Μπήκαμε τελικά στο καλοκαίρι κι όπως ήταν προαποφασισμένο πια αυτό, ξεκινήσαμε αμέσως σχεδόν αφότου πήρα την άδειά μου, προκειμένου να πάμε στο γνωστό μας μέρος για τις θερινές μας διακοπές, δεδομένου ότι είχαμε ήδη έτοιμες τις αποσκευές μας.
Πριν από όλες αυτές όμως, η βάρκα μας ήταν αυτή που μπήκε πρώτη στο μικρό μας αυτοκίνητο. Και τι λέω μπήκε, αφού στην σκάρα του την τακτοποίησα για να ακριβολογούμε και μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό μας, σε όλη την διαδρομή ανησυχούσα μη τυχόν και μου πέσει από εκεί πάνω.
Το δεύτερο πράγμα που μπήκε στο εσωτερικό του αυτοκινήτου μας, ήταν εκείνο το πολύ μεγάλο αντίσκηνο, το οποίο μας επέστρεψαν οι συγγενείς μας μη μπορώντας να το στήσουν μόνοι τους εκεί που ήθελαν.
Μετά κι από το μεγάλο αντίσκηνο, βάλαμε στο αυτοκίνητό μας και τα υπόλοιπα που ανήκαν στην κατηγορία των αποσκευών κι έτσι φορτωμένοι, ξεκινήσαμε εκείνο το πρωινό για τον προορισμό μας.
Μιας ώρας δρόμος μόνον ήταν το ταξίδι μας και χαρούμενοι το κάναμε πλησιάζοντας τον στόχο μας, αν κι εγώ δεν σταματούσα να μελετώ καθ’ οδόν τους συγγενείς μας, ενθυμούμενος μια άλλη σχετική με την συμπεριφορά τους παροιμία.
– Δεν αρκεί να έχει κανείς δυνατό και μεγάλο γάιδαρο. Πρέπει να ξέρει και το πώς να τον καβαλικεύει. Διαφορετικά, άχρηστος του είναι και πολύ επικίνδυνος μπορεί να του γίνει.
Μεγάλο και δυνατό ήταν το αντίσκηνο τους, αλλά δεν ήξεραν πως να το χρησιμοποιήσουν. Αυτούς μελετώντας όμως, αντιλήφθηκα ότι κι εγώ κάτι παρόμοιο έκανα. Πήρα μια βάρκα με πανιά, χωρείς να ξέρω πως να την κουμαντάρω.
Ούτε κι από αντίσκηνα ήξερα θα μου πείτε, αλλά κατάφερα τελικά να το χρησιμοποιήσω αν και δεν ήταν δικό μου. Την βάρκα που ήταν δική μου, δεν θα προσπαθούσα άραγε να την κουμαντάρω, χωρίς να την αχρηστεύσω, ή να την κάνω επικίνδυνη για μένα;
Σίγουρα θα το επιχειρούσα, αλλά και πολύ δύσκολο το έβλεπα, αφού καμιά ιδέα δεν είχα για το πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό. Θα το κάνω σκέφτηκα κι ότι πει ο Θεός. Μπορεί και να τα καταφέρω.
Υπολόγιζα την δυσκολία, αλλά δεν το έβαζα και κάτω. Έστω και χωρίς γνώσεις, θα τα καταφέρω έλεγα στον εαυτό μου και καθόλου δεν υπολόγιζα τον κίνδυνο, δεδομένου ότι ήξερα κολύμπι και με την θάλασσα ήμουν αρκετά εξοικειωμένος, σύμφωνα με όσα είχα υπόψιν μου βέβαια.
Φτάσαμε στον προορισμό μας όμως και με αγωνία περίμενα να αντικρίσω τα πρόσωπα των ανθρώπων της παρέας μας, οι οποίοι ήταν από καιρό πριν εκεί όπως μάθαμε κι όντως τους έβλεπα να μας υποδέχονται χαρούμενοι.
Πράγματι χάρηκαν αυτοί όταν μας είδαν να πλησιάζουμε στην περιοχή, γι’ αυτό κι αμέσως ήρθαν να μας βοηθήσουν στο στήσιμο του αντίσκηνου. Πάνω που ετοιμαζόμασταν να το στήσουμε όμως, ήρθε ο κοινοτάρχης της περιοχής εκεί και ούτε λίγο, ούτε πολύ, μας έλεγε ότι δεν επιτρεπόταν πλέον το ελεύθερο κάμπινγκ, γι’ αυτό κι έπρεπε να φύγουμε, όπως έκαναν άλλωστε και οι αλλοδαποί επισκέπτες, οι οποίοι πήγαν κι έστησαν τα αντίσκηνα τους στα οργανωμένα κάμπινγκ της περιοχής.
Οι καλοί μας φίλοι όμως, δεν ήθελαν να μας δουν να φύγουμε, γι’ αυτό και ζήτησαν από τον κοινοτάρχη να μας επιτρέψει, ώστε να στήσουμε το αντίσκηνο μας ανάμεσα από τα δικά τους σπιτάκια, μέχρι που να βρούμε λύση στο πρόβλημα που μας προέκυψε, αίτημα βέβαια που όντως κι έγινε δεκτό από τον κοινοτάρχη.
Όπως σας το είπα κι αυτό στα προηγούμενα, αυτά τα σπιτάκια ήταν ξύλινα και ήταν τοποθετημένα πάνω στην άμμο και σε μια απόσταση δέκα μέτρων περίπου από την θάλασσα.
Ήταν αυτόνομα όμως, αφού και νερό διέθεταν από τις τουλούμπες που το κάθε ένα από αυτά είχε στην διάθεση του και ρεύμα είχαν και τουαλέτα διέθεταν, εκεί που τίποτε άλλο δεν υπήρχε, εκτός από μια απέραντη αμμουδιά.
Έστησα ως τόσο το αντίσκηνο μας εκεί που μου υπέδειξαν κι όταν όλα πια ήταν έτοιμα, τοποθέτησα μέσα σ’ αυτό όλα τα σύνεργα μας, έβαλα και την μικρή μου οικογένεια να τακτοποιηθεί στο εσωτερικό του κι εφόσον όλα ήταν στην ώρα τους στρωμένα, το επόμενο πράγμα που είχα να κάνω, ήταν να συναρμολογήσω την βάρκα πλέον.
Όταν επιχείρησα να το κάνω, έγινε το ίδιο εκεί, μ’ εκείνο που έγινε προ ημερών στην Χαλκιδική. Μαζεύτηκαν δηλαδή γύρω από μένα πολλοί περίεργοι κι έβλεπαν για δύο ώρες περίπου τι έκανα εγώ με εκείνα τα ξύλα και κάτω από τον καυτό ήλιο.
Μαζί με αυτούς όμως, στάθηκε στα ρηχά και μια βάρκα του Λιμενικού, προκειμένου να δουν και οι δύο επιβαίνοντες σ’ αυτήν λιμενικοί, τι είχα να παρουσιάσω εγώ εκεί, ως αποτέλεσμα των προσπαθειών μου.
Όταν επιτέλους τελείωσα κι έσυρα την βάρκα μου από την άμμο στην θάλασσα, ρώτησαν αυτοί να τους πω, αν είχα άδεια για κείνη την βάρκα. Αυτό το ενδεχόμενο δεν πέρασε καθόλου από το μυαλό μου, γι’ αυτό κι αυθόρμητα τους απάντησα.
– Δεν έχω άδεια. Από ότι ρώτησα όμως τους ειδικούς γι’ αυτό το θέμα, μου είπαν ότι οι ιστιοπλοϊκές βάρκες δεν χρειάζονται άδεια.
– Αν είναι βάρκα αυτό που βλέπουμε εμείς, τότε πρέπει να έχει άδεια.
Για να μη χαλάσω την διάθεση μου, αλλά και για να φύγουν όλοι εκείνοι οι περίεργοι που μαζεύτηκαν γύρο μου, όπως κι ένα σωρό κοπελιές που από πολύ ώρα πριν περίμεναν να βγουν φωτογραφία μέσα ή έξω από την βάρκα, αποφάσισα να την αποσυναρμολογήσω αμέσως κιόλας.
Εξαιτίας εκείνων των κοριτσιών υπέθεσα ότι έλεγαν και οι λιμενικοί τα δικά τους, γι’ αυτό κι αμέσως τράβηξα την βάρκα μου έξω στην αμμουδιά. Έτσι όπως ήμουν όμως ενοχλημένος από την παρέμβαση των λιμενικών, σε μισή ώρα την έκανα και πάλι κομμάτια. Κι αφού δεν ήταν πια βάρκα αυτή, τους έλεγα με θράσος τα υπόλοιπα.
– Τώρα δεν έχω βάρκα. Δεν χρειάζεται λοιπόν να είστε εδώ και να μου ζητάτε την άδεια της.
Αφού δεν υπήρχε πλέον καμιά βάρκα εκεί, αναγκάστηκαν να φύγουν οι λιμενικοί και μαζί με αυτούς, έφυγαν και οι περίεργοι. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας όμως κι όταν πια έμεινα μόνος και χωρείς περίεργους, συναρμολόγησα ξανά την βάρκα μου και παρέα με τον πεθερό μου, κάναμε μαζί της και το πρώτο μας ψάρεμα.
Τσαπαρί κάναμε και τότε βέβαια κι από το αποτέλεσμα που είχαμε με την συμμετοχή της δικής μας βάρκας, ξετρελάθηκε μαζί της ο πεθερός μου. Κι εγώ το ίδιο έκανα άλλωστε, γι’ αυτό και μετά από κείνο το απογευματινό μας ψάρεμα, καθόλου δεν ησύχασα.
Μέχρι να ξημερώσει η επόμενη μέρα όμως, ένα πράγμα είχα στο μυαλό μου όλη νύχτα. Πως θα μπορούσα να κάνω βόλτα με την βάρκα μου στην θάλασσα, όταν αυτή θα ήταν αρματωμένη με τα πανιά της.
Αφού ξημέρωσε λοιπόν και επιστρέψαμε με τον πεθερό μου από το πρώτο μας πρωινό τσαπαρί στις πέντε το πρωί δηλαδή, έπιασα και πέρασα στην βάρκα μου το κατάρτι της, τα πανιά και τα σχοινιά της κι αφού τα έβαλα όλα στην θέση τους έτσι όπως έλεγε το εγχειρίδιο, επιχείρησα να κάνω την βόλτα που ονειρευόμουν.
Δεν ήταν δυνατόν να ικανοποιήσω το όνειρο μου όμως, γιατί δεν είχα ιδέα από ιστιοπλοΐα όπως είπα κι ως εκ τούτου, δεν μπορούσα να την κατευθύνω πουθενά.
Όσες προσπάθειες κι αν έκανα με την φαντασία μου, πουθενά δεν κατέληγαν, αφού η βάρκα πήγαινε όπου ήθελε. Πολλά μπορεί να κάνει κανείς με την φαντασία του έλεγα στον εαυτό μου, αλλά όχι να κατευθύνει μια βάρκα στην θάλασσα, όταν αυτή είναι εξοπλισμένη με πανιά και κατάρτι.
Είχα κι εγώ γάιδαρο λοιπόν, αν και δεν ήξερα πώς τον καβαλικεύουν. Το προσπαθούσα μόνος μου βέβαια, αλλά με τίποτε δεν μπορούσα να κατευθύνω την βάρκα μου κάπου.
Αυτό που δεν μπορούσα να κάνω εγώ όμως, αποδείχτηκε ότι μπορούσε να το κάνει ο κουνιάδος μου, ο οποίος ήταν μαθητής λυκείου τότε. Ήταν όμως και κωπηλάτης αυτός σε μια ομάδα του ομίλου Καλαμαριάς κι αυτή η σχέση, του επέτρεπε να ξέρει και λίγα πράγματα από ιστιοπλοΐα, αυτά δηλαδή που έμαθε παρατηρώντας να κάνουν οι ιστιοπλόοι φίλοι του, όταν τον έπαιρναν μαζί τους για μια βόλτα στην θάλασσα με τα πανιά.
Βλέποντας λοιπόν αυτός να ταλαιπωρούμαι, μη μπορώντας να κάνω κουμάντο την βάρκα μου, ήρθε και μου έδειξε τι ακριβώς έπρεπε να κάνω πάνω σ’ αυτήν, έτσι ώστε να μπορώ στο εξής να την πλεύσω προς κάποια κατεύθυνση.
Από αυτόν δηλαδή έμαθα πως να δένω τα σχοινιά της, σε ποια θέση να βάζω τα δύο της πανιά σύμφωνα με την κατεύθυνση του αέρα, το που θα έπρεπε να κάθομαι εγώ όταν αυτός φυσάει από την μια ή από την άλλη πλευρά και προπαντός, πως και πότε να αλλάζω θέση στα πανιά της, όταν θα ήθελα να επιστρέψω από κάποια διαδρομή.
Μετά από κείνο το ολιγόλεπτο μάθημα ιστιοπλοΐας, κατάφερα επιτέλους να μετακινούμαι με την βάρκα μου από το ένα σημείο στο άλλο, έστω κι αν η απόσταση που έβαζα ως προορισμό μου, δεν ξεπερνούσε τα εκατό μέτρα.
Έκανα πολλές φορές την ημέρα εκείνη την μικρή διαδρομή, μέχρι που να μάθω πολύ καλά τους εξειδικευμένους χειρισμούς που ήταν απαραίτητοι, αφού η θάλασσα δεν αστειεύεται όπως ξέρουμε και δεν παίζει με όποιον κάνει ότι νομίζει.
Θέλοντας να προφυλάξω λοιπόν κι εγώ τον εαυτό μου από κάποιο ξεθάρρεμα, έκανα προπόνηση εκεί και στα ρηχά, κινούμενος πάντα παράλληλα με την ακτή και ποτέ μακρύτερα από τα είκοσι μέτρα από το σημείο που σκάει το κύμα.
Έκανα μια εβδομάδα προπόνηση δηλαδή κι αφού νόμισα ότι ήταν αρκετό αυτό, ξεθάρρεψα ύστερα και μεγάλωσα την απόσταση της προπόνησης μου από την ακτή.
Για να μάθω όμως εγώ αυτά τα λίγα έστω από ιστιοπλοΐα, χρειάστηκε να αφήνω πολλές ώρες μόνη της την γυναίκα μου με το μικρό μας Κωνσταντίνο, ο οποίος ήταν τότε λιγότερο από δύο ετών.
Η προσήλωση που έδειχνα προς στην βάρκα μου, ήταν από όλους φανερή βέβαια και πιο πολύ από την γυναίκα μου, εξαιτίας της ο ποιας κι έγινε νευρική αυτή, όχι μόνον γιατί χανόμουν πολλές ώρες από το οπτικό της πεδίο, αλλά και γιατί όλες εκείνες οι μικρές που ήθελαν να βγουν φωτογραφία με το κότερο όπως το έλεγαν, ήθελαν να είναι και ο καπετάνιος ανάμεσα τους κι αυτό ειδικά ήταν κάτι που την έκανε όχι μόνον να εξοργίζεται μαζί μου, αλλά και να αντιπαθεί την βάρκα μας.
Μιχάλης Αλταλίκης