Μεγάλη μάστιγα αυτή των ναρκωτικών και πολλές είναι οι οικογένειες που υποφέρουν από την επιλογή των παιδιών τους, ή από την αδυναμία τους καλύτερα να αντιμετωπίσουν οι ίδιοι τον εαυτό τους κι έτσι, όποιος από αυτούς μπει στον χώρο των ναρκωτικών, δύσκολα επιστρέφει.
Υπάρχουν βέβαια τα κέντρα απεξάρτησης, αλλά όταν λείπει εντελώς ο προσωπικός παράγοντας, τίποτε δεν μπορεί να επιστρέψει αυτά τα ευπαθή άτομα από το πηγάδι που πέφτουν κι έτσι, διαιωνίζεται το κακό εις βάρος τους κι αυτός είναι ο λόγος που βρίσκονται τόσο γρήγορα κοντά τους οι έμποροι του θανάτου.
Κάνουν προσπάθειες βέβαια, ώστε να γλιτώσουν, αλλά μη μπορώντας να αποδεχθούν τον ίδιο τους τον εαυτό, επανέρχονται από αδυναμία στα ίδια και το κακό που ακολουθεί, οι ίδιοι το προκαλούν στον εαυτό τους.
Και στο μοναστήρι μας έφτασαν πολλά τέτοια παιδιά ζητώντας βοήθεια και αρκετά από αυτά έμειναν εκεί με στόχο να απεξαρτηθούν. Ο γέροντας μας, όπως και οι υπόλοιποι μοναχοί άλλωστε, πολλά τους προσέφεραν και για πολύ καιρό μάλιστα.
Πάντα όμως με την επιτήρηση των δύο μοναχών γιατρών μας να τους παρακολουθούν, παρέχοντάς τους την ανάλογη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, πράγμα βέβαια που κόστιζε πολλά οικονομικά και μη στο μοναστήρι.
Πολλά έξοδα λοιπόν για το μοναστήρι και πολύς κόπος από τους γιατρούς και τους πνευματικούς που συμμετείχαν στην επανένταξή τους, αλλά το αποτέλεσμα ελάχιστο. Πολύ λίγοι δηλαδή επέστρεψαν στην κανονική ζωή και κατάφεραν θα λέγαμε να αντιμετωπίσουν τον εαυτό τους κι αφού το έκαναν, βγήκαν με δύναμη να την παλέψουν, όπως ακριβώς κάνουμε κι όλοι εμείς άλλωστε.
Κατά το δυνατόν μεν, αλλά κατάφεραν τελικά να κάνουν και οικογένειες υπομένοντας τα πάντα όπως και οι υπόλοιποι συνάνθρωποί τους κι έτσι εντάχθηκαν φυσιολογικά κάποια στιγμή στο κοινωνικό σύνολο της περιοχής που ζούσαν.
Αν και χάσαμε πολλούς από αυτούς που βγήκαν έξω από το μοναστήρι να δοκιμάσουν τον εαυτό τους και ποτέ δεν επέστρεψαν χωρίς να καταφέρουν κάτι καλό για τον εαυτό τους, αν και μερικοί βρέθηκα πεθαμένοι μετά από χρήση ουσιών, ο γέροντάς μας ποτέ δεν πτοήθηκε. Έκανε υπομονή μαζί με τους γιατρούς και τους πνευματικούς και πάντα διέθεταν χώρο για τέτοια παιδιά στο μοναστήρι μας.
Σε κάποια περίοδο μάλιστα, συντηρούσαν και προστάτευαν πολλά τέτοια παιδιά. Μερικές φορές δε, ξεπερνούσαν και τους τριάντα. Βλέποντας όμως οι πατέρες ότι πολύ λύγοι από αυτούς ήθελαν να προσπαθήσουν, τους απέλασαν κάποια στιγμή, αν κι όχι όλους. Κράτησαν τους μισούν μόνον, γιατί αυτοί τουλάχιστον έδειχναν κάποια φιλοτιμία, γι’ αυτό κι ως εργάτες τους κρατούσαν στο μοναστήρι, μέχρι να αποδειχθεί η απεξάρτησή τους, αλλά και η διάθεσή τους να ενταχθούν στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο.
Αν και δεν μπορούσαν να κάνουν μόνοι τους τίποτε σωστό, αν και τους πλήρωνε κανονικά το μοναστήρι, αυτοί, όλο κι έλεγαν ότι ήθελαν να φύγουν, ότι έγιναν καλά δήθεν, ή ότι θα επέστρεφαν το συντομότερο.
Οι γιατροί μας όμως, όπως και οι πνευματικοί μας βέβαια, προσπαθούσαν να τους κρατήσουν δίπλα τους έστω και με το ζόρι θα λέγαμε, γιατί δεν έβλεπαν καμιά θετική εξέλιξη στην συμπεριφορά τους. Αυτοί όμως δεν άκουγαν. Έφευγαν δηλαδή. Κι όταν επέστρεφαν, ήταν πάλι λιώμα από τα ναρκωτικά. Κι όσοι από αυτούς έμεναν στα σπίτια τους για αρκετό καιρό, εκεί κατέληγαν πεθαμένοι από μεγάλη δόση.
Ο Σταύρος όμως, ήταν από αυτούς που έμειναν στο μοναστήρι αρκετά χρόνια. Και ήταν από αυτούς που με υπευθυνότητα εργαζόταν. Είχε γλυτώσει θα λέγαμε από τα ναρκωτικά και μέχρι σε κάποιο σημείο ήταν καλά θα λέγαμε, αν και οι γιατροί μας δεν τον εμπιστευόταν ακόμη.
Όπως αποδείχθηκε όμως, δεν είχαν άδικο, γιατί γλίτωσε μεν από τα ναρκωτικά, αλλά έπεσε στα οινοπνεύματα από εκεί και μετά κι αυτό άρχισε να του γίνετε μεγάλο μπλέξιμο.
Αντιλήφτηκαν βέβαια οι πατέρες την νέα του ροπή και του έκοψαν την πρόσβαση προς το τσίπουρο. Ναι, αλλά όταν είναι κανείς θύμα του εαυτού του, δεν πτοείτε εύκολα. Οπουδήποτε βρίσκει με τι να σβήσει για λίγο το πάθος του. Για τσιγάρα ζητούσε άδεια να πάει μέχρι την Δάφνη, στο λιμάνι του Όρους δηλαδή κι επέστρεφε με ουίσκι στον σάκο του αντί για τσίπουρο που του απαγόρευαν.
Όταν κι αυτό τους έγινε αντιληπτό, ούτε και στην Δάφνη του επέτρεπαν να πάει, αλλά άρχισε να ζητά άδεια λίγων ημερών, ώστε να δει την μάνα του όπως έλεγε. Κι αυτό στα ψέματα το καταχωρούσαν οι πατέρες, αλλά μη μπορώντας να τον έχουν φυλακισμένο, αναγκαστικά του το επέτρεπαν.
Επιστρέφοντας όμως, από μακριά φαινόταν τα σημάδια του ανθρώπου που για μέρες ήταν μεθυσμένος. Αυτός βέβαια, προσπαθούσε να το κρύψει, σκεπάζοντας το πάθος με την όντως φιλότιμη εργασιακή του συμπεριφορά. Όσο κι αν το σκέπαζε όμως, από όλους γινόταν αντιληπτό το πρόβλημά του.
Στο διάστημα που αναφέρομαι όμως, πάλι ζήτησε λίγες μέρες άδεια για τον ίδιο ψεύτικο σκοπό και μην μπορώντας να του το απαγορεύσουν οι πατέρες, του ζήτησαν να τους καλεί καθημερινά, στην προσπάθειά τους να τον προλάβουν πριν ακόμη γίνει λιώμα από τα οινοπνεύματα, αλλά και τον χρόνο της επιστροφής του ήθελαν να ελέγξουν.
Τους κακοφαινόταν όπως καταλαβαίνετε να βλέπουν διαλυμένα τα παιδιά που προστάτευαν με κάθε τρόπο κι όντως χρειαζόταν βοήθεια κι αυτός ήταν ο λόγος επενέβαιναν και στην προσωπική τους ζωή, αφού από μόνοι τους αυτά, δεν μπορούσαν να προστατευτούν.
Τον Σταύρο λοιπόν έχοντας υπό επιτήρηση, μου ζήτησαν να τον πάρω μαζί μου ένα πρωινό, με σκοπό να τον φέρω στην Ουρανούπολη και να τον αφήσω μαζί με τα μεταφερόμενα στο καράβι κι αφού είχαν συνεννοηθεί μεταξύ τους για αυτήν την ιδιαίτερη μεταφορά, δεν τους έφερα αντίρρηση, για τον λόγο ότι και σ’ εμένα ήταν συμπαθής ο Σταύρος, λόγω της εργατικότητας και της φιλοτιμίας που έδειχνε.
Είπα στους πατέρες όμως, ότι θα τον έπαιρνα από το σπίτι του στις τρείς το πρωί και θα τον περίμενα εκεί, δέκα λεπτά μόνον, στην περίπτωση που δεν ήταν συνεπής στο ραντεβού μας. Το δέχτηκαν οι πατέρες, όπως κι αυτός βέβαια, γι’ αυτό κι όταν με κάλεσε να τα πούμε καλύτερα οι διό μας και σ’ αυτόν επανέλαβα τους όρους μου, ότι στις τρείς, ή τρείς και δέκα το πολύ θα τον περίμενα.
Και στις τρείς και μισή να ερχόταν, ευχαριστημένος θα ήμουν βέβαια, αφού ήξερα ότι θα με βοηθούσε να ξεφορτώσω τα μεταφερόμενά μου στο καράβι. Δεν ήθελα όμως να μου το κάνει τέσσερις, γιατί θα ήταν πολύ δύσκολο και σ’ εμένα πλέον να κάνω την δουλειά μου μόνος μου.
Αυτά συζητώντας μαζί του λοιπόν, τον παρακάλεσα να έρθει στην ώρα του και ξεμέθυστος, γιατί μεθυσμένος δεν θα μπορούσε να με βοηθήσει αλλά και τους πατέρες θα στεναχωρούσε αν τον έβλεπαν να τρικλίζει.
Μη στενοχωριέσαι έλεγε αυτός και στις τρεις θα είμαι στο παρκάκι και θα σε περιμένω ξεμέθυστος. Αυτά έλεγε αυτός, αλλά κατά τις δώδεκα το βράδυ τον καλούσα στο τηλέφωνο, θέλοντας να δω που βρισκόταν.
Δεν απαντούσε όμως, γι’ αυτό και κάλεσα στο σπίτι του να βεβαιωθώ αν ήταν εκεί τουλάχιστον. Με αγωνία στην φωνή της όμως μου απαντούσε η μητέρα του. Δεν είναι εδώ κύριε Μιχάλη. Μεθυσμένος έρχεται κάθε μέρα τα χαράματα και τώρα που ήταν να έρθει μαζί σου το ίδιο κάνει. Πάρτε τον στο μοναστήρι και μην του επιτρέπετε να βγαίνει έξω, γιατί τα ίδια κάνει πάντα. Λέει ότι έρχεται να δει εμένα κι εγώ ούτε ώρα δεν το βλέπω, αφού μόλις έρχεται, πάλι φεύγει και μεθυσμένος γυρίζει. Παρακάλεσε εκ μέρους μου τους πατέρες και πες τους ότι δεν μπορεί να ζήσει έξω. Φοβάμαι ότι θα μου τον φέρουν κάποια στιγμή πεθαμένο από το ποτό. Αν επιστρέψει όμως, θα σε καλέσω να σου το πω, ώστε να μην έχεις κι εσύ την έννοια του, αφού κι εσύ ξενυχτάς για να κάνεις την δουλειά σου.
Τί να έλεγα λοιπόν στην μάνα που ανησυχούσε για το παιδί της; Αυτός βέβαια δεν ήταν και τόσο παιδί, αφού πέρασε πια τα σαράντα. Μην ανησυχείς της έλεγα, αλλά κι αυτόν έψαχνα στην συνέχεια χωρίς αποτέλεσμα. Κατά τις δώδεκα και μισή όμως, αυτός με κάλεσε κι όσο μπορούσε ποιο νηφάλια μου έλεγε να μην ανησυχώ κι ότι στην ώρα του θα με συναντούσε στο γνωστό παρκάκι.
Νηφάλια βέβαια με απαντούσε, αλλά εγώ άκουγα τραγούδια από κάποιο ξενυχτάδικο μάλλον. Όσο κι αν τον ρωτούσα όμως να μου πει που βρισκόταν, τίποτε δεν απαντούσε, παρά μόνον επαναλάμβανε ότι στην ώρα μας θα με συναντούσε.
Πήγα στο μετόχι μας ωστόσο και φόρτωσα από εκεί ότι είχα να βάλω στο φορτηγάκι μου και στις τρείς όπως του είπα, έφτασα στο παρκάκι αλλά αυτός δεν ήταν εκεί. Έρχομαι έλεγε όταν τον κάλεσα κι όπως έπρεπε τον περίμενα.
Κατά τις τρείς και τέταρτο, τον είδα επιτέλους να έρχεται μέσα σε ένα ΤΑΞΙ. Αφού πλήρωσε τον ταξιτζή, βγήκε έξω κι έκανε να περάσει τον δρόμο, στην προσπάθειά του να βρεθεί στο απέναντι πεζοδρόμιο, αν και με πολύ δυσκολία ισορροπούσε όρθιος.
Μια έκανε να πέσει προς τα μπρός και μια προς τα πίσω για λίγο και μετά άρχισε να περπατά μεν, αλλά με πολύ δυσκολία, γιατί αλλού τον πήγαιναν τα βήματά του. Μέχρι να έρθει σ’ εμένα και σε μια απόσταση έξη μέτρων δηλαδή, χρειάστηκε να κάνει πολλά οκτάρια κι ένα δεκάλεπτο για την ακρίβεια.
Όταν πια με πλησίασε, έλεγε κάπως ελεγχόμενα, ότι έπρεπε να ανέβει σο σπίτι του πρώτα να πάρει τον σάκο του και μετά να κατέβει. Επειδή θα αργούσε όμως, όπως κι αυτός το εκτιμούσε, καλύτερα φύγε εσύ έλεγε κι εγώ θα έρθω με ΤΑΞΙ στην Ουρανούπολη.
Σιγά να μην έρθεις του είπα εγώ και ξεκίνησα. Αυτός όμως, με στόμφο έλεγε καθώς απομακρυνόταν τρικλίζοντας. Μη στενοχωριέσαι για μένα και θα σε βοηθήσω όταν έρθω στην Ουρανούπολη.
Τίποτε δεν του είπα βέβαια και μην έχοντας εμπιστοσύνη σ’ αυτά που μου έλεγε, πάτησα το γκάζι κι ετοιμάστηκα να κάνω μια γρήγορη διαδρομή, υπολογίζοντας ότι έχασα πολύ χρόνο περιμένοντάς τον.
Επιστρέφοντας όμως αυτός, έλεγε φανερά μεθυσμένος πια, ότι δεν θα ήταν και τόσο καλό να ερχόταν μαζί μου έτσι όπως ήταν, γιατί θα εύρισκα μπελά, αν για κάποιο λόγο με σταματούσαν στον δρόμο για τακτικό έλεγχο οι αστυνομικοί.
Για να μη βρεις κανέναν μπελά, έλεγε, καλύτερα να έρθω με ΤΑΞΙ εγώ στην Ουρανούπολη και μη κάνεις τίποτε εκεί πριν έρθω να σε βοηθήσω. Εσύ τουλάχιστον πολύ καλά ξέρεις, ότι δεν λέω ψέματα για τέτοια πράγματα. Πήγαινε λοιπόν και περίμενέ με.
Πράγματι έφυγα από κοντά του, αφού έπιασα τις τρείς και μισή πια και χωρίς να του πω τίποτε, στις πέντε το πρωί έμπαινα στο καράβι, όπου κι άρχισα να ξεφορτώνω τα πράγματά μου. Αυτά βέβαια γύρο στους δύο τόνους ήταν και για να προλάβω, πολύ γρήγορα τα ξεφόρτωνα πάνω σε παλέτες.
Κι ενώ έλεγα στον εαυτό μου, ότι ούτε αύριο θα ερχόταν εκεί ο Σταύρος, τον είδα να κατεβαίνει από ένα ΤΑΧΙ της Θεσσαλονίκης. Απόρησα για την κίνησή του, αφού ένα ΤΑΧΙ από την γειτονιά του μέχρι την Ουρανούπολη, αρκετά χρήματα θα του κόστιζε. Αυτό μελετώντας λοιπόν, τίποτε δεν έκανα μέχρι να με πλησιάσει.
Βγαίνοντας όμως από το ΤΑΧΙ, τον είδα να κρατά ένα σάκο στα χέρια του και αντί να έρθει με αυτό μέσα στο καράβι, τον είδα να τον κρύβει επιμελώς πίσω από τα βράχια της προβλήτας. Αν ήταν τα ρούχα του έλεγα, έπρεπε να τα φέρει στο καράβι και να τα βάλει μάλιστα ανάμεσα στα υπόλοιπα που άφηνα εκεί για τις ανάγκες των πατέρων.
Για να μην μου αφήσει όμως περιθώρια να σχολιάζω τις ενέργειές του, χαρούμενος με πλησίασε και αυθόρμητα άρχισε μαζί μου να ξεφορτώνει τα πράγματα ενώ έλεγε. Είδες; Σου είπα ότι θα έρθω και το έκανα. Οπότε, θα σε βοηθήσω τώρα να ξεφορτώσεις όσα έφερες εδώ για τους πατέρες.
Καλά βρε Σταύρε, του έλεγα, πήρες ΤΑΧΙ να σε φέρει εδώ, την στιγμή που μπορούσες να έρθεις μαζί μου; Καλύτερα που ήρθα με ΤΑΧΙ έλεγε αυτός, γιατί δυό φορές μας σταμάτησαν οι συνοριοφύλακες. Αν ήμουν μαζί σου, μπορεί και να σε έβαζα σε μπελάδες.
Έλα τώρα να τελειώνουμε πρόσθεσε, γιατί πέρασε η ώρα και αρκετά αυτοκίνητα περιμένουν έξω από το καράβι, πότε θα τελειώσουμε εμείς, για να κάνουν κι αυτοί την εκφόρτωσή τους. Αν σε καλέσουν οι μοναχοί όμως, να τους πεις ότι ήρθα, ώστε να μην ανησυχούν για μένα.
Ήξερα την φιλοτιμία του όπως σας είπα κι ευχαρίστως δέχτηκα την βοήθειά του. Τελειώνοντας όμως από την εκφόρτωσή μας, έβγαλα το φορτηγάκι έξω από το καράβι κι όπως έπρεπε, το στάθμευσα παράμερα να μην εμποδίζω τους υπόλοιπους κι αφού ο Σταύρος με ακολουθούσε, τον ευχαρίστησα μεν, αλλά και του έλεγα να βάλει τον σάκο του πάνω από τα πράγματα που αφήσαμε στο καράβι, για να μην τον ψάχνει όταν πιάσει αυτό στο μοναστήρι.
Επίτηδες του το είπα αυτό, γιατί από τον τρόπο που είδα να τον κρύβει, σίγουρα είχε μέσα μπουκάλια με ουίσκι. Δεν ήθελε να τα δω όμως, γι’ αυτό κι αρνήθηκε την ύπαρξη του σάκου. Τίποτε δεν έφερα μαζί μου έλεγε κι όταν του είπα ότι κάτι είδα να βάζει ανάμεσα στα βράχια, μου είπε ότι ήταν σκουπίδια.
Δεν του είπα τίποτε βέβαια, αφού ήξερα ότι μου έλεγε ψέματα κι αφού τον χαιρέτησα, πήρα το φορτηγάκι μου και σιγά, σιγά, απομακρύνθηκα από την προβλήτα. Στάθηκα στην πλατεία όμως να περιμένω τον απόπλου του καραβιού, αφού ήδη είχε γίνει έξι και σε μισή ώρα θα αναχωρούσε.
Κι ενώ σκεφτόμουν, τι θα έλεγα στον επίτροπο αν με καλούσε, αυτός με πρόλαβε κι αφού του είπα ότι ήρθαμε καλώς κι ότι προλάβαμε να ξεφορτώσουμε χωρίς προβλήματα, αμέσως με ρώτησε να του πω, αν είδα να κρατά ο Σταύρος κανένα σάκο μαζί του κι αν ακουγόταν θόρυβος από μεταφερόμενα μπουκάλια.
Πάτερ? Τι να σου πω, του έλεγα. Είδα να κρύβει κάτι ανάμεσα στα βράχια κι όταν του είπα να βάλει τον σάκο του πάνω στα πράγματα που αφήσαμε στο καράβι, μου είπε ότι ήταν σκουπίδια. Σκουπίδια; Έλεγε κι ο μοναχός με απορία. Ουίσκι είναι και τα έκρυψε για να μην τα δεις εσύ. Ξέρεις τι πονηρός είναι αυτός και πόσα ψέματα μας λέει, για να ικανοποιήσει ανενόχλητος το πάθος του;
Τον γλιτώσαμε από τα ναρκωτικά και θα τον χάσουμε από τα ποτά τώρα. Του το είπα πάντως. Αν σε ξαναπιάσω με ουίσκι στον σάκο σου, θα σου σπάσω τα μπουκάλια κι άμα θέλεις θύμωσε κι άμα θέλεις φύγε από το μοναστήρι μας, πριν σε βρούμε πνιγμένο εμείς στην θάλασσα από το μεθύσι.
‘Όχι, όχι, μου έλεγε πριν φύγει κι ότι σταμάτησε να πίνει. Εγώ όμως δεν τον πιστεύω και δεν θέλω να βάλω σε μπελάδες το μοναστήρι εξαιτίας του. Όταν έρθει εδώ λοιπόν, θα τον περιμένω στην προβλήτα. Θα πάρω τον σάκο του κι αν δω να έχει ουίσκι μέσα, θα σπάσω τα μπουκάλια μπροστά του και θα του πω για δεύτερη φορά, ότι δεν μπορούμε να ανεχθούμε περισσότερο τα ψέματά του.
Και να δεις πρόσθεσε, ότι μεθυσμένος θα είναι. Εσένα πάντως, μάλλον σε ξεγέλασε. Αλλά αφού ήρθε μαζί σου, πώς δεν πρόσεξες ότι μύριζε από οινόπνευμα; Τί να έλεγα στον επίτροπο λοιπόν; Δεν ήρθε μαζί μου Πάτερ. Με ΤΑΧΙ ήρθε στην Ουρανούπολη κι όταν ήρθε, όντως με βοήθησε να ξεφορτώσω τα πράγματα και καλά τον είδα να είναι.
Όταν θα έρθει εδώ, θα σου πω κι εγώ πόσο καλά θα είναι κι όπως σου είπα πριν, εσένα σε ξεγέλασε, εμένα όμως, δεν θα μπορέσει να με ξεγελάσει, γιατί τον γνωρίζω αρκετά χρόνια και τα ψέματά του από μακριά τα πιάνω. Επέστρεψε όμως εσύ με το καλό στο σπίτι σου και θα δούμε τι θα κάνουμε με αυτόν όταν έρθει.
Αυτά είπαμε με τον επίτροπο κι αφού είδα το καράβι να φεύγει, έφυγα κι εγώ για το σπίτι μου. Το απόγευμα όμως, με κάλεσε ο επίτροπος κι από τηλεφώνου μου έλεγε ότι τέσσερα μπουκάλια ουίσκι του έσπασε όταν άρπαξε τον σάκο από τα χέρια του Σταύρου. Θύμωσε όμως τόσο πολύ αυτός, που μπήκε ξανά στο καράβι κι έφυγε από το μοναστήρι.
Μας στενοχώρησε είναι αλήθεια, πρόσθεσε ο επίτροπος, όχι γιατί χάσαμε κάτι από αυτόν, αλλά γιατί δεν ξέρουμε πως θα μπορέσει να επιζήσει από εδώ και μετά. Εσύ όμως θα πρέπει να είσαι ποιο προσεκτικός στο εξής και να μην τρως τόσο εύκολα τα παραμύθια, γιατί αυτά τα άτομα έχουν γίνει γεροί παραμυθάδες στην προσπάθειά τους να ικανοποιήσουν το πάθος τους.
Θα προσέχω πάτερ, του είπα κι όταν κλείσαμε την γραμμή, άρχισα κι εγώ να στενοχωριέμαι για την εξέλιξη του φιλότιμου Σταύρου. Από τότε και μετά όμως δεν τον συνάντησα ξανά, οπότε, δεν ξέρω να σας πω, τι απέγινε εκ των υστέρων. Από τους μοναχούς όμως έμαθα αργότερα, ότι κάπου στο Άγιο Όρος βρίσκεται και πάλι ως εργαζόμενος.
Μιχάλης Αλταλίκης