Μπήκαμε στο 2007 πια και τίποτε νέο δεν είχε να προστεθεί στην ζωή μου. Όλα ίδια λοιπόν κι όλα συνηθισμένα. Κι αφού πέρασαν οι πρώτοι μήνες με τον ίδιο ρυθμό, ένα τηλεφώνημα του πατρός Φιλόθεου μου έφερε κάποια διαφορά, γιατί κι αυτός θέλησε να έρθει μαζί μου όταν θα προγραμμάτιζα ταξίδι προς την Ουρανούπολη.
Δευτέρα είναι σήμερα του έλεγα, οπότε, μέχρι την Τετάρτη το απόγευμα προλαβαίνεις να έρθεις από την Αθήνα κι όπως πρέπει να σου πω, κατά της μιάμιση τα χαράματα της Πέμπτης θα είμαι έτοιμος προς αναχώρηση. Αν έχεις μαζί σου αποσκευές, να τις φέρεις ένα τέταρτο πριν, ή να τις αφήσεις στην αποθήκη από την προηγούμενη αν έρθεις νωρίτερα εδώ.
Έχω αποσκευές έλεγε αυτός και θα τις αφήσω στην αποθήκη από της Τετάρτης το απόγευμα, αλλά και γιατί να φύγουμε τόσο νωρίς; Όπως κι αν έχει το πράγμα όμως συμπλήρωσε κι εγώ θα είμαι έτοιμος προς αναχώρηση εκείνη την ώρα.
Το τακτικό καράβι κάνει σέρβις αυτήν την εποχή πάτερ του έλεγα κι αυτό που το αντικαθιστά, στις τέσσερεις και μισή φεύγει από την Τρυπητή για το Άγιο όρος. Όπως ξέρεις όμως, πρέπει να ξεφορτώσω αυτά που θα μεταφέρω, οπότε, μια ώρα πριν πρέπει να βρίσκομαι εκεί. Ότι θέλει ο καπετάνιος κάνουμε πάτερ του πρόσθεσα κι όχι ότι θέλουμε εμείς.
Αυτά είπαμε λοιπόν με τον πατέρα Φιλόθεο κι αφού συνεννοηθήκαμε, έτσι ακριβώς κάναμε της Πέμπτης τα χαράματα κι επειδή αυτός είναι και πρωτοψάλτης συν τοις άλλοις, δεν άργησα να του ζητήσω καθ’ οδόν και το εισιτήριο που έπρεπε να πληρώσει στο αυτοκίνητο, για την μεταφορά του στην Ουρανούπολη.
Όπως βλέπεις πάτερ του έλεγα, το αυτοκίνητο δεν περπατά καθώς πρέπει, γιατί αργείς να καταβάλεις το εισιτήριο. Αν δεν πεις το Θεοτόκε παρθένε πανηγυρικά, δεν βλέπω να προλαβαίνουμε το καράβι. Αυτά τα λες εσύ έλεγε αυτός, για να με βάλεις να σου ψάλω, αλλά αυτό θέλεις να πούμε;
Δεν είναι καλύτερα να πούμε Αναστάσιμα, μια και πορευόμαστε προς το Πάσχα; Πες Αναστάσιμα πάτερ, πες Χριστουγεννιάτικα άμα θέλεις, αλλά αν δεν πεις το Θεοτόκε παρθένε, έτσι άρρωστα θα πηγαίνουμε. Καλά, καλά έλεγε αυτός, ας πούμε πρώτα Αναστάσιμα και μετά λέμε και το Θεοτόκε παρθένε.
Κι αφού άρχισε να ψάλει, στον Σταυρό τελείωσε με τα Αναστάσιμα. Να πούμε και λίγα Χριστουγεννιάτικα πρόσθεσε και μετά να πληρώσουμε το εισιτήριο στο αυτοκίνητο αφού έτσι θέλεις. Είπε λοιπόν και τα Χριστουγεννιάτικα ο πάτερ Φιλόθεος και λύγο πριν φτάσουμε στην Ιερισσό, πλήρωσε επιτέλους και το εισιτήριο που του ζήτησα, οπότε, άρχισε να μου αναφέρει μετά και τις εμπειρίες που απέκτησε, από τα ταξίδια που έκανε κατά διαστήματα στην Αγγλία για πνευματικούς λόγους, μια και παππάς είναι και πνευματικός είναι.
Όταν όμως είδε να κατευθύνομαι προς την προβλήτα της Τρυπητής, έκοψε την κουβέντα του και κατά την επιθυμία του, θέλησε να μάθει τον λόγο της παράκαμψης μας. Ξεχνώντας δηλαδή αυτά που του είχα πει σχετικά, πριν ακόμη δρομολογήσουμε την αναχώρηση μας, με υποχρέωσε να του τα επαναλάβω.
Όπως σου είπα και προ ημερών πάτερ, το καράβι που συνήθως μας εξυπηρετεί, κάνει σέρβις αυτήν την εποχή, οπότε, αυτό που βλέπεις τώρα το αντικαθιστά κι αυτό, πάντα από εδώ ξεκινάει το ταξίδι της δικής του υπηρεσίας.
Μαζί με αυτό όμως, πρέπει να σου θυμίσω, ότι υποχρεούμαι από τον έχοντα αυξημένες υποχρεώσεις να κατεβάσω στο καράβι όλα αυτά που μεταφέρουμε, όπως κι αυτά που είναι δικά σου. Κι αφού έτσι πρέπει να γίνει κι εσύ είσαι εδώ, εσύ θα τα συνοδέψεις μέχρι να φτάσουν σώα κι αβλαβή στο μοναστήρι μας.
Απορώ όμως, πως θα μπορέσω να το κάνω αυτό, αφού όπως κι εσύ το παρατήρησες πριν, άρχισε να βρέχει. Μη κατεβάζεις τίποτε έλεγε αυτός ανήσυχος, γιατί μέχρι να φτάσουν αυτά στο μοναστήρι θα γίνουν χάλια. Τι χάλια δηλαδή, μάλλον θα καταστραφούν.
Ότι και να λες εσύ πάτερ, τέτοια εντολή μου έχει δώσει ο γνωστός μοναχός. Να μην μπαίνω δηλαδή με το αυτοκίνητο στο καράβι, γιατί του βγαίνει κάποιο επιπλέον κόστος μεταφοράς. Αν τα κατεβάσω όμως τώρα, όντως θα γίνουν χάλια, αφού τα περισσότερα από αυτά που μεταφέρω τρόφιμα είναι.
Και αλήθεια παλεύω τώρα με τον εαυτό μου, γιατί από την μια θέλω να εκδικηθώ την νοοτροπία του να αποφασίζει αυτός σε κάθε περίπτωση για το τι πρέπει να κάνω εγώ κι από την άλλη, δεν θέλω να κάνω κακό στο μοναστήρι, έστω κι αν ωθούμε από δίκαιο θυμό. Αυτός πάντως, δεν έχει τέτοιες ευαισθησίες. Αποφασίζει απλώς, ότι ο ίδιος μόνον καταλαβαίνει.
Μη το λες αυτό έλεγε ο πάτερ Φιλόθεος, γιατί δεν ξέρεις πόσο κλαίει ενδεχόμενος όταν είναι μόνος του, αναλογιζόμενος αυτά που προκαλεί γύρω του, από υπέρμετρο ενδιαφέρον όπως ξέρω για τα οικονομικά του μοναστηριού. Πάτερ? Του απαντούσα κι εγώ. Κλαίει δεν κλαίει αυτός, εγώ την πληρώνω, οπότε, πουθενά δεν με ωφελούν τα κρυφά κλάματά του, αν κι αμφιβάλω ότι κάνει κάτι τέτοιο.
Αν το έκανε έστω και μια φορά, πολλά θα είχαν τακτοποιηθεί και δεν είμαι ο μόνος που έχω να του προσάψω τέτοιες αδικίες. Δεν ξέρω έλεγε ο πάτερ Φιλόθεος, αλλά καλώ είναι να μη μπαίνεις σ’ αυτήν την λογική. Όσο γι’ αυτό που μας απασχολεί τώρα, εγώ λέω να μπεις με το αυτοκίνητο μέσα στο καράβι κι αν σου πει τίποτε ο αυτός, τότε θα πω στον γέροντα εγώ, ότι οι ανάγκες σε υποχρέωσαν να του κάνεις ανυπακοή. Αυτό δα, πιστεύω ότι κι ο ίδιος θα το καταλάβει.
Πάτερ, του έλεγα πάλι, αυτό που μου λες εσύ κι εγώ μπορώ να το κάνω, αφού έχω το ελεύθερο από τον γέροντα να κάνω ότι εγώ κρίνω σωστό σε κάθε περίπτωση. Το θέμα όμως είναι, ότι δεν μπορεί να αποφασίζει αυτός από εκεί που βρίσκεται, για το τι πρέπει να κάνω εγώ όταν έρχομαι αντιμέτωπος με ένα σωρό προβλήματα όπως κι αυτό, αφού και κόπος υπάρχει που δεν θέλει να τον αναγνωρίσει και μεγάλος κίνδυνος υπάρχει να κάνουμε ζημιά αντί για οικονομία με τέτοιες πρόχειρες αποφάσεις.
Σιγήσαμε μετά από αυτά που είπαμε, αλλά κι όπως βλέπαμε, η βροχή έγινε πολύ ποιο δυνατή στην συνέχεια. Καρέκλες έριχνε όπως λέμε. Αυτό μελετώντας, πάλι έλεγα τις σκέψεις μου στον πατέρα Φιλόθεο. Αν κάνω πως κατεβάζω τα πράγματα στο καράβι κι εγώ θα γίνω μούσκεμα, αλλά κι αυτά θα χαλάσουν, πριν ακόμη φτάσουν στο μοναστήρι όπως είπες.
Και στον καπετάνιο που περιμένουμε να πω, ότι θέλω να μπω με το αυτοκίνητό μου στο καράβι του, δεν είναι σίγουρο ότι θα μπορέσει να με εξυπηρετήσει, γιατί δεν έκλεισα θέση για μια τέτοια υποχρέωση.
Καταλαβαίνεις τώρα τι κίνδυνο αντιμετωπίζω αυτήν την στιγμή, αν κάνω πως κατεβάζω τα πράγματα, ή αν δεν μου επιτρέψει ο καπετάνιος την είσοδό μου στο καράβι; Τίποτε βέβαια δεν έλεγε ο πάτερ Φιλόθεος, αλλά σκαλώνοντας κι εγώ σ’ αυτό το δίλλημα, τίποτε από τα δυό δεν έκανα.
Κι ενώ η ώρα περνούσε και η βροχή δυνάμωσε αντί να κόψη, εγώ συνέχισα να σκέπτομαι, τι από τα δυό να κάνω, αφού και χρόνο δεν είχα πια στην διάθεσή μου. Σε μια ώρα δηλαδή θα άρχιζαν να μπαίνουν και οι νταλίκες στο ίδιο καράβι, οπότε, κανενός είδους εκφόρτωση δεν θα μπορούσα να κάνω από εκεί και μετά.
Με αυτά απασχολημένος λοιπόν, αρκετά αγχωμένος κοίταξα πάλι το ρολόι του αυτοκινήτου μου μετά από λίγο και βλέποντας να περνάει τις τρείς και μισή η ώρα, περισσότερο άγχος φορτώθηκα εξαιτίας μου, γιατί τίποτε δεν αποφάσιζα να κάνω.
Εκείνη την στιγμή όμως, άκουσα το κουδούνισμα του κινητού μου να τρυπά τ’ αφτιά μου και θυμωμένος θα έλεγα με αυτόν που εκείνη την ώρα σκέφτηκε να με καλέσει, με θυμό ετοιμάστηκα να του απαντήσω, αν και δεν έβλεπα ποιος ήταν, αφού στην τσέπη είχα το κινητό μου.
Το σήκωσα λοιπόν και πριν προλάβω να κάνω αυτό που σκέφτηκα, άκουσα τον γέροντα μας να μου μιλά μέσα από αυτό και να μου συστήνει μάλιστα στα γρήγορα, την δική του τοποθέτηση στο θέμα που με απασχολούσε, λες και ήταν δίπλα μου και ζούσε το πρόβλημά μου.
Τι κάθεσαι και τρως τον εαυτό σου έλεγε και τόση ώρα αγωνιείς για το τι πρέπει να κάνεις; Μπες μέσα στο καράβι με το αυτοκίνητο λοιπόν και ησύχασε επιτέλους.
Αυτά μόνον μου είπε και πριν καλά, καλά καταλάβω τι έγινε εκείνη την στιγμή, μου έκλεισε την γραμμή. Μένοντας κάγκελο εγώ από την απρόσμενη παρέμβασή του, τον πατέρα Φιλόθεο άκουγα να ρωτά, ποιος ήταν στο τηλέφωνο.
Απαντώντας τον λοιπόν, ο γέροντας ήταν του έλεγα αμήχανα κι αμέσως αφέθηκα να σκέπτομαι την ενέργεια του γέροντα. Αυτός όμως με διέκοπτε, επιμένοντας να του πω τι μου είπε. Να μπω στο καράβι με το αυτοκίνητο μου είπε του απάντησα και να πάψω να συλλογίζομαι το θέμα.
Έ? Έλεγε κι ο πάτερ Φιλόθεος. Αυτό δεν σου έλεγα κι εγώ πριν από λίγο; Απαντώντας τον πάλι, με βαρύ σκεπτικό του έλεγα. Κι εσύ το είπες πάτερ κι εγώ το είπα, αλλά κι έτσι όπως το είπε ο γέροντας, χωρίς να ξέρει που βρίσκομαι και τι κάνω αυτήν την ώρα εδώ, καμιά σχέση δεν έχει με αυτά που εμείς είπαμε.
Κι αφού αυτό μου είπε ο γέροντας να κάνω, μόλις ήρθε ο καπετάνιος, έτρεξα κοντά του και κάτω από την βροχή του έλεγα, ότι ήθελα να με βάλει με το αυτοκίνητο στο καράβι του, γιατί με τόση βροχή, τίποτε καλό δεν θα μπορούσα να κάνω σ’ αυτά που μετέφερα αν τα κατέβαζα στο καράβι.
Περίμενε είπε αυτός, να δούμε πρώτα πόσα φορτηγά έχουμε να πάρουμε μαζί μας και τότε θα δούμε τι θα κάνουμε και μ’ εσένα. Για τον γέροντά σας όμως θα το κάνω αυτό κι όχι για σένα. Εσύ όμως, όφειλες από εχθές να κλήσεις θέση και πριν έρθεις εδώ μάλιστα απροετοίμαστος. Κατάλαβες;
Κατάλαβα του έλεγα κι εγώ και χωρίς να δευτερολογήσει αυτός, τον έβλεπα να έτρεχε προς την γέφυρα του καραβιού του, μη γίνει μούσκεμα από την δυνατή βροχή. Την απόφασή του περιμένοντας λοιπόν, ήρθε ο δεύτερος καπετάνιος να μου πει, ότι μπορούσα να μπω στο καράβι, αν βέβαια χωρούσα κάτω από την γέφυρα, αφού μόνον εκεί μπορούσε να με βάλει.
Κι αφού βεβαίως και ήξερα από άλλες φορές, ότι μπορούσα να το κάνω, αμέσως με οδήγησαν εκεί έστω κι αν πολλές φορές μου τόνιζε κι αυτός, ότι πρέπει να κλείνω από την προηγούμενη μέρα θέση, αν θα ήθελα να μπω στα σίγουρα με το αυτοκίνητό μου στο καράβι. Διαφορετικά έλεγε, μάλλον διακινδύνευα πολλά, ακόμη και να μείνω εκτός καραβιού.
Εγώ το ήξερα βέβαια, αλλά τι μπορούσα να κάνω αφού άλλος μου έκανε κουμάντο; Τέλος καλό, όλα καλά λοιπόν, αλλά κι ο έχων αυξημένες υποχρεώσεις δεν το πήρε πίσω. Συνέχισε να επιμένει στην απαγόρευση του, έστω κι αν έμαθε εκ των υστέρων, τι έγινε, τι μεσολάβησε, όπως και τι διακινδύνευε να πάθει το μοναστήρι, αν ήμουν πιστός στην εντολή του κι αν δεν παρενέβαινε ο γέροντας με το διορατικό του χάρισμα.
Μιχάλης Αλταλίκης