Πέθανε Ο Μηχανικός Του

Ma Ήταν Μάρτιος του 1979 όταν ο εργοστασιάρχης μας έδωσε την εντολή να κάνουμε την μεταφορά των μηχανημάτων του κι αυτά ήταν έτοιμα προς παραλαβή τον Ιούλιο εκείνης της χρονιάς κι επειδή μαζί με αυτήν, είχα να μεριμνήσω και για άλλες παρόμοιες μεταφορές, ο Γερμανός διευθυντής μας δεν μου επέτρεψε να κάνω διακοπές εκείνο το καλοκαίρι.

 Εργαζόμουν και το καλοκαίρι λοιπόν προκειμένου να τελειώσουν καλώς οι υποχρεώσεις που βρισκόταν στην δικαιοδοσία μου κι όπως αυτό ήταν κατανοητό, έκανα γι’ αυτές τόσα κι όσα ήταν απαραίτητα για την ασφαλή τους έκβαση.

 Για την περίπτωση της μεταφοράς των μηχανημάτων από την Ελβετία όμως, έκανα καθ’ υπερβολήν πράγματα όπως ανέφερα στο προηγούμενο θέλοντας να εξασφαλίσω όχι μόνο την καλή της έκβαση, αλλά και την αποφυγή τυχαίων ή εσκεμμένων προβλημάτων, από αυτά δηλαδή που θα μπορούσαν να μας φορτώσουν και ανεπιθύμητους μπελάδες.

 ο Ελβετός συνάδελφός μου όμως, αυτός δηλαδή που επιμελήθηκε της φορτώσεως που αναφέρομαι, είχε διαφορετική άποψη από την δική μου, γι’ αυτό κι εφάρμοσε κατά βούλησιν, όσα εγώ εγγράφως μάλιστα και κάθε τόσο του απαγόρευα να κάνει.

 Όταν λοιπόν έκανε την φόρτωση των εν λόγω ευαίσθητων μηχανημάτων στις δύο νταλίκες που χρησιμοποίησε τελικά και είδε ότι έμεινε πολύς κενός και αχρησιμοποίητος χώρος σ’ αυτές, σκέφτηκε να τον εκμεταλλευτεί, υπερασπιζόμενος τα συμφέροντα της εταιρείας που εργαζόταν όπως νόμιζε.

 Εγώ βέβαια του το απαγόρευα αυτό, αφού ούτως ή άλλως θα τον πλήρωνε αυτόν τον χώρο ο παραλήπτης μας και μάλιστα με το παραπάνω. Εκτός αυτού, θα έβαζε σε κίνδυνο και τα ευαίσθητα μέρη των μηχανημάτων του αν το επιχειρούσε, πράγμα βέβαια που πολλές φορές του το τόνιζα εγγράφως και για πολλούς μήνες μάλιστα.

 Δεν μπόρεσε όμως ν’ αντισταθεί στον πειρασμό που τόσο εύκολα του παρουσιάστηκε κι αφού υπολόγισε ότι δεν θα κινδύνευαν τα μηχανήματα, έβαλε τελικά πάνω απ’ αυτά μια πολύ μεγάλη κι ελαφριά ομολογουμένως παρτίδα ιατρικού υλικού.

 Έκανε αυτό που σκέφτηκε δηλαδή και πρόσθεσε στην εταιρεία μας επιπλέον κέρδη, τα οποία όπως αποδείχτηκε, δεν ξεπερνούσαν τα εκατό χιλιάρικα σε δραχμές τότε.

 Αισθανόταν μάλιστα και υπερηφάνεια για όσα πέτυχε να αυξήσει με τις ενέργειές του, γι’ αυτό και τίποτε από όσα υπολόγιζε να κάνει δεν μας κοινοποίησε καθώς είχε υποχρέωση.

 Έκανε λοιπόν την φόρτωση των μηχανημάτων στα κρυφά, έβαλε και πάνω από αυτά το ιατρικό υλικό που είχε και το ίδιο κρυφά από μας, δρομολόγησε μετά και την μεταφορά τους.

 Δεν αδιαφόρησε μόνον για μας και τις δικές μας υποδείξεις, αδιαφόρησε και για τα συμφέροντα του πελάτη μας, που πρωτίστως έπρεπε να προστατεύσει.

 Θα μπορούσε βέβαια κι εκ των υστέρων να μας ανακοινώσει τις ενέργειες του κι όταν πια οι νταλίκες του είχαν φύγει από την Ελβετία και βρισκόταν καθ’ οδόν προς την Θεσσαλονίκη.

 Αλλά ούτε κι αυτό το θεώρησε απαραίτητο, γι’ αυτό κι ένα πρωινό, δεχτήκαμε απληροφόρητοι την άφιξη αυτών των μηχανημάτων στους χώρους του λιμένος.

  Και καθώς ήμασταν υποχρεωμένοι σύμφωνα με τα Τελωνειακά δεδομένα εκείνης της εποχής, καλέσαμε ανυποψίαστοι τον παραλήπτη όπως και τον εκτελωνιστή του στα γραφεία μας, προκειμένου να ενδιαφερθούν για την παραλαβή των σχετικών με την εισαγωγή τους έγγραφα, μέσω των οποίων μπορούσαν να τα εκτελωνίσουν.

 Εφόσον όλα ήταν προγραμματισμένα και χιλιοειπωμένα μάλιστα, κανείς από μας δεν μπορούσε να υποψιαστεί τις παράτυπες ενέργειες του Ελβετού συναδέλφου μας, γι’ αυτό κι άφοβα ζήτησαν από τον παραλήπτη όπως και τον εκτελωνιστή του να κάνουν τα αυτονόητα.

 Αν μας είχε αναφέρει ο Ελβετός, έστω και με κάποιο απλό σημείωμα για όσα έκανε, ήταν πολύ εύκολο για μας να κατεβάζαμε πρώτα τα χαρτοκιβώτια πάνω από τα μηχανήματα και μετά να δίναμε τις νταλίκες ελεύθερες στον παραλήπτη τους.

 Θα το καταλάβαινε βέβαια αυτό ο εκτελωνιστής του, αλλά κι αυτό ακόμη θα μπορούσαμε με κάποιο τρόπο να του το δικαιολογήσουμε, προκειμένου να αποφύγουμε όλα όσα μεσολάβησαν αργότερα και κανείς άλλος εκτός από μας δεν θα μπορούσε να δει εκείνη την ανόητη εκ του αποτελέσματος ενέργεια.

 Αφού πήρε όμως στα χέρια του ο εκτελωνιστής τα σχετικά έγγραφα, τα παρουσίασε στην συνέχεια στον ελεγκτή του τελωνείου και μαζί σήκωσαν τους μουσαμάδες των αυτοκινήτων, προκειμένου να γίνει εκεί η επίσημη τελωνειακή διαπίστωση του περιεχομένου.

 Έπρεπε λοιπόν να αποδειχθεί, ότι όλα όσα αναφέρονταν σε κείνα τα έγγραφα, ήταν έτσι ακριβώς και μάλιστα έτσι όπως αυτά ήταν διατυπωμένα στην σχετική για την περίπτωση αίτηση εισαγωγής αυτών των μηχανημάτων.

 Δεν ήταν δυνατόν όμως να λείπει από εκείνη την διαπίστωση κι ο άμεσα ενδιαφερόμενος, όπως κι ο γηραιός και καρδιακός μηχανικός του, ο οποίος τον συνόδευε μεν, αλλά κι αγωνιούσε περισσότερο από τον καθένα για το πως θα έφταναν εκείνα τα μηχανήματα, αφού αυτός ήξερε καλύτερα από όλους τον κίνδυνο που διέτρεχαν αυτά αν κάτι από όλα πήγαινε στραβά.

  Όταν λοιπόν σηκώθηκαν οι μουσαμάδες και φάνηκαν τα μηχανήματα να είναι καταπλακωμένα από διακόσια πενήντα χαρτοκιβώτια, ο μηχανικός έπαθε καρδιακό σοκ κι έπεσε κάτω ξερός. Ο παραλήπτης κατάπιε την γλώσσα του κι ο εκτελωνιστής, δεν ήξερε ποιον από τους δύο πρώτα έπρεπε να βοηθήσει.

 Κάλεσαν ωστόσο αμέσως το ασθενοφόρο, οι γιατροί του οποίου ήρθαν όντως γρήγορα, αφού το πρώτων βοηθειών στο λιμάνι στεγαζόταν, γι’ αυτό και αμέσως παρέλαβαν τους δύο παθόντες, τους οποίους σε μηδέν χρόνο μετέφεραν στο εφημερεύον νοσοκομείο όπως ακούσαμε.

 Ενημερώθηκα κι εγώ βέβαια για την άφιξη των μηχανημάτων, αλλά δεν έφυγα από το γραφείο μου όπως θα έκανα σε άλλη περίπτωση, αφού η δική μου συμμετοχή σ’ αυτήν την μεταφορά είχε τελειώσει προ πολλού, δεδομένου ότι συντονιστική ήταν κι όσα έπρεπε να κάνω τα έκανα. Τα υπόλοιπα ήταν αρμοδιότητα άλλων εκ των συναδέλφων μου, οι οποίοι και έμπειροι ήταν και στην δική τους ευθύνη ανήκαν.

 Έμεινα όμως στο γραφείο μου εκείνο το πρωινό της άφιξης των εν λόγω μηχανημάτων, απλά και μόνον για να δεχθώ τα συγχαρητήρια όπως ήλπιζα από τον εργοστασιάρχη, για όλα όσα έκανα γι’ αυτόν και τα μηχανήματά του, σίγουρος ότι όλα ήταν έτσι όπως νόμιζα ότι τα εξασφάλισα, αφού πουθενά δεν άφησα περιθώρια που να εκθέτουν εμένα προσωπικά ή την εταιρεία που εργαζόμουν.

 Αντί των συγχαρητηρίων του όμως, άκουσα την αγριεμένη φωνή του στο τηλέφωνο και πάγωσα.

 – Κατέβα κάτω γρήγορα, γιατί αν ανέβω εγώ στα γραφεία σας, δεν θα μείνει τίποτε όρθιο εκεί.

  Αυτά μου είπε θυμωμένος και μου έκλεισε το τηλέφωνο. Βγήκα αμέσως από το γραφείο μου και τρέχοντας κατευθύνθηκα προς τον προϊστάμενο του τμήματος εισαγωγής, προκειμένου να μάθω απ’ αυτόν, τον λόγο που μου έβαλε τις φωνές ο πελάτης μας.

 Τον συνάντησα στον διάδρομο όμως, γιατί κι αυτός μου έφερνε να διαβάσω ένα τέλεξ, μέσα στο οποίο μας έλεγαν καθυστερημένα οι Ελβετοί, ότι για λόγους που αυτοί εκτιμούσαν ασφαλείς, έβαλαν μέσα σε κείνα τα φορτηγά και πάνω από τα μηχανήματα του πελάτη μας, διακόσια πενήντα χαρτοκιβώτια, το βάρος των οποίων όλο και όλο ήταν πενήντα κιλά.

 Κοιταζόμασταν σαν χαζοί με τον συνάδελφο μου κι αυτός πρώτος έλεγε κάτι.

 – Την πατήσαμε.

 – Δεν την πατήσαμε. Θα μας πατήσει. Ήδη με φώναξε να κατέβω κάτω. Έλα να πάμε μαζί στο λιμάνι τώρα κι εκεί, να του εξηγήσουμε μαζί τα ανεξήγητα.

 Από ότι γνώριζες κι εσύ, αυτός ήταν σαφής. Ζητήστε όσα θέλετε είπε για την μεταφορά. Μόνον μη βάλετε πάνω στα μηχανήματα μου ούτε αέρα. Τώρα; Τι να του πω εγώ;

 – Δεν ξέρω. Έλεγε ο προϊστάμενος. Πες του ό, τι θέλεις. Κάνε ό, τι είναι απαραίτητο. Συμφώνησε μαζί του για ό, τι σου ζητήσει, αφού έχει δίκαιο ο άνθρωπος.

 – Τι να το κάνει ρε συ το δίκαιο; Τα μηχανήματά του ήθελε ο άνθρωπος και μάλιστα ασφαλή. Για να μου βάζει τις φωνές αυτός, μάλλον δεν είναι ασφαλή τα μηχανήματά του, γι’ αυτό πάμε να ενημερώσουμε και το διευθυντή μας για όσα μας συνέβησαν.

 Αφού ενημερώσαμε κι αυτόν για τα κατορθώματά μας, έφυγαν αυτοί από τα γραφεία τους στην συνέχεια, για να μην υποστούν όπως είπαν τις πιθανές και νόμιμες ενέργειες του παραλήπτη.

 Εγώ όμως πήγα στο λιμάνι να αντιμετωπίσω τον εργοστασιάρχη, ο οποίος μόλις με είδε μπροστά του, μου έλεγε με παράπονο.

 – Σου εμπιστεύτηκα την ζωή μου και δες τώρα τι μου έκανες. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά και τον μηχανικό μου κινδυνεύω να χάσω, που έπεσε κάτω σαν είδε τα μηχανήματα έτσι όπως τα βλέπεις να είναι πλακωμένα με τόσα κιβώτια και τον τρέχουμε τώρα στα νοσοκομεία.

 Τι εταιρεία είστε ρε; Κοίτα τι μου έκανες έλεγε με πόνο ο άνθρωπος και συνεχώς μου έδειχνε τα πλακωμένα μηχανήματά του, για την τύχη των οποίων κι εγώ τρόμαξα όταν τα είδα.

 Τι μπορούσα να του πω εγώ για όσα του συνέβησαν και ποια δικαιολογία μπορούσα να του παρουσιάσω για όλα αυτά; Τον άφησα λοιπόν να μου πει όσα ήθελε και αφού μου είπε πολλά και τέτοια που δεν λέγονται για μένα και την εταιρία μας, με απείλησε στο τέλος ότι θα κινηθεί νομικά κι ότι θα ζητήσει από μας ψυχική οδύνη γι’ αυτόν και τον μηχανικό του, αν κι ακόμη δεν ήξερε τι απέγινε.

 Φώναξε ωστόσο και τον ασφαλιστή του εκεί και μαζί με αυτόν, έβγαλαν φωτογραφίες. Μέτρησαν από δω, μέτρησαν από κει αυτοί κι αφού τελείωσαν, περίμεναν ύστερα να επιστρέψει κι ο μηχανικός του, αφού από όσα μου είπε ο πελάτης μας, δεν τους πήγαν στο νοσοκομείο τελικά, αλλά εκεί κοντά και στο πρώτων βοηθειών.

 Όταν μετά από κάμποση ώρα επέστρεψε κι ο μηχανικός του και ήρθε με την βεβαίωση ότι είναι εντελώς καλά, τότε έλεγε και πάλι σε μένα ο πελάτης μας.

 – Θύμωσα πολύ με την εταιρία σας και σε σένα είπα πολλά, αν και γνωρίζω ότι έκανες τα πάντα προκειμένου να εξασφαλίσεις εμένα και τα μηχανήματα μου.

  Η ασυδοσία των Ελβετών συναδέλφων σας όμως, μας βάζει τώρα σε πολύ μεγάλο μπελά και δεν ξέρω με ποιες επιπτώσεις θα λήξει αυτός ο μπελάς τόσο για μένα όσο και για σας.

 – Από τις πληροφορίες που μου έστειλαν γραπτώς από την Ελβετία, μετά από το δικό σου τηλεφώνημα, δεν πρέπει να έχουμε κάποιο πρόβλημα κι ας φαίνεται ότι έχουμε, γιατί από όσα μου γράφουν εδώ και σου έφερα να το δεις αυτό, το βάρος αυτών των διακοσίων πενήντα κιβωτίων που είναι μοιρασμένα στα δύο αυτοκίνητα, δεν ξεπερνά τα πενήντα κιλά.

  Αν επιτρέψεις την εκφόρτωση αυτών των χαρτοκιβωτίων που είναι τώρα πάνω από τα μηχανήματα σου, θέλω να πιστεύω ότι δεν θα βρούμε κάποιο πρόβλημα σ’ αυτά κι αφού έβγαλε ο πραγματογνώμονας τις σχετικές φωτογραφίες, τι λες; Να το δοκιμάσουμε;

 – Ας το δοκιμάσουμε είπε αυτός με κρύα καρδιά κι έτσι ξεφορτώσαμε με πολύ προσοχή εκείνα τα άσχετα με τα μηχανήματά του χαρτοκιβώτια, τα οποία κι έπρεπε να στείλουμε στην Αθήνα, αφού αυτός ήταν ο δικός τους προορισμός όπως μας έλεγαν οι εκ των υστέρων πληροφορίες.

 Όταν επιτέλους έγινε κι αυτό, αποδείχτηκε εις ανακούφισιν όλων μας βέβαια, ότι μάλλον τα κιβώτια έπαθαν ζημιές από τα προεξέχοντα μέρη των γυμνών μηχανημάτων κι όχι εκείνα τα ευαίσθητα μηχανήματα.

 Ευτυχώς. Γιατί έτσι και πάθαιναν κάποια ζημιά τα μηχανήματά του, κανείς μας δεν μπορούσε να υπολογίσει τις επιπτώσεις που θα είχαμε να αντιμετωπίσουμε τόσο εμείς όσο κι ο εργοστασιάρχης, ο οποίος πόνταρε τόσα πολλά στην αξιοπιστία μας, την οποία όμως εμείς δεν τιμήσαμε καθώς έπρεπε.

  Ωστόσο, την επομένη κιόλας μέρα, έβαλε αυτός τα μηχανήματά του στην θέση τους κι από την αγωνία που είχε για την κατάστασή τους, τα δοκίμασε αμέσως σε πρόγραμμα παραγωγής κι από ότι με διαβεβαίωσε κι ο ίδιος από τηλεφώνου, αυτά δούλεψαν άψογα.

 Εξαιτίας αυτού, ήταν ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα της μεταφοράς που του κάναμε, έστω κι αν έδειχνε ακόμη ότι ήταν πολύ πικραμένος μαζί μας.

 Μόνον που μαζί με αυτήν την πίκρα, μου ανέφερε περίλυπος και μια άλλη που δοκίμαζε εξαιτίας μας, για τον λόγο ότι πέθανε στον ύπνο του τελικά ο γηραιός μηχανικός του, πάσχοντας από χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια όπως μου είπε, αδυνατώντας να ξεπεράσει το στρες που υπέστη όταν είδε εκείνα τα κιβώτια να είναι πάνω στα μηχανήματα του.

 Στεναχωρήθηκα κι εγώ με κείνο το γεγονός, γι’ αυτό κι αμέσως έγραψα στους Ελβετούς συναδέλφους μας τα παρακάτω.

 – Δεν κερδίσατε εκατό χιλιάρικα από αυτήν την αποστολή, όπως πιθανά θα χαίρεστε. Τα κλέψατε από τον πελάτη μας κι όχι μόνον, γιατί και τον μηχανικό του σκοτώσατε εξαιτίας της ασυδοσία σας, αφού πέθανε αυτός σοκαρισμένος, βλέποντας τα μηχανήματα τους να είναι πλακωμένα από κείνα τα λαθραία κιβώτια που βάλατε μέσα στις νταλίκες που αυτός πολύ ακριβά σας πλήρωσε.

 Δεν πήρα βέβαια κάποια απάντηση από τους Ελβετούς, αφού και δεν την περίμενα, αλλά και δεν μπορούσα να το αφήσω να περάσει έτσι αυτό χωρίς να τους κάνω τουλάχιστον μια ηθική παρατήρηση, αφού δεν ήταν στην δικαιοδοσία μου να τους κάνω κάτι παραπάνω.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *