Ο χώρος της δικής μας κατασκήνωσης

Συνέχεια από το προηγούμενο

mixail-150x1501Η καταλληλότητα ή μη του χώρου θερινής διαβίωσης για πέντε χιλιάδες στρατιώτες, ήταν το θέμα που απασχολούσε τους στρατιωτικούς εκείνο το πρωινό πάνω στην αμμουδιά και το αν έπρεπε να τον αποδεχθεί και ο δικός μας διοικητής, όπως έκαναν και οι υπόλοιποι διοικητές των μονάδων που συμμετείχαν σ’ εκείνο το πρόγραμμα.

 Εκείνοι βέβαια αποδέχτηκαν τον χώρο και εγκατέστησαν τους στρατιώτες τους πάνω στην αμμουδιά όπως τους υπέδειξαν οι συνταγματάρχες, αν και η ακαταλληλότητα του χώρου φώναζε από μόνη της και δεν χρειαζόταν να είναι κανείς στρατηγός για να την δει.

 Με την πρώτη ματιά φαινόταν αυτή. Γι’ αυτό και μια δικαιολογία μόνον μπορούσαμε να δώσουμε στους διοικητές που τον αποδέχτηκαν. Ότι από προσωπικό υπολογισμό μάλλον το έκαναν αυτό.

 Προτίμησαν με λίγα λόγια να συναινέσουν με την προχειρότητα των ανωτέρους τους, παρά να υπερασπιστούν το αυτονόητο, φοβούμενοι το ενδεχόμενο να βρεθούν αντιμέτωποι με τον θυμό των ανωτέρων τους, πράγμα που θα προκαλούσε πιθανών επιπτώσεις στην καριέρα τους.

 Ο δικός μας διοικητής όμως δεν έκανε το ίδιο. Συναισθανόμενος την δική του υποχρέωση προς τους στρατιώτες του, προτίμησε να ενδιαφερθεί πρωτίστως για την αξιοπρεπή και υγιεινή διαβίωση τους και μετά για την υπακοή του προς τους ανωτέρους του, γι’ αυτό και δεν υπάκουε στις διαταγές τους. Αρνήθηκε την στρατοπέδευσή μας πάνω στην αμμουδιά.

 Μετά δε και από την διαμάχη που είχε μαζί τους, διέταξε την άμεση αποχώρηση μας από εκεί και την αναχώρηση μας προς τον χώρο που αυτός εντόπισε και εξασφάλισε για μας, όπως και για όλους εκείνους τους δύο και πλέον χιλιάδες στρατιώτες της πρώτης αποστολής, αν το ήθελαν οι ανώτεροι του.

 Θύμωσαν τότε αυτοί μαζί του και ενώ ξέχασαν να οργανώσουν με κάθε λεπτομέρεια πρώτα την θερινή μας διαβίωση και μετά να την διατάξουν στους στρατιώτες τους, με κανένα τρόπο δεν ξεχνούσαν τον υψηλόβαθμο εγωισμό και παραλογισμό τους μετά, γι’ αυτό και δεν δέχτηκαν την πρόταση του να μας ακολουθήσουν.

 Σε αντιστάθμισμα λοιπόν των απειλών που του εκτόξευαν αυτοί, αφού μόνον αυτό μπορούσαν να κάνουν ως διοικούσα αρχή, βρήκαν μπροστά τους έναν ικανό Έλληνα αξιωματικό, ο οποίος ούτε στιγμή δεν δίστασε να τους φανερώσει, όχι μόνον τα πασιφανή λάθη τους, αλλά και τον τρόπο που πρέπει κανείς να διοικεί ανθρώπους χωρείς να τους εξουσιάζει. Και όχι μόνον αυτό τους δίδασκε με την στάση του, αλλά και το πως οφείλει κανείς να προστατεύει πάνω απ’ όλα αυτούς που διοικεί.

 Αδιαφορώντας λοιπόν για τους θυμούς τους, όπως και για τις απειλές τους, μας έδωσε εντολή να μπούμε στα αυτοκίνητα μας και αφού κάναμε έναν μεγάλο γύρω περνώντας μέσα από την Καλλικράτεια, μετά από δέκα λεπτά βρεθήκαμε ακριβώς πάνω από αυτούς και τους βλέπαμε από ψηλά.

 Σταθήκαμε εκεί πάνω και σε έναν ανωμάλου επιφάνειας χώρο, που όντως ήταν ανάμεσα από δύο μεγάλα χωράφια και απ’ ότι διαπιστώναμε, ήμασταν εκατό μέτρα περίπου πλάγια και πιο ανατολικά από τους κάτω από μας στρατοπεδευμένους.

 Πιάσαμε αμέσως δουλειά μόλις φτάσαμε εκεί, υπακούοντας στις διαταγές των αξιωματικών μας, οι οποίοι και κατεύθυναν το πως και που έπρεπε να στήσουμε τα αντίσκηνα μας με στρατιωτική διάταξη. Όχι τα ατομικά μας, αλλά αυτά που είχαμε μαζί μας και ήταν τριάντα τον αριθμό και τόσο μεγάλα, που άνετα μπορούσαν να φιλοξενήσουν στο εσωτερικό τους, πλέον των δέκα εκ των στρατιωτών μας το καθένα.

 Δεδομένου δε ότι εμείς ήμασταν γύρω στους διακόσιους πενήντα, το σχέδιο προέβλεπε τρεις σειρές αντίσκηνα και δέκα απ’ αυτά σε κάθε σειρά. Εκτός απ’ αυτά, προέβλεπε και μια επιπλέον σειρά αντίσκηνων στην πρώτη γραμμή, για τους αξιωματικούς που θα έμεναν μαζί μας.

 Ο μπουλντοζιέρης όμως, ήταν ο πρώτος που πήρε εντολή εργασίας και μαζί με την μπουλντόζα του, ισοπέδωσε πρώτα όλη εκείνη την περιοχή που θα έμπαιναν τα μεγάλα αντίσκηνα, την οποία και καθάρισε από τα αγριόχορτα, όπως και από τις πέτρες που υπήρχαν παντού πεταμένες.

 Αφού τελείωσε με τον χώρο που θα έμπαιναν τα αντίσκηνα, ασχολήθηκε μετά και με την διαμόρφωση του ευρύτερου χώρου που μας διέθεσαν οι κάτοικοι της περιοχής.

 Όταν στήθηκαν όλες οι σκηνές εκεί που τους προσδιόριζε το πρόγραμμα των αξιωματικών μας, είδαμε ότι η πρώτη σειρά των σκηνών απείχε είκοσι μέτρα περίπου από την οριακή γραμμή του μικρού γκρεμού, κάτω από τον οποίο ήταν η άμμος και η θάλασσα.

 Πέντε μέτρα πίσω από αυτά τα όρια, στήσαμε στα γρήγορα και την τραπεζαρία μας, πάνω από την οποία κάναμε αμέσως μεγάλο κιόσκι από καλάμια, από αυτά που μας έφεραν εκεί οι αγρότες, για να τρώμε κάτω από σκιά και σαν άνθρωποι όπως μας έλεγαν.

 Από την στιγμή που μας είδαν αυτοί να περνούμε ανάμεσα από τα σπίτια τους, πλησίασαν αυθόρμητα τον διοικητή μας και του ζητούσαν να τους πει, που και πως θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν.

 Έδειχναν την αγάπη τους οι άνθρωποι για τον στρατό, πράγμα που συγκίνησε τον διοικητή μας, γι’ αυτό και τους άφησε να τρέχουν ανάμεσα μας, φέρνοντας ότι μπορούσε ο καθένας και ότι νόμιζε πως θα μας ήταν χρήσιμο.

 Σε μηδέν χρόνο λοιπόν, ήταν όλα έτοιμα και τακτοποιημένα εκεί και ο καθένας από μας ήταν μπροστά από την σκηνή που θα έμενε, με τον επικεφαλής λοχία έτοιμο να αναφέρει στον λοχαγό του, ότι όλα είχαν καλώς.

  Όπως σας το ανέφερα αυτό, για το διάστημα της θερινής μας διαβίωσης, εμένα μου έδωσαν την παλιά μου υπηρεσία, αυτήν του εφοδιασμού δηλαδή και την αποθήκη τροφίμων. Έστησα λοιπόν την αποθήκη μου στον χώρο που μου υπέδειξαν δίπλα από το μαγειρείο και για ευνόητους λόγους, την έστησα κάτω από μια μικρή συστάδα δένδρων που βρήκαμε να υπάρχει.

 Την υδροφόρα για την μεταφορά του πόσιμου νερού, την βάλαμε και αυτήν δίπλα από την αποθήκη, την οποία και αμέσως συνδέσαμε με τον σωλήνα παροχής του πόσιμου νερού, αυτού που μας έδωσε ο ιδιοκτήτης του διπλανού κτήματος.

 Δίπλα απ’ όλα αυτά, έβαλα και το αυτοκίνητο μου όπως καταλαβαίνετε, για να φέρνω καθημερινά μ’ αυτό από την Κωμόπολη, το ψωμί που θα χρειαζόμασταν. Όταν πια τακτοποίησα τα πράγματα μου και έτσι όπως όριζαν οι υποχρεώσεις μου, στάθηκα κι εγώ με την σειρά μου να περιμένω την επιθεώρηση του διοικητού μας, την οποία και έκανε αμέσως μετά το πέρας των εργασιών μας, συνοδευόμενος από τον λοχαγό της κάθε πυροβολαρχίας.

 Ήρθαν και σε μένα αυτοί όπως έπρεπε και με πολύ προσοχή εξέτασαν εκεί, τόσο τον χώρο που τοποθετήθηκα, όσο και την δυνατότητα που είχα να ανταποκριθώ επαρκώς στις υποχρεώσεις μου και αφού βεβαιώθηκαν ότι όλα είχαν καλώς, μου είπε ο διοικητής μας .

 – Πάρε το αυτοκίνητο σου και έλα μαζί μου. Θα πάμε στον φούρνο της πόλης προκειμένου να πάρουμε μαζί το ψωμί που παρήγγειλα για σήμερα. Από αύριο, θα πηγαίνεις μόνος σου εκεί, συνοδευόμενος από τον δόκιμο της Β΄ πυροβολαρχίας, αφού αυτός ανέλαβε το συσσίτιο σας γι’ αυτήν την περίοδο. Και όπως το συμφώνησα αυτό με τον φούρναρη, το ψωμί που θα παίρνετε κάθε μέρα, θα το πληρώνετε μια φορά την εβδομάδα. Κατάλαβες;

 Κατάλαβα του είπα και ακολουθώντας το δικό του τζιπ, βρεθήκαμε μετά από λίγο έξω από τον φούρνο της επιλογής του. Αφού μας σύστησε στον φούρναρη, του έλεγε εκεί με τρόπο.

 – Την παραλαβή του ψωμιού μας, θα την κάνουν ο δόκιμος και αυτός ο στρατιώτης. Το αυτοκίνητο τους, είναι αυτό που αυτήν την στιγμή βλέπεις να βρίσκεται έξω από τον φούρνο σου.

 Του έδειξε μετά και το αυτοκίνητο μας, έτσι ώστε να μας αναγνωρίζει εύκολα αυτός ανάμεσα από άλλους στρατιώτες, που ενδεχομένως θα έκαναν συμφωνία μαζί του.

 Πήραμε λοιπόν το ψωμί που χρειαζόμασταν και αμέσως μετά το πήγαμε στην κατασκήνωση μας, όπου και το μοιράσαμε μαζί με την ξηρά τροφή στους στρατιώτες που μας περίμεναν, αφού αυτό μόνον προέβλεπε το πρόγραμμα για φαγητό την πρώτη μέρα της εγκατάστασης μας.

  Για το απόγευμα της πρώτης μέρας, το πρόγραμμα προέβλεπε την πρώτη δεκάλεπτη επαφή μας με την θάλασσα, όπου και μας οδήγησε ο λοχαγός που είχε αυτήν την υπηρεσία.

 Δυσκολευτήκαμε λίγο ώσπου να κατέβουμε από εκείνο το ψηλό ανάχωμα στην θάλασσα, γιατί κατεβαίναμε ένας ένας και κάνοντας τσουλήθρα πάνω στο κοκκινόχωμα.

 Μπήκαμε ωστόσο στην θάλασσα και κάναμε ομαδικό μπάνιο εκεί, υπό την επίβλεψη βέβαια του λοχαγού και πέντε στρατιωτών, που λόγω γνώσεων αυτοί έκαναν χρέη ναυαγοσώστη.

 Όταν πέρασαν τα δέκα λεπτά που όριζε το πρόγραμμα, μας φώναξαν να βγούμε έξω και με τον ίδιο δύσκολο τρόπο επιστρέψαμε στις σκηνές μας, σκαρφαλώνοντας στο ανάχωμα.

 Έως ότου ετοιμαστούμε για το βραδινό μας φαγητό, ανέφεραν όπως ήταν αναμενόμενο οι στρατιώτες την εμπειρία της πρώτης τους επαφής με την θάλασσα και γελούσαν με τις αντιδράσεις αυτών, που για πρώτη φορά στην ζωή τους την έβλεπαν.

 Μαζί μ’ αυτά, ανέφεραν και τις κουβέντες που έκαναν με τους στρατιώτες που ήταν εγκατεστημένοι πάνω στην άμμο, οι οποίοι και τους δήλωσαν, ότι δεν μπορούσαν ούτε και να αναπνεύσουν από την ζέστη μέσα και έξω από τα αντίσκηνα τους και ότι όντως περίμεναν πότε θα έρθει η ώρα να μπουν στην θάλασσα, προκειμένου να κάνουν εκεί την ανάγκη τους, αφού όπως ήταν λογικό, δεν ήταν δυνατόν να την κάνουν μπροστά σ’ όλους τους αξιωματικούς και σ’ όλους εκείνους τους δυο χιλιάδες στρατιώτες.

 Και πού αλλού θα μπορούσαν να πάνε οι άνθρωποι, αφού πουθενά δεν υπήρχε ο αναγκαίος χώρος; Όταν έμαθαν δε, πως εμείς τρώγαμε σε τραπέζια και κάτω από το κιόσκι μας, έμειναν με τον στόμα ανοιχτό, αφού αυτοί έτρωγαν όρθιοι ή καθιστοί πάνω στην άμμο.

 Μας μακάριζαν για τον τρόπο που ο δικός μας διοικητής αντιμετώπιζε την όλη κατάσταση, τον οποίο και αυτοί έβλεπαν να στέκεται όρθιος και να παρακολουθεί από ψηλά όλες μας τις κινήσεις στην θάλασσα, από την ώρα που πήγαμε να κάνουμε το μπάνιο μας σ’ αυτήν, μέχρι και την ώρα που επιστρέψαμε απ’ αυτήν.

 Το ράδιο αρβύλα όπως είναι γνωστό, δούλεψε αμέσως εκεί, γι’ αυτό και οι ειδήσεις από τον χώρο της παραλίας που εμείς κάναμε το μπάνιο μας, όπως και από τα τεκταινόμενα των στρατιωτών που κατασκήνωναν πάνω στην άμμο, έφτασαν σε μηδέν χρόνο στην δική μας κατασκήνωση.

 Έφτασαν και στα αυτιά του διοικητού μας όμως, ο οποίος και έλαβε στα σοβαρά όπως πάντα αυτά που άκουσε, όπως και αυτά που από μόνος του διαπίστωσε παρακολουθώντας από ψηλά, γι’ αυτό και αμέσως φώναξε τον μπουλντοζιέρη κοντά του.

 – Μετά από το φαγητό, να βάλεις την μπουλντόζα σου αριστερά από το μαγειρείο κι εκεί όπου το ανάχωμα έχει την μεγαλύτερη κλίση. Θέλω να κατεβάσεις αυτά τα χώματα προς την θάλασσα, για να κάνουμε πιο εύκολη την πρόσβαση των στρατιωτών μας προς αυτήν.

 Τα χώματα που θα κατεβάσεις, όπως και τα χαλίκια που είναι πολλά εκεί, να τα σπρώξεις όλα μαζί σε εκείνο το σημείο που μοιάζει σαν χερσόνησος. Θέλω να την μεγαλώσεις αυτήν όσο μπορείς περισσότερο προς τα μέσα, έτσι ώστε να κάνουμε ένα φυσικό φράγμα ανάμεσα σε μας και στους κάτω από μας εγκατεστημένους. Κατάλαβες;

 Κατάλαβα είπε ο μπολντοζιέρης και με την διαταγή του διοικητού μας ανά χείρας, πήγε να εφαρμόσει την εντολή του όταν θα ερχόταν η ώρα.

 Αμέσως μετά, γύρισε προς τους αξιωματικούς μας, που παρακολούθησαν από κοντά την συνομιλία του με τον μπουλντοζιέρη, τους οποίους και ρώτησε.

 – Εσείς τι λέτε; Θα μπορέσουμε με την επέκταση αυτής της χερσονήσου, να κρατήσουμε κάπως καθαρό τον δικό μας θαλάσσιο χώρο, ώστε να κάνουν ασφαλέστερα το μπάνιο τους οι δικοί μας στρατιώτες;

 Όπως βλέπετε κι εσείς, δεν επηρεάζεται και πολύ ο χώρος μας από την δεξιά μας πλευρά. Αυτοί έχουν κόλπο μπροστά τους και αυτός εγκλωβίζει τα νερά της θάλασσας, μέσα στην οποία κάνουν τα μπάνια τους όπως και τις ανάγκες τους οι στρατιώτες τους.

 Μέρα με την μέρα όμως, βλέπω να αλλοιώνετε ποιοτικά η περιοχή και αυτό με βάζει να σκέπτομαι, αν αυτοί κάνουν κακό στην υγεία των δικών μας στρατιωτών.

 – Ασφαλώς και θα περιορίσουμε το κακό είπε ο αρχαιότερος από τους λοχαγούς μας, αφού από εκεί που μόνοι τους περιορίστηκαν, εμείς απέχουμε περί τα διακόσια μέτρα.

 Θεωρώ λοιπόν, ότι αυτή η απόσταση είναι ασφαλής για την υγεία των δικών μας στρατιωτών. Δεν ξέρω όμως αν διαφωνεί ο γιατρός μας, γι’ αυτό και πέρασε το ερώτημα στον λοχαγό γιατρό.

 – Καθόλου δεν διαφωνώ είπε αυτός. Άλλωστε, ότι μέτρο προστασίας και να πάρουμε, όσο μικρό και να είναι αυτό, μόνον καλό μπορεί να κάνει. Γι’ αυτό μην ανησυχείτε. Κάνατε ότι είναι δυνατόν να ασφαλίσει την υγεία, τόσο την δική μας, όσο και των στρατιωτών μας.

 Έληξε εκεί η κουβέντα των αξιωματικών μας κι εφόσον όλα πια ήταν τακτοποιημένα, από την επομένη το πρωί και μετά, μπήκαμε κανονικά στο πρόγραμμα της παραθέρισης μας και αυτή επέτρεπε εκτός από τις ώρες κοινής ησυχίας, οποιαδήποτε άλλη ενασχόληση ή διασκέδαση άρεσε στον καθένα να ακολουθεί.

 Το απόγευμα της επομένης, μας επισκέφτηκε ο Δήμαρχος της πόλης με την συνοδεία του, τους οποίους και ανέλαβε να ξεναγήσει στους χώρους μας, ο αξιωματικός υπηρεσίας.

 Εντυπωσιάσθηκαν οι παράγοντες της περιοχής από την τάξη και την καθαριότητα που είδαν να έχουμε εκεί, τόσο στον χώρο που στήσαμε τα αντίσκηνα, όσο και στους χώρους που ήταν τα μαγειρεία μας.

 Είδαν την υδροφόρα μας με το πόσιμο νερό, όπως και τις πεντακάθαρες τουαλέτες που είχαμε τοποθετημένες εκεί για τις ανάγκες όλων μας. Εξέτασαν στην συνέχεια τους πάγκους πάνω στους οποίους πλέναμε τα σκεύη μας και θαύμασαν την τραπεζαρία μας, αυτήν που είδαν να είναι στημένη κάτω από το κιόσκι που φτιάξαμε. Δεν παρέλειψαν δε, να κάνουν και ευμενή σχόλια για την θέα που έβλεπαν από εκεί πάνω, δεδομένου ότι δεν ήταν και πολύ προσβάσιμος στους ανθρώπους εκείνος ο χώρος, πριν από την δική μας παρέμβαση.

 Ενθουσιάστηκαν οι άνθρωποι όπως καταλαβαίνετε, από τις θεαματικές παρεμβάσεις που κάναμε σε κείνο τον αχρησιμοποίητο χώρο, τον οποίο είδαν πλέον διαμορφωμένο σε κοινό χώρο αναψυχής, γι’ αυτό και αυθορμήτως ζήτησαν από τον διοικητή μας αν τους το επέτρεπε, να ηλεκτροδοτήσουν την περιοχή με έξοδα του Δήμου, αν αυτό βέβαια δεν ενοχλούσε την στρατιωτική μας τάξη.

 Εφόσον ο διοικητής μας δεν είχε καμιά αντίρρηση για την προσφορά τους, με την βοήθεια του δικού μας ηλεκτρολόγου, έκαναν αμέσως πράξη την σκέψη τους και ηλεκτροδοτήθηκε ο χώρος. Μετά και από την ηλεκτροδότηση μας, έγινε το περιβάλλον μας όντως χάρμα οφθαλμού.

 Αυτό όμως ενόχλησε πολύ τους κάτω από μας εγκατεστημένους, γι’ αυτό και μας διεμήνυσαν εγγράφως, ότι πρέπει να σβήσουμε αμέσως την ηλεκτροδότηση μας, γιατί αυτή ενοχλούσε τον Μέραρχο όταν αυτός ψάρευε την νύχτα με την βάρκα του.

 Θεωρήθηκε αστείο αυτό το επιχείρημα από τον διοικητής μας, γι’ αυτό και πάλι δεν υπάκουσε στην διαταγή τους.

 Την τρίτη μέρα της παραμονής μας, ήρθαν και με βρήκαν δύο από τους δόκιμους που είχαμε μαζί μας εκεί και αυτοί, ούτε λίγο ούτε πολύ, μου ζήτησαν να φιλοτεχνήσω την πλευρά του αναχώματος που έβλεπε προς την θάλασσα και να σχηματίσω πάνω σε ένα χώρο που μου ετοίμασαν, το έμβλημα της μοίρας μας με ψηφιδωτό τρόπο και με πέτρες που μάζεψαν οι στρατιώτες μας από την παραλία.

 – Δεν νομίζω ότι θα το εγκρίνει ο διοικητής μας, τους είπα. Αλλά αν αυτός το θελήσει, τότε θα το κάνω.

 Αυτά τους είπα εκείνη την ώρα και όπως ήταν επόμενο, περίμενα να ακούσω την δική του επιθυμία, πριν επιχειρήσω εγώ οτιδήποτε χωρίς την άδεια του.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *