτέ δεν τον είδαμε να επιστρέφει.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *