Ο μηχανολόγος μοναχός και η ιατρική

   Δεν ήταν μόνον μηχανολόγος μηχανικός ο συγκεκριμένος μοναχός, γιατί και ηλεκτρολόγος μηχανικός ήταν και ηλεκτρονικός παράλληλα. Παρ’ όλα αυτά όμως, ήθελε να αποκτήσει και ιατρικές γνώσεις όπως καταλάβαινα, αφού συνεχώς μου ζητούσε να του φέρνω εξειδικευμένα βιβλία ιατρικής στο μοναστήρι.

Την απορία μου θέλοντας να ικανοποιήσει μια μέρα, όταν και πάλι του παρέδωσα μια σειρά από ιατρικά βιβλία, μου έλεγε ότι δεν ήθελε να γίνει γιατρός, αλλά γνώσεις απλής ιατρικής ήθελε να αποκτήσει, ώστε να του φανούν χρήσιμες αυτές, όταν και πάλι θα διέθετε τον εαυτό του στην διάθεση της ιεραποστολής.

Στο Ζαΐρ βρισκόταν προ καιρού για τους ίδιους λόγους και σε πολύ κακή ψυχολογική κατάσταση επέστρεψε, γιατί δεν μπορούσε να βλέπει τους ανθρώπους να πεθαίνουν αβοήθητοι από ιατρικής πλευράς, αφού ούτε και μια απλή ασπιρίνη δεν είχε εκεί να τους δώσει.

Κι επειδή ο νους ήταν συνεχώς στραμμένος, προς το πως θα μπορούσε να φανεί ιατρικά χρήσιμος στους ανθρώπους του Χονγκ, Χονγκ πλέον, όπως υπολόγιζε να υπηρετήσει, υποχρέωνε τον εαυτό του να σπουδάζει ιατρική εφόσον μπορούσε, μελετώντας τα βιβλία των εξειδικευμένων καθηγητών.

Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που κυριολεκτικά ζούσε μέσα στο ιατρείο ως βοηθός των γιατρών, αλλά κι ως θεράπων των κατάκοιτων ηλικιωμένων μοναχών στο μικρό γηροκομείο της μονής μας. Αυτούς ιδικά, μέρα και νύχτα τους υπηρετούσε για πρακτική εξάσκηση και πολλά σπούδαζε εκεί από τους δικούς μας, όπως κι από τους γιατρούς που τους επισκεπτόταν κι εξειδικευμένα παρακολουθούσαν την πορεία τους.

Με την προσωπική του φροντίδα μάλιστα και την ηλικία των εκατό ετών ξεπέρασε ένα γεροντάκι ζώντας στο γηροκομείο του, αφού στα εκατόν τέσσερα παρέδωσε την ψυχούλα του. Για τον συγκεκριμένο μοναχό ιδικά, συνεχώς μου ζητούσε να του φέρνω καθετήρες στομάχου, γιατί μόνον μέσω αυτών μπορούσε να του βάλει κάτι στο στομάχι του.

Ότι του μαγείρευε ιδιαιτέρως δηλαδή, το άλεθε στο μπλέντερ πρώτα και μετά του το έριχνε στο στομάχι με την βοήθεια του καθετήρα κι έτσι τον διατηρούσε στην ζωή, όσο κι αν απορούσαν οι εξειδικευμένοι γιατροί, για το πώς κατάφερνε ο μηχανολόγος μοναχός, να κρατά στην ζωή και σε άριστη κατάσταση μάλιστα, ένα υπεραιωνόβιο γεροντάκι, φορτωμένο καθώς ήταν με πολλά και σοβαρά προβλήματα υγείας.

Αυτός όμως πουθενά δεν σταματούσε. Έμπαινε στο ιντερνέτ κι από τα παγκόσμια ιατρικά δεδομένα έπαιρνε τις σχετικές πληροφορίες κι έτσι ήξερε, πώς να αντιμετωπίσει ιατρικά τον παππούλη του, όπως και τους υπόλοιπους από τους μοναχούς που φρόντιζε.

Και με πάμπερς ζητούσε κάθε τόσο να τον προμηθεύω γι’ αυτούς που γηροκομούσε κι επειδή άρχισε να του γίνεται κι αυτό πρόβλημα, τον κάλυπτα με πανιά πλέον όπως το σκέφτηκε, από αυτά δηλαδή που ως υπολείμματα τα πετούσαν οι βιοτεχνίες στους κάδους ανακύκλωσης.

Και με το δίκαιό του δεν ήθελε να χρησιμοποιεί τα πάμπερς πλέον, γιατί ελαφρά καθώς ήταν, αρκετές μέρες επέπλεαν στην επιφάνια της θάλασσας, όταν κατέληγαν εκεί από τους γνωστούς χώρους.

Από την στιγμή που άρχισε να χρησιμοποιεί τα πανιά όμως, του έμειναν πολλά πάμπερς στην αποθήκη του, αλλά και δεν πήγαν χαμένα, γιατί κι εμένα εξυπηρέτησαν κάποια στιγμή, όταν η σαλμονέλα με υποχρέωσε να τα χρησιμοποιήσω και τότε μάλιστα που δεν ήξεραν οι μοναχοί, πώς να με γλιτώσουν από τις συνέπιές της. Αυτό όμως θα σας το διηγηθώ αργότερα κι όταν έρθει η ώρα του.

Παρ’ όλα αυτά όμως, πολύ γελούσε μαζί μου ο μαθητευόμενος γιατρός όταν με έβλεπε μπροστά του, ή όταν άκουγε κι αυτός να διηγούμαι της ιστορίες της προσωπικής μου ζωής στους πατέρες και κάθε φορά, ένα χαμογελαστό ερώτημα του έβγαινε αυθόρμητα. Μα, πώς γίνεται και συμβαίνουν όλα αυτά σ’ εσένα;

Το ίδιο και πάλι μου έλεγε μια μέρα του Μάρτιου μήνα της χρονιά του 2004, όταν του έδινα ένα νέο βιβλίο ιατρικής κι ενώ μόνος του ρωτούσε, μόνος του γελούσε με την δική μου αδυναμία αν θέλετε, να βρίσκομαι μπροστά σε περίεργα περιστατικά.

Κι επειδή δεν ήταν μόνος του στο ιατρείο εκείνη την στιγμή, με σύστηνε σε έναν νεαρό που βρισκόταν δίπλα του και του έκανε παρέα. Από την Λάρισα είναι το παιδί έλεγε και κακώς μπλέχτηκε κάποια στιγμή με τα ναρκωτικά. Τώρα όμως είναι καθαρός όπως μας είπε κι αυτός είναι ο λόγος που επισκέφτηκε το μοναστήρι μας για λίγες μέρες, ώστε να δούμε κι εμείς την σωστή πορεία του.

Αυτά μόνον άκουσα για τον νεαρό από την Λάρισα κι αφού οι δικές μου υποχρεώσεις ήταν πολλές, τους χαιρέτησα κι έφυγα από το ιατρείο. Τον επίτροπο για την ακρίβεια πήγα να συναντήσω στο γραφείο του, όπου κι έπρεπε να του δώσω αναφορά, για τους λόγους που καθόριζαν την δική μου εργασιακή σχέση με το μοναστήρι.

Κι αφού τελείωσα με τις επαγγελματικές μου υποχρεώσεις, πήγα να ξαπλώσω στο δωμάτιο που μου έδωσαν, αφού κατά την επιθυμία του γέροντά μας, έπρεπε να μείνω μια βραδιά στο μοναστήρι και να φύγω την επομένη.

Τα χαράματα μάλιστα, από τους πρώτους μπήκα στην εκκλησία κι όπως το φρόντιζε αυτό ο εκκλησιαστικός, με έβαλε να καθίσω σε ένα στασίδι δίπλα από τον γέροντα σχεδόν και κοντά στον χορό των μοναχών που θα έψελναν στην ακολουθία εκείνης της ημέρας.

Κάθισα βέβαια στην θέση μου αφού πήρα και την ευλογία του γέροντα κι όπως έπρεπε, παρακολουθούσα με ανοιχτές τις κεραίες την εξέλιξη του όρθρου πρωτίστως. Δεν ήξερα αν έστειλε κάποιος εκεί και τον νεαρό που συνάντησα στο ιατρείο, ή αν από μόνος του ήρθε να καθίσει σε ένα από τα κενά στασίδια, αφού όπως είναι γνωστό, δεν επιτρέπεται στους επισκέπτες να κάθονται στα στασίδια των ψαλτών.

Ήρθε όμως ο νεαρός κι αφού κανείς δεν του είπε τίποτε, κάθισε κι αυτός σε ένα από τα κενά στασίδια που είδε κι έκανε ότι και οι υπόλοιποι. Παρακολουθούσε ήσυχος δηλαδή την ψαλμωδία. Οι μοναχοί μάλιστα, ανέβασαν αρκετά μετά από λίγο την χορωδιακή τους απόδοση κι εγώ ευχαριστημένος την άκουγα.

Εκεί που όλα ήταν καλά όμως, είδα τον νεαρό να σηκώνετε από την θέση του και να κάνει όρθιος δυό τρεις στροφές γύρο από τον εαυτό του. Μετά από αυτό, σήκωσε τα χέρια του ψηλά κι έκανε έτσι εκεί, σαν να ήθελε να πιάσει κάτι που μόνον αυτός έβλεπε.

Με παρέσυραν οι κινήσεις του είναι αλήθεια και τον κοιτούσα με κάποια προσοχή θα έλεγα, αλλά και χωρίς την διάθεση να εξετάσω τον λόγο που το έκανε. Είδα και τον μηχανολόγο γιατρό όμως να μπαίνει στον χώρο μετά από αυτό κι αφού χαιρέτισε τις εικόνες, πήγε να καθίσει σε κάποιο από τα πίσω στασίδια.

Θεωρώντας λοιπόν ότι ο μοναχός μάλλον έστειλε τον νεαρό εκεί, αγνόησα την ενέργειά του, αλλά βλέποντας και την γρήγορη επιστροφή του στο στασίδι που καθόταν, υπολόγισα ότι μάλλον αράχνες είδε κάπου και τις μάζεψε.

Μετά από λύγο όμως, επανέλαβε τις ίδιες κινήσεις και πριν προλάβω να του πω να καθίσει φρόνιμα, έπεσε κάτω κι άρχισε να βγάζει αφρούς από το στόμα του. Μετά από αυτό, άρχισε να κάνει σπασμού και μάλιστα πολύ δυνατούς. Βλέποντάς τον σ’ αυτήν την κατάσταση λοιπόν, χωρίς να σκεφτώ κάτι έτρεξα κοντά του.

Το ίδιο έκανε κι ο μηχανολόγος μοναχός όμως, οπότε, πέσαμε και οι δύο πάνω του. Μη ξέροντας τι ακριβώς να κάνουμε εκεί, προσπαθούσαμε να σταματήσουμε τους σπασμούς του, με το ατομικό μας βάρος μόνον ως βοηθό.

Οι σπασμοί του όμως ήταν τόσο δυνατοί, που κι εμάς τράνταζαν. Δεν ξέρω να σας πω τώρα πόσο κράτησε αυτό, γιατί μετά από λίγο έμεινε ξερός κι ασάλευτός ο νεαρός κι έτσι μάλιστα, που αυθόρμητα είπα, πάει, πέθανε.

Ο γιατρός μοναχός της μονής μας, ήταν εκεί βέβαια, αλλά επειδή είναι πρωτοψάλτης και κάτι έψελνε μαζί με τους υπόλοιπους εκείνη την στιγμή, βρέθηκε σε μεγάλο δίλλημα. Μη μπορώντας να διακόψει τον ψαλμό που συμμετείχε δηλαδή, μια έβλεπε προς τον πεσμένο νεαρό και μια προς το βιβλίο που ήταν ανοιχτό πάνω στο αναλόγιο.

Όταν όμως ξεράθηκε εντελώς ο νεαρός, γύρισε το σώμα του κι αφού έπεσε πάνω του, τον έβλεπα να καθαρίζει πρώτα το στόμα του νεαρού από τα τους αφρούς που έβγαζε και χωρίς κανένα δισταγμό, να του κάνει τεχνική αναπνοή. Εγώ αηδίασα είναι αλήθεια, αλλά αυτός, τίποτε δεν σκέφτηκε.

Αφού προσπάθησε αρκετά εκεί να τον φυσά στο στόμα, αλλά και να του πατά ρυθμικά στο στήθος, είδα τελικά τον νεαρό να παίρνει γρήγορες ανάσες, πράγμα που βεβαίωνε ότι μάλλον επανήρθε, αν κι ακόμη έχει τα μάτια του κλειστά.

Βεβαιωμένος κι ο γιατρός μοναχός, ότι τον επανέφερε τελικά στην ζωή, σηκώθηκε από πάνω του κι αφού σκούπισε το στόμα του από τα σάλια του νεαρού, συνέχισε να ψέλνει μαζί με τους υπόλοιπους σαν να μην είχε συμβεί τίποτε.

Γύρισε προς το μέρος μας όμως κάποια στιγμή κι όπως έπρεπε, έλεγε στα γρήγορα προς τον μηχανολόγο μοναχό να μεταφέρει μαζί μου τον νεαρό στο ιατρείο και να του κάνει εκεί μια ένεση με κάποιο φάρμακο που δεν συγκράτησα το όνομά του, γιατί δεν ήξερα τι από τα δυό να θαυμάσω πρώτα. Τον μοναχό, δηλαδή πρώτα; Ή τον Γιατρό μοναχό στο ίδιο πρόσωπο;

Όσες φορές κι αν το μελέτησα εκείνη την στιγμή όμως σαν σε ταινία, το ίδιο έλεγα μέσα μου. Ότι εγώ δηλαδή, μάλλον δεν θα έκανα κάτι τέτοιο. Το πώς το έκανε ο γιατρός μοναχός όμως, όντως ήταν απορίας άξιο για μένα.

Παρατώντας στην μέση ωστόσο την αντίδρασή μου, έπιασα τον νεαρό από τα πόδια, όπως κι ο μηχανολόγος μοναχός από τις μασχάλες και με αρκετή δυσκολία ομολογουμένως, τον μεταφέραμε τελικά στο ιατρείο.

Κι ενώ τον ξαπλώναμε στο ιατρικό κρεβάτι, μου εξηγούσε ο μοναχός, ότι επιληπτικό σοκ έπαθε ο νεαρός κι όπως έπρεπε, του έκανε μετά και την ένεση που του υπέδειξε ο γιατρός. Ότι κι αν έκανε εκεί όμως, συνεχώς ρωτούσε τον νεαρό να του πει, αν έκανε χρήση ναρκωτικών, ή όχι.

Κι αφού κράτησε κάμποση ώρα το στόμα του κλειστό ο νεαρός, άρχισε να λέει τελικά, ότι δεν έκανε χρήση κι ότι δεν ήξερε τι του συνέβη. Εγώ ξέρω του έλεγε ο μοναχός κι από τα συμπτώματα που παρουσίασες, σίγουρα έκανες. Μείνε ξυπνητός όμως τώρα, του πρόσθεσε και μη κοιμάσαι κι όταν συνέρθεις, τότε θα τα πούμε καλύτερα οι δυό μας.

Όταν συνήλθε πια ο νεαρός, το ίδιο έλεγε, όπως και πριν. Ότι δεν έκανε δηλαδή χρήση ναρκωτικών. Ο μοναχός βέβαια, δεν τον πίστευε, γι’ αυτό και με νόημα του τόνιζε τα υπόλοιπα. Είσαι τυχερός, του έλεγε, που βρέθηκες πεσμένος μέσα στην εκκλησία. Αν ήσουν έξω και κανίς δεν σε έβλεπε, τώρα θα ήσουν πεθαμένος.

Να ευγνωμονείς και τον γιατρό π. Δ.. όμως που βρέθηκε κοντά σου και δεν δίστασε να σου κάνει τεχνική αναπνοή. Αν δεν το έκανε, τώρα δεν θα ήσουν εδώ ζωντανός και να μας λες συνεχώς τα ίδια ψέματα.

Μετά από αυτήν την τοποθέτηση, έσπασε θα έλεγα ο νεαρός και παραδέχτηκε τελικά, ότι έκανε χρήση. Κλαίγοντας όμως κατηγορούσε τον εαυτό του στην συνέχεια, γιατί κατέστρεψε την ζωή του όπως έλεγε, τρέχοντας πίσω από το πάθος του.

Άκουγε βέβαια ο μοναχός την τοποθέτησή του, αλλά και πολύ αυστηρά του έλεγε, ότι δεν ήταν τίμιο από πλευράς του, το να βάλει το μοναστήρι σε μπελάδες. Σε βοήθησε το μοναστήρι να επιστρέψεις στην κανονική ζωή, του πρόσθετε κι όπως ήθελες, πήγες στο σπίτι σου. Από όσα μας έλεγες μάλιστα από το τηλέφωνο, αρραβωνιάστηκες κιόλας. Γιατί λοιπόν επέστρεψες στα ναρκωτικά; Και προπαντός; Γιατί ήρθες να πεθαίνεις στο μοναστήρι μετά από χρήση;

Αφού λοιπόν δεν συμμορφώνεσαι, αύριο το πρωί κιόλας να φύγεις και να μην έρθεις ξανά εδώ, αν δεν μας πείσεις πρώτα, ότι είσαι πλέον καθαρός. Άκουσες; Αυτά του έλεγε ο μοναχός πολύ αυστηρά κι από όσο παρατηρούσα τον νεαρό, μάλλον συμφωνούσε με την απαγόρευση.

Του μιλούσε αυστηρά ο μοναχός, αλλά και λεπτό δεν τον άφηνε μόνο του. Όταν κι εγώ θέλησα να μάθω τον λόγο της αυστηρότητάς του, με το δίκαιό του μου έλεγε. Τους μιλούμε αυστηρά Μιχάλη κι αυτοί κάνουν ότι θέλουν. Αν τους χαϊδεύαμε, δεν θα έκαναν λες τα χειρότερα;

Έχω να πω και για σένα όμως κάτι, πρόσθεσε. Συνεχώς ακούς να σου λέω γελώντας με τις ιστορίες σου, πώς γίνεται κι όλα συμβαίνουν σ’ εσένα. Σήμερα όμως και μετά από όσα μεσολάβησαν και με τα μάτια μου τα είδα, υπόσχομαι να μην σου το πω αυτό άλλη φορά, γιατί από μόνος του αυτός ο νεαρός ήρθε να σταθεί κοντά σου.

Όλη η εκκλησία ήταν γεμάτη από επισκέπτες και μοναχούς κι όμως, αυτός ήρθε και κάθισε κοντά σου. Δεν διάλεξες εσύ δηλαδή το επεισόδιο, αλλά ούτε και το φαντάστηκες. Αυτό διάλεξε να εκδηλωθεί, εκεί που εσύ βρισκόσουν. Γι’ αυτό λοιπόν, ότι θα μας λες από εδώ και μετά, θα τα πιστεύω και δεν θα γελάω μαζί σου, νομίζοντας ότι σου αρέσει να λες ιστορίες, έστω και ψεύτικες.

Τίποτε δεν του είπα βέβαια για την τοποθέτησή του κι αφού δεν άφηνε αυτός τον νεαρό μόνο του, ούτε κι εγώ έφευγα από κοντά τους. Όταν πια σιγουρεύτηκε ο μοναχός, ότι δεν χρειαζόταν πλέον την επιτήρηση του στο ιατρείο, μου ζήτησε να τον πάω μια βόλτα στο μπαλκόνι για καθαρό αέρα, αλλά και να προσέχω εκεί μου είπε, μη τυχόν κάνει καμιά βουτιά στην θάλασσα από τα είκοσι μέτρα.

Ενώ λοιπόν πήγαινε ο μοναχός να ενημερώσει τον γιατρό για όσα έκανε με τον νεαρό, εγώ τον πήρα αγκαζέ και με κάθε καλή πρόθεση τον έβγαλα στο μπαλκόνι, όπου και καθίσαμε στο παγκάκι που μόνιμα υπήρχε εκεί. Κι αφού κάτι έπρεπε να λέμε, του ζήτησα να μου πει την ιστορία του, αφότου έφυγε από το μοναστήρι και μετά.

Δεν θέλω να μιλήσω γι’ αυτά είπε ο νεαρός κι έκλεισε την κουβέντα από μόνος του. Ούτε κι εγώ επέμενα αφού δεν ήθελε κουβέντες και χωρίς να μιλάμε, άρχισα να μελετώ τον ανθρώπινο χαρακτήρα του νεαρού.

Αυτά τα παιδιά που καταλήγουν στα ναρκωτικά, έλεγα μέσα μου, πολύ ευαίσθητα είναι κι επειδή θέλουν να ανεξαρτητοποιηθούν πρόωρα, ή πριν ετοιμαστούν στα σίγουρα τουλάχιστον, οπουδήποτε μπορούν να πέσουν από μόνα τους.

Προς αυτήν την κατεύθυνση λοιπόν στέλνοντας την σκέψη μου, ήρθε στο μυαλό μου μια σκηνή από τα σπουργίτια, όταν αυτά είναι μικρά ακόμη δηλαδή και βιάζονται κατά κάποιον τρόπο να πετάξουν.

Βγαίνουν για λίγο στην άκρη της φωλιά τους κι αφού κοιτάξουν μερικές φορές δεξιά κι αριστερά τον άγνωστο ακόμη έξω κόσμο σαν να τον περιεργάζονται, άφοβα μετά ορμούν προς το κενό. Νομίζοντας στην συνέχεια, ότι όλα όσα πρέπει τα ξέρουν πια κι ότι αυτά που βλέπουν μόνον είναι στην ζωή τους, κάνουν απέλπιδες προσπάθειες να πετάξουν.

Μην έχοντας όμως τις ανάλογες δυνάμεις ακόμη, πέφτουν κάτω και μάτια προσπαθούν οι μητέρες τους εκεί να τα περισώσουν από τις γάτες που καιροφυλακτούν κι εκμεταλλεύονται παμπόνηρα την βιασύνη των νεαρών πουλιών, να αντιμετωπίσουν την ζωή τους χωρίς την απαραίτητη προετοιμασία.

Αυτά που δεν βιάζονται, βεβαίως και γλυτώνουν. Όσα πιστεύουν στην πρόωρη δύναμή τους όμως, αμαχητί καταλήγουν θύματα. Κάτι παρόμοιο μάλλον κάνουν και οι νεαροί. Μη μπορώντας λοιπόν να τιθασεύσουν το ευαίσθητο μέρος του εαυτού τους, όπως και την φανταστική τους δύναμη, ορμούν οπουδήποτε τους φαίνετε ενδιαφέρον κι έτσι, εύκολα καταλήγουν θύματα.

Εκεί λοιπόν που σκεφτόμουν τέτοια εγώ, άκουσα τον νεαρό να μου αναφέρει από μόνος του την περίπτωσή του. Εγώ που λες κύριε Μιχάλη, καλά ήμουν και καλός μαθητής ήμουν και στο πανεπιστήμιο πήγα. Να όμως που απερίσκεπτα δοκίμασα τα ναρκωτικά κι από τότε και μετά είμαι θύμα τους.

Ήρθα εδώ για απεξάρτηση όπως άκουσες και τον μοναχό να λέει, αλλά κρυφά από αυτούς, έκανα που και που χρήση, από αυτά που μου έφερναν εδώ οι φίλοι μου. Ήξερα ότι κορόιδευα τον εαυτό μου, όπως και τους μοναχούς βέβαια. Κι όμως κύριε Μιχάλη, δεν έλεγα να το κόψω.

Τους είπα ότι έγινα καλά πια κι ότι ήθελα να φύγω. Κι επειδή δεν μπορούσαν να με κρατήσουν με το ζόρι εδώ, πήγα στην πατρίδα μου. Κι εκεί το ίδιο έκανα. Όπως κορόιδευα εμένα, με την ίδια ευκολία ξεγέλασα και τους γονείς μου.

Και τον εργοδότη μου ξεγελούσα για κάποιο διάστημα, αλλά μόλις με πήρε χαμπάρι, με απέλυσε. Επειδή ο κύκλος μου ήταν μικρός όμως κι όλοι έμαθαν το βίτσιο μου, είπα στους γονείς μου μια μέρα ότι βρήκα ποιο καλή δουλειά στην Κρήτη κι έτσι, βρέθηκα κοντύτερα στα ναρκωτικά όπως ήθελα.

Γνώρισα μια πολύ καλή κοπέλα εκεί κι επειδή δεν της έδειχνα τίποτε από την συνήθειά μου κι αυτήν ξεγέλασα. Την ερωτεύτηκα που λες και δεν ήθελα να την χάσω αν της φανέρωνα το πρόβλημά μου, οπότε, τίποτε δεν της είπα. Της το έκρυψα δηλαδή, όπως το έκρυψα κι από τους γονείς της.

Αρραβωνιάστηκα την κοπέλα στην συνέχεια κι ο πεθερός μου πολύ χάρηκε που βρέθηκε αντικαταστάτης του, γιατί και στην επιχείρησή του με έβαλε ο άνθρωπος και συνεταίρο του ήθελε να με κάνει, μέχρι να μου την αφήσει ολόκληρη, αφού μόνον μια κόρη είχε.

Όλα καλά θα έλεγε κανείς κι όλα ωραία, χωρίς να υπολογίζει την δύναμη του πάθους μου, αλλά και την συνήθεια μου να ζω με τα ψέματα. Αφού με βόλευαν λοιπόν αυτά, όλους τους ξεγελούσα με την χρήση τους κι έτσι, σε δυό ταμπλό έπαιζα. Και την δουλειά μου έκανα δηλαδή και τα ναρκωτικά έκανα και κανένας δεν το καταλάβαινε, γιατί καθηγητής έγινα πια, από τα ψέματα που χρησιμοποιούσα.

Να όμως που ήρθε ξαφνικά στην επιχείρηση ο πεθερός μου ένα πρωινό και με βρήκε σε άλλο κόσμο μετά από την χρήση που έκανα. Τρελάθηκε ο άνθρωπος και με το δίκαιό του βέβαια, γιατί σ’ εμένα ιδικά, τίποτε το κακό δεν έβλεπε, αλλά και στα ναρκωτικά πεσμένο, ούτε να το φανταστεί μπορούσε.

Εκείνη την στιγμή κιόλας με άρπαξε και καροτσάκι με πήγε μέχρι το λιμάνι. Στο πρώτο καράβι που έφευγε για Πειραιά με έσπρωξε κι αφού πλήρωσε και τα ναύλα ο ίδιος, με έστειλε στον αγύριστο όπως τον άκουσα να μου λέει. Και μη πατήσεις ξανά στην Κρήτη μου είπε, γιατί δεν θα ζήσεις.

Είχε δίκαιο ο άνθρωπος για όσα μου έκανε και λεπτό δεν σκέφτηκα να επιστρέψω, γιατί και την αρραβωνιαστικιά μου θα έκαιγα με τα ψέματά μου. Όπως κι εσύ είδες λοιπόν κι εδώ που ήρθα, ψέματα τους είπα και με τα ψέματα μαθημένος να ζω, όπου πάω, μόνον κακό κάνω.

Και στο σπίτι μου να πάω, πάλι ψέματα θα υποχρεωθώ να τους πω, γιατί αν μάθουν την αλήθεια για μένα, θα πεθάνουν από στεναχώρια. Όπως καταλαβαίνεις λοιπόν, τα χειρότερα ναρκωτικά, είναι τα ψέματά μου. Αν γλυτώσω από αυτά, ίσως να γλυτώσω κι από τα ναρκωτικά.

Αυτά είπε ο νεαρός και σταμάτησε την αφήγησή του. Έμεινα κι εγώ να τον κοιτώ όμως, γιατί ενώ εντόπισε το πραγματικό του πρόβλημα, εντούτοις, δεν ήθελε, ή δεν σκέφτηκε να το αντιμετωπίσει, ώστε να γλιτώσει κι από το δεύτερο.

Από μόνος του όμως, πάλι άρχισε να μιλά. Όπως κατάλαβες κύριε Μιχάλη, αν ήμουν μόνος κάπου κι όχι μέσα στην εκκλησία, σίγουρα θα πέθαινα, αφού κανείς δεν θα ήξερε τι να με κάνει. Από εδώ και μετά δηλαδή, μάλλον θα είναι ποιο εύκολο να πεθάνω από το να ζήσω, γι’ αυτό θα πάω μετά να ευχαριστήσω τον γιατρό που με γλύτωσε κι αφού φύγω από εδώ, θα πάω στο σπίτι μου και θα πω στους δικούς μου όλη την αλήθεια και ας πουν ότι θέλουν για την κατάντια μου, αφού και δίκαιο θα έχουν.

Θα σταματήσω τα ψέματα λοιπόν κι αφού ζητήσω από τους πατέρες να εύχονται για μένα, θα κόψω μαζί με τα ψέματα και τα ναρκωτικά, όσο δύσκολο κι αν είναι και δεν θα επιστρέψω εδώ ξανά, αν δεν φέρω τον εαυτό μου στα συγκαλά του. Κι επειδή θα πεις κι εσύ, μη τα λες σ’ εμένα, στον εαυτό σου να τα πεις, αυτό θα κάνω.

Μετά από τον εντοπισμό του προβλήματός του, πράγματι φύγαμε από το μπαλκόνι κι όπως έπρεπε, πήγαμε να παραβρεθούμε στην λειτουργία. Όταν τελείωσε κι αυτή, πήγαμε για φαγητό κι όταν ήρθε η ώρα να φύγω, έφυγα από το μοναστήρι και τον συγκεκριμένο νεαρό, ποτέ ξανά δεν τον συνάντησα.

Μπορεί να έκανε πράξη αυτά που υποσχέθηκε στον εαυτό του και να τον έσωσε όντως. Εγώ όμως, ποτέ δεν ρώτησα να μάθω τι έγινε, από φόβο μην ακούσω άσχημο αποτέλεσμα. Αφήνω τον εαυτό μου να ελπίζει μάλλον, ότι σε καλό δρόμο βρίσκεται κι έτσι, δεν στεναχωριέμαι.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *