Την σιωπή που απλώθηκε ανάμεσά μας όμως, ο δικηγόρος την έσπασε μετά από λίγο κι αυτό που θέλησε να μάθει, ήταν αν αυτά που τους είπα, είχαν κάποια σχέση με πρώην ιδιότητά μου ή όχι. Του φάνηκαν τεκμηριωμένα αυτά όπως είπε, γι’ αυτό και δεν μπορούσε να τα θεωρήσει αναληθή.
Αλλά και πώς είσαι τόσο σίγουρος κύριε Μιχάλη, πρόσθεσε, για την προστασία του Χριστού που μας ανάφερες; Είναι αλήθεια βέβαια, ότι εγώ τουλάχιστον δεν έχω και πολύ καλή σχέση με την εκκλησία, οπότε, κάπως παράξενα τα ακούω όλα αυτά που μας άφησες να καταλάβουμε.
Ο αστυνομικός πήγε να πει κάτι σχετικό απαντώντας τον, αλλά επειδή δεν το συνέχισε, αναγκάστηκα να συμπληρώσω εγώ την τοποθέτησή του, αλλά και συνέχεια μου επέτρεπε να δώσω, στα προηγούμενα που τους έλεγα.
Άκουσε λοιπόν, έλεγα στον δικηγόρο. Δεν έχω κανένα πτυχίο. Ότι γνωρίζω δηλαδή επί του θέματος της προστασίας που έθιξες, το γνωρίζω από πείρας. Από την προσωπική μου ζωή δηλαδή κι από αυτά που έζησα και αντιμετώπισα με την συμμετοχή της Παναγίας μας. Τα οποία βέβαια, έχω γραμμένα ένα προς ένα κι όποιος θέλει μπορεί να τα μελετήσει, επισκεπτόμενος ελεύθερα την προσωπική μου σελίδα.
Αυτός είναι κι ο σκοπός άλλωστε που ασχολήθηκα με την καταγραφή τους. Το να τα μελετήσουν όσοι θέλουν και μαζί με αυτά, να ψάξουν στην μνήμη τους να βρουν, αν και σ’ αυτούς έγιναν ανεξήγητες επεμβάσεις από κάποιον Άγιο στην ζωή τους και τις ξέχασαν ή της απέδωσαν κάπου αλλού κατά την άποψή τους.
Αυτά που έζησα εγώ όμως, είναι τόσα πολλά και τόσα τρανταχτά, που κανένα περιθώριο δεν μου επιτρέπουν να τα ξεχάσω, όσο κι αν επιμένω. Όποιος θέλει τα πιστεύει πάντως κι όποιος θέλει δεν πιστεύει. Δικαίωμά του.
Ωστόσο όμως, γνώρισα κι έναν φοιτητή της ιατρικής, ο οποίος διέθετε χρόνο από την ζωή του, προκειμένου να ακούσει μεν ιστορίες σαν τις δικές μου, αφιερωμένες στην προστασία της Παναγίας μας ή των Αγίων μας δηλαδή, με σκοπό και μόνον, το να μην τις πιστέψει. Και το κριτήριό του ήταν, μόνον οι δικές του άθεες απόψεις.
Όποιο συμβάν κι αν του ανέφερε κάποιος από την προσωπική του ζωή δηλαδή, την άκουγε μεν όπως είπαμε, αλλά μόνον για να το απορρίψει ως αποτέλεσμα φαντασίας. Ακούστε τώρα να σας πω ένα περιστατικό από την ζωή κάποιου γνωστού μου, το οποίο άκουσε μεν αυτός, αλλά κι απέρριψε ως φαντασία.
Ο Γιώργος λοιπόν, ήταν στο κέντρο της πόλης μας μια μέρα της δεκαετίας του 1980, προκειμένου να κάνει από εκεί τα οικογενειακά του ψώνια και μάλιστα από την παλιά κεντρική αγορά της πόλης μας, αυτή δηλαδή που βρίσκεται στην οδό Βασιλέως Ηρακλείου.
Ήταν πρωί λοιπόν και κάπου κοντά στις δέκα αν θυμάμαι καλά, όταν πήγαινε με τις σακούλες που κρατούσε στα χέρια του, να πάρει το λεωφορείο για το σπίτι του. Πριν ακόμη φτάσει στην οδό Αριστοτέλους, άκουσε κάποιον να τον καλεί από πίσω του με το όνομά του.
Γιώργο, Γιώργο έλεγε δηλαδή κάποιος κι όταν γύρισε αυτός να δει ποιος τον καλούσε, δεν έβλεπε κανέναν γιατί και κανείς δεν τον ακολουθούσε. Φοβήθηκε ο Γιώργος από το περιστατικό γι’ αυτό κι αύξησε τα βήματά του. Μη φεύγεις του έλεγε η φωνή. Εγώ είμαι και θέλω να μου κάνεις μια χάρη.
Ποιος είσαι; Έλεγε ο Γιώργος φοβισμένος και τί θέλεις από εμένα; Ο Ραφαήλ είμαι, απάντησε η φωνή και αύριο είναι η γιορτή μου. Δεν έχουν όμως οι μοναχές λουλούδια να στολίσουν την εικόνα μου. Άφησε λοιπόν τα ψώνια σου και τρέξε να προλάβεις το καράβι, γιατί εσένα περιμένουν για να ξεκινήσει.
Ο Γιώργος ούτε τον Ραφαήλ ήξερε, ούτε την γιορτή του, ούτε ποιό ήταν το καράβι που θα έφευγε, ούτε και πού θα πήγαινε αυτό βέβαια. Παράτησε λοιπόν τα ψώνια του στο πεζοδρόμιο κι αφού πήγε απέναντι στα λουλουδάδικα, ζήτησε από το πρώτο κατάστημα που μπήκε, να του δώσουν τα λουλούδια για τον Ραφαήλ.
Λες και ήξεραν αυτοί τι συγκεκραμένα να του δώσουν, μια αγκαλιά λουλούδια φορτώθηκε ο Γιώργος κι αφού τα πλήρωσε και βγήκε στο πεζοδρόμιο, εκεί έψαχνε μέσα του να βρει, πού έπρεπε να πάει μ’ εκείνα τα λουλούδια. Στο λιμάνι του έλεγε πάλι η φωνή να πας, γιατί εκεί είναι το καράβι.
Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, τα είχε χαμένα ο Γιώργος με όλα αυτά που του συνέβαιναν, γι’ αυτό και σαν ρομπότ ενεργούσε. Μόλις πήρε το μήνυμα όμως, όντως ξεκίνησε να πάει στο λιμάνι και με τα πόδια πήγε εκεί, αν και δεν είναι κοντινή απόσταση.
Όταν βρέθηκε τελικά στο λιμάνι, τους ανθρώπους ρωτούσε να του πουν, πού ήταν το καράβι που θα πήγαινε στον Ραφαήλ, αφού αυτός για πρώτη του φορά βρισκόταν στο λιμάνι.
Ρωτώντας συνεχώς λοιπόν όποιον έβλεπε μπροστά του, κατάφερε τελικά να φτάσει μέχρι και στον χώρο των εισιτηρίων, όπου και τον μάλωναν οι άνθρωποι.
Τέτοια ώρα ήρθες; Το καράβι φεύγει στις δέκα κι εσύ τώρα ήρθες; Δώδεκα κοντεύει. Για καλή σου τύχη όμως, έπαθε βλάβη αυτό κι ακόμη δεν μπορούν να την διορθώσουν. Γι’ αυτό λοιπόν και καθυστερεί η αναχώρησή του. Τρέξε να το προλάβεις όμως τώρα, γιατί μπορεί να ξεκινήσει αμέσως κι εσύ θα μείνεις εδώ με τα λουλούδια στα χέρια.
Αφού του έδειξαν πού ήταν το καράβι, τρέχοντας έφτασε εκεί ο Γιώργος και στην σκάλα τον περίμενε ο θυμός του καπετάνιου. Τώρα ήρθες; Εμείς έπρεπε να είμαστε εδώ και δυό ώρες στην θάλασσα. Έλα μέσα όμως, γιατί τώρα μόλις διορθώσαμε την βλάβη που μας καθυστέρησε. Άλλη φορά να ξέρεις όμως, ότι στην ώρα σου πρέπει να είσαι εδώ. Ακούς;
Άκουσε βέβαια ο Γιώργος, αλλά και τί να του έλεγε; Βλέπετε λοιπόν τι έγινε και τι μεσολάβησε, για να φτάσουν τα λουλούδια του Αγίου εγκαίρως στην Μυτιλήνη; Εκεί δηλαδή που ο Γιώργος δεν ήξερε πώς να φτάσει, όπως δεν ήξερε και πού να πάει από εκεί και μετά, τα λουλούδια που είχε μαζί του και δεν ήταν λίγα.
Ρωτώντας πάλι κι ακολουθώντας τους προσκυνητές βρέθηκε μαζί τους στο μοναστήρι που έπρεπε να δώσει τα λουλούδια, στην πύλη του οποίου τον περίμενε η ηγουμένη και με το όνομά του τον καλούσε, αλλά και τον μάλωνε κατά κάποιον τρόπο. Από εχθές σε περιμέναμε Γιώργο κι εσύ τώρα ήρθες; Τώρα όμως μας είπε κι ο Άγιος ότι έρχεσαι. Φέρε λοιπόν τα λουλούδια, γιατί αργήσαμε τον στολισμό της εικόνας του.
Τα έδωσε βέβαια ο Γιώργος κι όπως υποχρεώθηκε, κάθισε στην λειτουργεία και όλες τις επόμενες ώρες έκλαιγε, για όσα κι αυτός κατάλαβε ότι έγιναν για την γιορτή του Αγίου Ραφαήλ που δεν ήξερε.
Από τότε και μετά όμως, ποτέ δεν σταμάτησε να κλαίει ο καλοπροαίρετος Γιώργος, όταν τον υποχρεώνουν οι φίλοι και οι γνωστοί του να τους διηγηθεί την περιπέτειά του.
Από αυτά που ακούσατε να σας αναφέρω λοιπόν, βγάλατε εσείς το συμπέρασμα ότι όλα αυτά τα φαντάστηκε ο άνθρωπος που τα έζησε; Βλέπετε τί γίνεται; Όποιος δεν θέλει να σκεφτεί καθόλου αυτά που ακούει, αυτός είναι που φαντάζεται τί απάντηση να δώσει στον εαυτό του για όσα του προκύπτουν, γιατί απλούστατα, του φαίνονται απίστευτα.
Από την στιγμή λοιπόν, που η μωρία αναγκάζει τον άνθρωπο που την έχει, να τον βγάζει εκεί που αυτή θέλει, ο άνθρωπος γίνεται με την θέλησή του θύμα του εαυτού του. Σκεφτείτε τώρα και τί μπέρδεμα προκαλεί στον άνθρωπο που θέλει να διατηρεί την μωρία μέσα του, όταν βγάζει και τον δημιουργό των απάντων από την ζωή του και πιστεύει ψευδόμενος ότι όλα τα υπάρχοντα έγιναν από μόνα τους.
Αν ασπασθεί και μόνον κανείς αυτήν την τοποθέτηση, η ίδια θα τον υποχρεώσει να βλέπει όλες οι πληροφορίες που δέχεται στο μυαλό του προς επεξεργασία, ως εντελώς αναληθείς.
Οπότε; Από μόνος του κανείς πνίγεται μέσα στο δικό του ψέμα και χωρίς να το υπολογίζει αυτό, χαίρεται μετά για την κατάντια του μυαλού του, υπολογίζοντάς το ψέμα του ως σοφή επιλογή, γι’ αυτό και την υπερασπίζεται με περισσή μανία.
Θα σας θυμίσω όμως τώρα και κάτι από την ζωή του Χριστού μας, για να δείτε και την δύναμη της πίστης σ’ αυτόν που την έχει, την οποία απορρίψαμε εμείς από άμετρη βλακεία ή από αθεΐα, αφού συνώνυμες είναι αυτές οι δύο λέξεις.
Έσπρωχνε ο όχλος τον Χριστό μας όπως αναφέρεται στο ευαγγέλιο, προκειμένου να τον πλησιάσουν και να ζητήσουν από Αυτόν την ίασή τους. Ανάμεσα σ’ αυτούς όμως, ήταν και μια γυναίκα, που έπασχε από ένα δύσκολο και μακροχρόνιο πρόβλημα. Δεν μπορούσε να γλιτώσει δηλαδή, από την μόνιμη ροή αίματος, αν και ξόδεψε σε γιατρούς και θεραπείες γι’ αυτόν τον σκοπό, όλη της την περιουσία.
Αν και μόνον ακουμπήσω το ιμάτιό Του, έλεγε μέσα της την στιγμή που βρισκόταν δίπλα Του, θα γίνω καλά. Αυτό έκανε λοιπόν η γυναίκα. Ακούμπησε το ιμάτιό Του. Και μόλις το ακούμπησε, την ίδια στιγμή έληξε το χρόνιο πρόβλημά της.
Εκείνη την στιγμή όμως, άκουσαν οι Απόστολοι και τον Χριστό μας να τους λέει, ότι κάποιος τον ακούμπησε. Λογικά κι αυτοί σκεπτόμενοι, Του απαντούσαν. Μα εδώ σε συνθλίβει όχλος πολύς ανθρώπων κι εσύ μας λες τώρα ότι κάποιος σε ακούμπησε;
Ναι, έλεγε Αυτός, Εγώ ξέρω ότι κάποιος με ακούμπησε, γιατί ένιωσα να φεύγει δύναμη από πάνω μου. Ποιός είναι αυτός λοιπόν; Ήξερε βέβαια ότι γυναίκα τον ακούμπησε, όπως ήξερε και ποιά ήταν. Εσκεμμένα λοιπόν έκανε την ερώτηση, για να ομολογήσει η ίδια αυτό που της συνέβη.
Οπότε; Αναγκάστηκε κι αυτή να αναφέρει μπροστά σε όλους, τόσο το χρόνιο πρόβλημά της, όσο και το ότι ελευθερώθηκε πλέον από αυτό, μόλις και μόνον ακουμπήσει το ρούχο Του.
Και τί της είπε Αυτός; Έχε θάρρος γυναίκα. Η πίστη σου σε έσωσε. Βλέπετε τί γίνεται γύρο μας κι εμείς ζούμε μέσα σε μια τεράστια πλάνη, μη δεχόμενοι τον Θεό στην ζωή μας; Πρόστιμα επιβάλει η κυβέρνηση σ’ αυτούς που πιστεύουν, ότι ο μόνος αξιόπιστος θεράπων για όλες τις ασθένειες είναι ο Χριστός μας, αφού όπως είπαμε, τίποτε δεν κινείτε χωρίς την δική του έγκριση.
Και μόλις εχθές άκουσα εγώ έναν άπιστο ιερέα να λέει μέσα από κάποιο κανάλι, ότι δεν δοκιμάζεται η πίστη μας τώρα, αλλά η υγεία μας. Το ίδιο δεν κάνουν άλλωστε και οι επίσκοποί μας; Η αιμορροούσα γυναίκα ήξερε ότι και μόνον το ρούχο Του να ακουμπήσει, θα γίνει καλά.
Οι ιερείς και οι επίσκοποί μας δηλαδή, δεν πιστεύουν καθόλου στην δύναμη του Χριστού μας; Αυτός δηλαδή είναι ο λόγος που με τέτοιο ζήλο επιβάλουν στους ανθρώπους την δική τους εμμονή στην απιστία, προκειμένου να συμβάλουν κι αυτοί στον εμβολισμό όλων μας, λες και είμαστε πρόβατα επί σφαγή;
Μα αφού όλοι μας ξέρουμε, όπως και λογικά καταλαβαίνουμε, ότι από τότε που γεννήθηκε ο άνθρωπος επί της γης, το ίδιο πράγμα δοκιμάζεται κάθε λεπτό και με κάθε αίτιο ως αφορμή. Η πίστη μας.
Πώς λοιπόν πέρασε πάνω από τον δημιουργό των πάντων το δημιούργημα και δοκιμάζεται επάνω μας τώρα η πίστη μας προς την δύναμη του κορωνοϊού; Μήπως εκτός από σωματικά, πάσχουμε και ψυχικά, όπως και πνευματικά;
Μπέστε λοιπόν στην διαδικασία να δείτε ξανά κι από την αρχή αυτό το θέμα, γιατί η εμμονή μας να πιστεύουμε στην ίαση της ασθένειάς μας, χωρίς την ύπαρξη και συμμετοχή του Θεού σ’ αυτήν, θα μας αναγκάσει να ασθενήσουμε πολύ σοβαρά και ανεπανόρθωτα μάλιστα, εξαιτίας της απιστίας μας προς τον Θεό.
Κι ευθαρσώς θα σας πω κι αυτό τώρα, ότι παρά την ηλικία μου, δεν φόρεσα ποτέ μάσκα σ’ αυτά τα δύο χρόνια, αν και κινούμαι καθημερινά μέσα στην πόλη μας, αν και συναναστρέφομαι με πολλούς ανθρώπους.
Εν τούτοις όμως, σε κανέναν δεν μετέδωσα κάτι κακό, αφού τους βλέπω όλους στις θέσεις τους, αλλά ούτε κι εγώ έπαθα κάτι από αυτούς, είτε εμβολιάστηκαν οι άνθρωποι, είτε όχι.
Και η γυναίκα μου που πέρασε κορωνοϊό τον Μάιο, στο σπίτι την κράτησα. Ακολουθήσαμε με ηρεμία μια αγωγή που μας έδωσε ο γιατρός μας κι όλα πήγαν καλά με την βοήθεια του Θεού. Δεν μας έπνιξε κανένας φόβος δηλαδή, γιατί αφήσαμε την Παναγία μας να επιληφθεί Αυτή την έκβαση του προβλήματός μας.
Με οποιοδήποτε τίμημα βέβαια Της αφήσαμε την ελευθερία να επιλέξει Αυτή το αποτέλεσμα που θα ήθελε να μας προκύψει αλλά κι εμείς ήμασταν αποφασισμένοι να το δεχθούμε ως καλώς καμωμένο. Εγώ δε, μαζί της ζώντας κι από το ίδιο πιάτο τρώγοντας, όπως στο ίδιο κρεβάτι ξαπλώνοντας για να μην την αφήνω μόνη της, τίποτε δεν έπαθα. Ούτε και τα παιδιά μας βέβαια, αν και συνεχώς μας επισκεπτόταν.
Και τα δικά μου αντισώματα όταν μας τα ζήτησε ο γιατρός, βρέθηκαν διπλάσια από τα δικά του κι ας έκανε δυό εμβόλια όπως μας είπε κι ας είναι τριάντα χρόνια νεώτερός μου.
Ασφαλώς κι έχουμε προστασία όπως σας είπα, αλλά και την θέλουμε αυτήν στην ζωή μας. Δεν την αρνηθήκαμε ποτέ δηλαδή. Την ίδια προστασία μπορούμε να την έχουμε όλοι βέβαια, αρκεί να παρακαλέσουμε λογικά την Παναγία μας, ή τον Χριστό μας αν θέλετε, ώστε Αυτός να μας καλύψει από κάθε κακό κι όχι μόνον από τον κορωνοϊό.
Γιατί αυτά που έφερε αυτός, όπως κι αυτά που θα φέρουν αυτοί, οι εχθροί της ανθρωπότητας δηλαδή, μέσω αυτού του ιού ως αίτιο, ή με την βοήθεια άλλου αίτιου, δεν θα μπορούμε να τα υπολογίσουμε ως λογικά, γιατί ασφαλώς και θα είναι διαβολικά. Το ξέρουν και οι μητροπολίτες μας αυτό κι όμως συνεργούν μαζί τους, για αδιανόητους λόγους.
Αυτά που ακούσατε λοιπόν επιχειρούν εις βάρος μας όλοι τους αγαπητοί μου και κανείς δεν επαναστατεί κατά του άθεου κράτους. Ούτε οι γιατροί, ούτε οι δικηγόροι, ούτε βέβαια οι στρατιωτικοί, ούτε οι δικαστικοί, ούτε οι δημοσιογράφοι, ούτε οι πολιτικοί, ούτε οι εκπαιδευτικοί, ούτε οι κάθε λογής επιστήμονες και προπαντός, ούτε και οι επίσκοποί μας, για να προστατεύσουν καθώς οφείλουν την δική μας αξιοπρέπεια, όπως κι αυτήν της πατρίδας μας.
Από μαθητής στο γυμνάσιο ακόμη έβλεπα εγώ την άθεη τάση των εκάστοτε υπουργών παιδείας και θρησκευμάτων κι από τότε απορούσα, για το πώς επιλέγονται τέτοιοι τύποι σ’ αυτές τις θέσεις και κανείς δεν διαμαρτύρεται.
Όλοι αυτοί που σας ανέφερα λοιπόν, δεν έβλεπαν από τότε που σπούδαζαν ακόμη, ότι μας οδηγούν όλους προς την αθεΐα, ώστε να μας προφυλάξουν τώρα τουλάχιστον καθώς έχουν υποχρέωση, από τις ύπουλες και διαβολικές ενέργειες αυτών που κινούν τα νήματα;
Όπως αποδεικνύεται λοιπόν, από την αδιαφορία όλων αυτών ή κι από την δική τους ηθελημένη εμπλοκή στις τάξεις των εχθρών του ανθρώπου, γεμίσαμε στις μέρες μας από άθεους γιατρούς, άθεους δασκάλους και πολιτικούς, όπως άθεους δημοσιογράφους, επιστήμονες και δικαστικούς, αλλά και άθεους επισκόπους πρέπει να πω, ήμαρτον Θεέ μου.
Αυτοί ειδικά, αντί να στρέψουν τους ανθρώπους προς τον Θεό ως φυσική συνέπεια, μετά από την μακροχρόνια εξοστράκισή μας από την πατρική Του αγκαλιά, μας στέλνουν αμαχητί προς την υποδούλωση του διαβόλου, μέσω του δήθεν εμβολίου που υποστηρίζουν και το κακό γι’ αυτούς και γι’ εμάς είναι, ότι το κάνουν εν γνώσει τους.
Ακούστε και κάτι άλλο τώρα μαζί με αυτά.