Ο έχων αυξημένες υποχρεώσεις κι ο πάτερ Ευμένιος

   Στις αρχές του Νοέμβριου όμως, πάλι βρέθηκε στην Θεσσαλονίκη ο ίδιος μοναχός κι αφού έκανε τις δουλειές του και θέλησε να επιστρέψει στο μοναστήρι, θυμήθηκε να ρωτήσει κι εμένα κατά τις δέκα το βράδυ, αν είχα σκοπό να κάνω ταξίδι προς την Ουρανούπολη κι αν είχα χώρο να πάρω κι αυτόν μαζί μου. Θα κάνω ταξίδι του είπα κι όπως μου το έχει ζητήσει προ ημερών ο πάτερ Ευμένιος, που έρχεται από την Κρήτη κατά τις δώδεκα, θα έχω κι αυτόν μαζί μου. Αν θέλεις έλα κι εσύ.

Εμείς πάντως του πρόσθεσα, στις τρείς και μισή συμφωνήσαμε να ξεκινήσουμε, γιατί εκείνη την ώρα υπολογίζω να τελειώσω με τις φορτώσεις που έχω να κάνω στην αποθήκη. Ο πάτερ Ευμένιος μάλιστα, στις τρείς θα μου φέρει τις αποσκευές του, ώστε να είναι σίγουρος ότι θα χωρέσουν όλες, αφού πολλές έχει μαζί του από το πολυήμερο ταξίδι του.

Στην αποθήκη θα ήμαστε λοιπόν και μόλις τελειώσουμε, αμέσως θα φύγουμε. Εγώ είμαι κουρασμένος έλεγε αυτός και θα ήθελα να κοιμηθώ λύγο. Να φύγουμε στις τέσσερις καλύτερα. Κι εγώ πάτερ θα ήθελα να κοιμηθώ έστω και για λίγο, αλλά οι υποχρεώσεις μου δεν μου το επιτρέπουν.

Αν εμείς τελειώσουμε στις τρείς δηλαδή, θέλεις να περιμένουμε να γίνει τέσσερις και τότε να ξεκινήσουμε για να διευκολυνθείς εσύ; Κι ο πάτερ Ευμένιος ξάγρυπνος θα είναι και κουρασμένος θα είναι, αφού όλη την ημέρα θα ταξιδεύει για να βρίσκεται έγκαιρα εδώ κι όμως, δεν είχε καμιά τέτοια απαίτηση. Ότι ώρα θέλεις εσύ μου είπε θα κατεβάσω τις αποσκευές μου και δεν θα κοιμηθώ καθόλου μέχρι να έρθεις, αφού κι εσύ το ίδιο κάνεις για να εξυπηρετήσεις τις ανάγκες του μοναστηριού.

Κάνε κι εσύ λοιπόν το ίδιο του πρόσθεσα ξανά και μη μου βάζεις συνέχεια εμπόδια. Όταν τελειώσω εγώ πρέπει να φύγουμε κι όχι όποτε θέλεις εσύ. Να κάνεις αυτό που σου είπα έλεγε αυτός και στις τέσσερις θα φύγουμε.

Μη μπορώντας να κάνω διαφορετικά λοιπόν, μαζί με τον πατέρα Ευμένιο περιμέναμε να γίνει τέσσερις από τις τρείς και μισή που τελειώσαμε την φόρτωση και για να μην τον κουράσουμε περισσότερο, στην πόρτα του μετοχίου πήγαμε να τον περιμένουμε.

Παρατήρησε βέβαια την σύγχυση μου ο πάτερ Ευμένιος, γι’ αυτό και μου έλεγε ότι δεν έπρεπε να τον συνορίζομαι. Ιδιότροπος καθώς είναι πρόσθεσε, σε όλους τους πατέρες προκαλεί τέτοιες αντιδράσεις. Κάνε υπομονή λοιπόν και μη στενοχωριέσαι, γιατί τον εαυτό σου χαλάς όταν θυμώνεις.

Αφού είπαμε πολλά εκεί και για το ταξίδι του στην Κρήτη, έγινε τελικά τέσσερις, οπότε, τον κάλεσα στο κινητό του κι όπως έπρεπε του είπα ότι στην πόρτα είμαστε και τον περιμένουμε. Έρχομαι είπε αυτός κι εμείς τίποτε κακό δεν είπαμε για τον ιδιότροπο μοναχό μέχρι να φανεί.

Έγινε τέσσερεις και μισή πια και τότε μόνον ακούσαμε να κλειδώνει την εξώπορτα. Μετά από λίγο άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου κι όπως όλοι το ήξεραν, κάθισε στην θέση του συνοδηγού, αφού στην μεσαία θέση από μόνος του κάθισε ο πάτερ Ευμένιος.

Μόλις τακτοποιήθηκε όμως, αμέσως ξεκίνησα, αλλά κι αυτός, έσκυψε να δει την ώρα στο καντράν κι αφού είδε ότι πέρασε τις τεσσεράμισι, έλεγε στον εαυτό του μάλλον με κάποια απορία στον φωνή του, πώς γίνεται και περνά τόσο γρήγορα αυτή η ώρα, λες και πρώτη φορά στην ζωή του πρόσεξε την διάθεσή της να περνά γρήγορα.

Μπαίνοντας στον δρόμο πια για τον Σταυρό, πείρε το βιβλίο στα χέρια του κι αφού το έδωσε στον παπά Ευμένιο, άρχισε αυτός να διαβάζει τον όρθρο κατά την συνήθεια του μοναχού με τις αυξημένες υποχρεώσεις.

Δεν ήταν κακό βέβαια αυτό. Κακό ήταν που επιβάρυνε μια επιπλέον ώρα την δική μου αντοχή. Και για να καλύψω την διαφορά του χρόνου που μου πρόσθεσε, έπρεπε πάλι να τρέχω με όλες τις δικές μου, όπως κι όλες τις δυνάμεις του αυτοκινήτου μου.

Και για να μην χάσω την πρωτιά της εισόδου στο καράβι αν αργούσα, με πολύ άγχος οδηγούσα. Αν με προλάβαινε άλλος κι έμπαινε αυτός πρώτα μέσα στο καράβι όπως και στα προηγούμενα σας είπα, πολύ δύσκολα θα έκανα μετά την εκφόρτωση αυτών που μετέφερα.

Εκεί λοιπόν που διάβαζε ο παπά Ευμένιος κι εγώ είχα τον νου μου στον δρόμο, βρέθηκα να ακολουθώ πίσω από ένα συρμό Τούρκικων νταλικών. Στην προσπάθειά μου να προσπεράσω την πρώτη, είδα ότι ήταν πολλές και πολύ κοντά η μία πίσω από την άλλη, οπότε, το απέφυγα.

Βάδιζαν σαν τρένο δηλαδή αυτές, αλλά και πολύ σιγά για τις δικές μου ανάγκες. Στην προσπάθειά μου δε, να υπολογίσω τον χρόνο που θα  χρειαζόμουν αν επιχειρούσα μια πολύ γρήγορη προσπέραση, δέκα νταλίκες μέτρησα.

Ήταν πολύ μεγάλη η απόσταση που έπρεπε να καλύψω έστω και γρήγορα, αλλά κι ο δρόμος δεν με βοηθούσε. Πότε κάποια στροφή με εμπόδιζε να το κάνω, πότε οι διπλές γραμμές του δρόμου και πότε τα λίγα έστω αυτοκίνητα που ερχόταν από την αντίθετη πλευρά.

Λίγο το άγχος που φορτώθηκα λοιπόν, λίγο ο χρόνος που μηδενιζόταν, λίγο ο μοναχός που δεν καταλάβαινε ότι ο δρόμος δεν είναι δικός μας κι ότι πολλοί άλλοι τον χρησιμοποιούν κατά πως τους βολεύει, με ώθησαν ώστε να επιχειρήσω την προσπέραση και ίσως τα κατάφερνα.

Από εδώ είχα, από εκεί είχα μετά από λίγο, κατάφερα τελικά να προσπεράσω τις πρώτες πέντε κι αυτό γιατί χώθηκα με το έτσι θέλω ανάμεσά τους, αφού δεν μου το επέτρεπαν οι οδηγοί τους, ανάβοντας συνεχώς τα αριστερά τους φλάς, αλλά και λιγότερο από τρία μέτρα απόσταση κρατούσαν μεταξύ τους. Τις άλλες πέντε όμως με τίποτε δεν μπορούσα να προσπεράσω.

Όταν πλησιάσαμε στο πρώτο χωριό που ήξερα ότι έχει φανάρια, παρακαλούσα να τους πιάσει το κόκκινο κι ενώ αυτοί θα ήταν σταματημένοι, τότε να έκανα την προσπέραση. Διαφορετικά, θα ακολουθούσα πίσω τους μέχρι την διασταύρωση του Σταυρού.

Βλέποντας να κόβουν λοιπόν, κατάλαβα ότι το φανάρι ήταν κόκκινο και χωρίς δεύτερη σκέψη, πέρασα στην αριστερή λωρίδα του δρόμου και με αρκετά ανεβασμένη ταχύτητα, έκανα την προσπέραση παράνομα. Μέσα σε κατοικημένη περιοχή δηλαδή, έστω και στις πέντε παρά τέταρτο τα χαράματα.

Κι αφού βρέθηκα μπροστά από τις νταλίκες και δεν ερχόταν κανένα αυτοκίνητο από την απέναντι πλευρά, αδιαφορώντας για το κόκκινο φανάρι που ακόμη ήταν αναμμένο, έφευγα πολύ γρηγορότερα από πριν.

Είδα όμως και το αυτοκίνητο της τροχαίας να βρίσκετε κάπου στα δεξιά κριμένο κάτω από τα δέντρα και υποθέτοντας ότι μάλλον δεν με είδαν, έτρεχα περισσότερο μήπως και γλύτωνα την δίκαια άλλωστε παράβαση.

Με είδαν βέβαια αυτοί και πριν προλάβω να κάνω δυό ή τρία χιλιόμετρα με πρόλαβαν κι όπως έπρεπε, μου έκαναν σήμα να σταματήσω. Όταν ήρθαν κοντά μου, από το παράθυρο μου έλεγε ο προϊστάμενος, ότι έπρεπε να τον ακολουθήσω κι αφού το έκανα, στην επόμενη μεγάλη διασταύρωση και με πολλά φώτα, αρκετά θυμωμένοι με περίμεναν.

Ο παπά Ευμένιος διάβαζε χωρίς σταματημό, ενώ ο έχω αυξημένες υποχρεώσεις ρωτούσε να του πω τι συμβαίνει. Τί να συμβαίνει του έλεγα. Περάσαμε με κόκκινο και με μεγάλη ταχύτητα μέσα από κατοικημένη περιοχή και με το δίκαιό τους οι άνθρωποι μας σταμάτησαν.

Όταν τελικά σταματήσαμε και ήρθε ο προϊστάμενος να μου ζητήσει τον λόγο για τις παραβάσεις που έκανα, ευθέως του έλεγα κι εγώ ότι δικαίως με σταμάτησε, γιατί αρκετές κι ανεπίτρεπτες παραβάσεις έκανα.

Μαζί με αυτά όμως, του έλεγα και το δικό μου παράπονο. Όλο τον χρόνο περνώ από εδώ και συνεχώς συναντώ Τούρκικες νταλίκες να πηγαίνουν όλες μαζί και η μια πίσω από την άλλη σε απόσταση δύο μέτρων. Σήμερα ιδικά δέκα ήταν μαζί σαν σε συρμό τρένου και πολύ δυσκολεύτηκα να προσπεράσω τις πέντε πριν από τα φανάρια.

Αυτός λοιπόν ήταν ο λόγος που είδατε να κάνω αυτό που αναγκάστηκα.

Και άλλοι οδηγοί όμως κάνουν τα ίδια παράπονα μ’ εμένα, αλλά κι εσείς προφανώς βλέπετε να γίνεται αυτό στον δρόμο. Δικαίως λοιπόν δεν παραβλέψατε τις δικές μου παραβάσεις. Για τις Τούρκικες όμως δεν έπρεπε να κάνετε το ίδιο; Δεν σας κατηγορώ για κάτι βέβαια, αλλά είναι κακό να σας αναφέρω και το δικό μου παράπονο;

Ότι κι αν του έλεγα, τίποτε δεν απαντούσε αυτός, παρά με κοιτούσε έτοιμος να με φάει ζωντανό. Δηλητήριο θα έλεγα έτρεχε από το στόμα του. Βλέποντας όμως τους μοναχούς μέσα, μάλλον μαλάκωσε κι αφού τους χαιρέτισε πρώτα, έλεγε σ’ εμένα με δηλητηριασμένη φωνή. Από πού είσαι οδηγέ;

Τί σημασία έχει του έλεγα κι εγώ από πού είμαι. Πάρε τα χαρτιά μου λοιπόν και γράψε ότι θέλεις. Τα πείρε αυτός, αλλά απαντούσε και στον μοναχό με τις αυξημένες υποχρεώσεις, που θέλησε να μάθει τι παράβαση κάναμε. Παραβάσεις κάνατε πάτερ του έλεγε με νεύρο κι όχι μόνον αυτό αφού και με κόκκινο περάσατε και τρέχατε υπερβολικά.

Είναι αλήθεια του απαντούσε αυτός, ότι αργήσαμε να ξεκινήσουμε και για να προλάβουμε το καράβι, αναγκαστήκαμε να κάναμε την διαδρομή μας κάπως γρήγορη. Ενώ μου έδινε τα χαρτιά μου πίσω ο προϊστάμενος, έλεγε στον μοναχό το αυτονόητο. Άλλη φορά πάτερ να ξεκινάτε νωρίτερα ώστε να μην κάνετε τέτοιου είδους παραβάσεις. Όσο για σένα οδηγός, έλεγε και σ’ εμένα με μπόλικο φαρμάκι στην γλώσσα του, καλά θα κάνεις να αποφεύγεις τέτοιες ενέργειες.

Αυτά μας είπε κι έφυγε ο άνθρωπος, αλλά κι εγώ ποιο πολύ έτρεχα για να καλύψω και το τρίτο τέταρτο της ώρας που έχασα. Ότι κι αν έκανα όμως, τίποτε δεν κατάφερα, γιατί έξη έγινε όταν βρέθηκα στην Ουρανούπολη. Μέσα στο καράβι ήταν άλλοι που προηγήθηκαν κι αφού εκφόρτωσαν ένα σωρό πράγματα, δεν άφησαν χώρο ελεύθερο ώστε να έκανα κι εγώ το ίδιο.

Κι επειδή η προβλήτα είναι στενή, έξω περίμενα μέχρι να βγουν τα φορτηγά στην πλατεία. Κι όταν πάλι έφτασα μπροστά στον καταπέλτη του καραβιού, ήδη έμπαινε κάποιο φορτηγάκι μέσα με προορισμό το Άγιο Όρος. Έκανε προσπάθειες εκεί ο έχων αυξημένες υποχρεώσεις ώστε να με βάλουν με το φορτηγάκι μέσα, αλλά τίποτε δεν κατάφερε, γιατί δεν υπήρχε κρατημένη θέση, αλλά κι ελεύθερος χώρος δεν υπήρχε.

Για να κατεβάσουμε δε αυτά που μετέφερα, αναγκάστηκα να τα σκορπίσω και να τα τοποθετήσω όπου υπήρχε έστω και λίγος χώρος. Έκανε πως βοηθούσε κι αυτός βέβαια, αλλά σκόρπια όπως τα βάλαμε με την βοήθεια και των μελών του πληρώματος, ούτε εγώ πια ήξερα που ήταν τα δικά μας.

Όταν έφτασαν στο μοναστήρι πάντως, έλειπαν μερικά κιβώτια από αυτά που ήξεραν ότι τους έστελνα, αφού ο επίτροπος που έκανε την παραλαβή, μου ανάφερε ότι έλειπαν δύο κιβώτια με αυγά και ένα με γιαουρτάκια σύμφωνα με την κατάσταση που είχε στα χέρια του. Πάλη καλά πάτερ του έλεγα, γιατί εγώ υπολόγιζα να χάσετε περισσότερα με τον τρόπο που τα σκόρπισα μέσα στο καράβι.

Όλα τα κιβώτια όμως έγραφαν το όνομα της μονής επάνω, όπως και το όνομα του παραλήπτη. Όποιος πείρε τα αυγά κατά λάθος, μάλλον θα σας τα φέρει. Άλλη φορά βέβαια, θα πρέπει να του πείτε κι εσείς πια αυτού του περίεργου, ότι δεν μπορεί να κανονίζει αυτός συνέχεια το τι πρέπει να κάνω εγώ, γιατί από πολλά γλυτώσαμε σήμερα.

Εσύ καλά τα λες απαντούσε ο επίτροπος, αλλά αν του κάνουμε κάτι τέτοιο, στο ψυχιατρείο θα βρεθεί, οπότε, για να αποφύγουμε αυτήν την κατάληξη κι εμείς όπως εσύ του κάνουμε υπακοή, γιατί για πολλά άλλα μας είναι χρήσιμος. Κάνε υπομονή λοιπόν και η Παναγία μας δεν θα σε αφήσει απροστάτευτο.

Αυτά μου είπε κι αυτός εν κατακλείδι κι όπως καταλαβαίνετε, πουθενά δεν ήταν γραμμένο, ότι θα γλύτωνα κι εγώ κάποια στιγμή από την συμπεριφορά του. Και ήταν τέτοια αυτή μάλιστα, που άρχισα πια να σκέφτομαι την συνταξιοδότησή μου εξ αιτίας του, γιατί δεν μπορούσα να αντέξω περισσότερο τον βασανισμό που με προκαλούσε.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *