Σεμινάρια για υψηλόβαθμα στελέχη επιχειρήσεων

mixail-150x1501 Τελείωσε κάπως πρόχειρα θα λέγαμε η ιστορία με τα νερά της ταράτσας που κατέληγαν στο σαλόνι μας, όπως και στο σαλόνι του γείτονά μας, αλλά και ακάθεκτοι όπως πάντα εμείς μπήκαμε με θάρρος στους μετέπειτα καθημερινούς μας ρυθμούς και είμασταν έτοιμοι εκεί να δεχθούμε οτιδήποτε άλλο ήθελε να μας προκύψει.

 Ευτυχώς για μας όμως, ήταν ευχάριστο αυτό που μας προέκυψε εκ των υστέρων, αν κι από καιρό πριν μας το διεμήνυε με εκείνες τις γνωστές γυναικολογικές ενοχλήσεις η γυναίκα μου κι αυτός ήταν ο λόγος που μας ανάγκασε να επισκεφτούμε μαζί τον γυναικολόγο της. Αυτός βέβαια, χαρούμενος μας το επιβεβαίωσε, αφού όντως και πράγματι ήταν έγκυος αυτή και μάλιστα στον τρίτο μήνα και στο δεύτερο παιδί μας.  Πως λοιπόν να μην το χαιρόμασταν;

 Κι όπως μας το υπολόγισε αυτό ο γιατρός, θα έπρεπε να περιμένουμε την άφιξή του, ή κατά τα τέλη του τρέχοντος έτους, το 1980 δηλαδή, ή στις αρχές του επομένου. Κι αφού έτσι μας είπε, μπήκαμε κι εμείς με πολύ καλή διάθεση στην διαδικασία της αναμονής του και χαμπάρι δεν πήραμε για το πώς φτάσαμε τόσο γρήγορα από τον Ιούλιο μήνα στον Σεπτέμβριο.

  Μπαίνοντας όμως στον Σεπτέμβριο μήνα κι ενώ βρισκόμασταν ακόμη στις αρχές του πρώτου δεκαπενθημέρου του, δεχτήκαμε στα γραφεία της εταιρείας που εργαζόμουν μερικά πληροφοριακά έντυπα, προερχόμενα από μια γνωστή εταιρεία διοργάνωσης επαγγελματικών σεμιναρίων, τα οποία και μας διεμήνυαν, ότι με την έναρξη της νέας σχολικής περιόδου, θα διοργανωνόταν στην πόλη μας διαφόρων θεμάτων επαγγελματικά σεμινάρια κι ότι αυτά θα απευθύνονταν αυστηρά και μόνον σε υψηλόβαθμα στελέχη επιχειρήσεων.

 Σ’ αυτά τα σεμινάρια λοιπόν, όπως πολύ εμφανώς το πρόβαλαν κι αυτό, θα δίδασκαν επιφανείς καθηγητές μεγάλων πανεπιστημίων του εξωτερικού και μάλιστα της Αμερικής. Δεν γνώριζα βέβαια την άφιξη αυτών των εντύπων, οπότε, ιδέα δεν είχα για την ύπαρξη των προτεινόμενων σεμιναρίων. Με κάλεσε όμως στο γραφείο του ένα πρωινό ο Γερμανός διευθυντής μας κι αφού μου έδειξε τα εν λόγω έντυπα, μου πρότεινε στην συνέχεια να παρακολουθήσω δύο τουλάχιστον από αυτά και για να με ωθήσει μάλιστα προς αυτήν την κατεύθυνση, μου έλεγε με στόμφο τα παρακάτω.

 – Πρέπει να εμπλουτίσεις τις γνώσεις σου, γι’ αυτό και θέλω να πάρεις μέρος σ’ αυτά τα σεμινάρια. Καλό θα είναι μάλιστα, να παρακολουθήσεις πρώτα αυτό που αναφέρεται στο μάρκετινγκ και στις πωλήσεις, αφού ούτως ή άλλως βρίσκονται στο χώρο της αρμοδιότητας σου, αλλά και για μια εβδομάδα μόνο θα σε απασχολήσει.

 Μετά από αυτό όμως, θέλω να πάρεις μέρος και σ’ αυτό το σεμινάριο που είναι δεκαπενθήμερο και αφιερωμένο στην σωστή διοίκηση επιχειρήσεων αλλά και στην ποιοτική εργασία του προσωπικού της.

 Εσύ ειδικά, απαραιτήτως πρέπει να το παρακολουθήσεις αυτό, αφού και για εσένα θα είναι χρήσιμες αυτές οι γνώσεις, αλλά και για την δουλειά μας θα είναι χρήσιμες. Τι λες λοιπόν; Θα πάρεις μέρος;

  Όπως σας το έχω αναφέρει βέβαια αυτό στα προηγούμενα, ως υπεύθυνος των πωλήσεων και των δημοσίων σχέσεων τους υπηρετούσα εγώ εκείνη την επιχείρηση. Κι αφού επέμενε ο διευθυντής μας να ζητά από εμένα την περεταίρω επαγγελματική μου επιμόρφωση, υποχρεώθηκα στο τέλος να του υποσχεθώ την συμμετοχή μου στα εν λόγω σεμινάρια κι έτσι, μετά από πολλά χρόνια, βρέθηκα και πάλι στην θέση του μαθητή.

 Για την θέση που κατείχα βέβαια, ήμουν αρκετά εκπαιδευμένος κι από μικρός μάλιστα, αλλά επειδή καμιά γνώση δεν είναι αρκετή προκειμένου να κάνει κανείς την δουλειά του άριστα κι εγώ καταλάβαινα ότι μάλλον καλό θα μου έκαναν τα σεμινάρια όσο κουραστικά κι αν ήταν, γι’ αυτό κι ευχαρίστως δέχτηκα να τα παρακολουθήσω.

 Σας έχω αναφέρει όμως και κάτι άλλο στα προηγούμενα. Ότι είχαμε δηλαδή στην ίδια επιχείρηση κι έναν άλλον επίσης διευθυντή, ο οποίος ήταν άνευ χαρτοφυλακίου, δεδομένου ότι δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί πρακτικά η θέση του ως δεύτερος. Κι αφού δεν υπήρχε οργανική θέση για δεύτερο διευθυντή, αναγκαστικά πια αυτός ήταν διευθυντής χωρίς να είναι πρώτος η δεύτερος, αλλά κι επισήμως ήταν διευθυντής με προσωπικό γραφείο δίπλα από αυτό του πρώτου, χωρίς όμως να έχει διευθυντικές αρμοδιότητες.

 Το γιατί τώρα ήταν διευθυντής αυτός και μάλιστα σε μια πολυεθνική εταιρεία διεθνών μεταφορών, με πολλές επί μέρους ειδικότητες, χωρίς να ξέρει τίποτε από τίποτε κι από καμιά επιμέρους εργασία αυτής της εξειδικευμένης εταιρείας, αυτό σας το έχω αναλύσει τότε που για πρώτη φορά αναφέρθηκα στην περίπτωσή του.

 Όταν λοιπόν έμαθε αυτός ότι έστελναν εμένα να παρακολουθήσω αυτά τα σεμινάρια, θέλησε κι αυτός να πάρει μέρος, γι’ αυτό και μπήκε μαζί μου στη λίστα της επιμόρφωσής μας, αφού δεν μπορούσαν για κάποιους λόγους να του απαγορεύσουν, ή να του αρνηθούν την συμμετοχή. Μπήκαμε μαζί λοιπόν στα σεμινάρια και μαζί τα παρακολουθήσαμε κι όπως αποδείχτηκε αυτό στο τέλος, ήταν όντως πολύ ενημερωτικά κι όχι μόνον, αφού και πολύ διδακτικά ήταν μάλιστα.

 Κι όντως ήταν ωφέλημα αυτά, τόσο γι’ αυτούς που είχαν εμπειρίες και τις απέκτησαν εργαζόμενοι και μάλιστα με πολλή προσοχή, όσο και γι’ αυτούς που ήταν μεν στελέχη σε επιχειρήσεις, αλλά δεν είχαν καμιά εμπειρία ως εργαζόμενοι, όπως ήταν κι ο δικός μας σαν διευθυντής.

  Βάσει των όσων διδαχτήκαμε όμως σ’ αυτά τα σεμινάρια και προπαντός σ’ αυτό που αναφερόταν, στην ποιοτική προσφορά εργασίας, σαφέστατα δηλωνόταν εκεί, ότι είναι επικίνδυνοι αυτοί που εργάζονται σε μια επιχείρηση και δεν ξέρουν πώς να κάνουν καλά και σωστά αυτό που υποχρεούνται.

 Κι ακόμη πιο επικίνδυνοι μάλιστα είναι αυτοί, που δεν ξέρουν τι ακριβώς κάνουν ως εργαζόμενοι, αν και κατέχουν θέσεις κλειδιά στις επιχειρήσεις που υποτίθεται ότι εργάζονται. Αυτοί λοιπόν, πασιφανώς είναι επιζήμιοι για όλους και για όλα, αφού χωρίς να έχουν καμιά εμπειρία ως εργαζόμενοι, το μόνο που καταφέρνουν να κάνουν για την επιχείρηση που εργάζονται, είναι να αυτοσχεδιάζουν γι’ αυτήν. Αυτοσχεδιάζοντας όμως, ένα είναι σίγουρο, ότι αργά ή γρήγορα θα την σπρώξουν σε επικίνδυνα μονοπάτια, από όποια θέση κι αν νομίζουν ότι την υπηρετούν.

 Αυτοί λοιπόν που ήρθαν τότε να παρακολουθήσουν μαζί με μας, εκείνα τα τόσο εξειδικευμένα σεμινάρια, ήταν όλοι τους εργαζόμενοι σε επιχειρήσεις κι εφόσον ήταν υψηλόβαθμα στελέχη, όντως κατείχαν θέσεις κλειδιά. Είτε ήταν ιδιοκτήτες της επιχείρησής τους αυτοί, είτε απλώς εργαζόμενοι σ’ αυτήν όπως εγώ, καλά έκαναν και τα παρακολούθησαν προκειμένου να αποκτήσουν γνώσεις που δεν είχαν, ή να ενισχύσουν τις ήδη υπάρχουσες, αλλά και για να μεταλαμπαδεύσουν στους συναδέλφους τους αυτά που διδάχτηκαν.

 Το ίδιο έκανα κι εγώ στην προκειμένη περίπτωση κι αφού μετέφερα στον Γερμανό διευθυντή μας, στους συναδέλφους μου, αλλά και στην γενική μας διεύθυνση των Αθηνών, όσα επιμέρους ενημερώθηκα στα σεμινάρια, αυτοί μου εξέφρασαν την ικανοποίησή τους κι ευχαριστημένοι από το αποτέλεσμα των σποδών μου, μου έδωσαν την άδεια να επιβλέπω και την εφαρμογή αυτών, όταν θα τις βάζαμε στην καθημερινότητα των εργασιών μας.

 Το πώς και πόσο εφαρμόστηκαν όμως αυτά στην συνέχεια, αυτό θα σας το αναφέρω αργότερα κι όταν θα έρθει η ώρα. Εκείνο πάντως που μπορώ να μεταφέρω και σε σας ως μαθητής της σωστής εργασιακής ζωής, είναι ότι μαζί με τις θεωρητικές, είναι απαραίτητο να συμμετέχει κανείς και πρακτικά στις εφαρμοσμένες εργασιακές σπουδές, προκειμένου να μάθει πρώτα από όλα, πώς πρέπει να εργάζεται.

 Αν δεν υπάρχει αυτή η βάση, καμιά από τις θεωρητικά προσφερόμενες εργασιακές σπουδές δεν μπορεί να στερεωθεί, αφού πουθενά δεν θα υπάρχουν τα ευλογημένα θεμέλια. Πρώτα λοιπόν μαθαίνουμε να δουλεύουμε, μετά αγαπούμε γενικά την δουλειά, ύστερα επιλέγουμε είδος δουλειάς που θέλουμε να κάνουμε και μετέπειτα ακολουθούμε αυτό που όντως μπορούμε να κάνουμε.

 Δεν τρέχουμε δηλαδή πίσω από αυτό που η φαντασία μας οδηγεί να κάνουμε, αλλά πίσω από αυτό που οι δικές μας δυνατότητες μπορούν να μας εδραιώσουν εργασιακά κάπου, ώστε και αποδοτικοί να γίνουμε αργότερα, αλλά και χρήσιμοι για τους συνανθρώπους μας να γίνουμε.

 Μετά από όλα αυτά, καλό είναι να σπουδάσουμε και πώς μπορούμε να κάνουμε την δουλειά μας καλύτερα από πριν, πολύ πιο αποδοτική και προπαντός, πολύ πιο χρήσιμη για τους ανθρώπους, αφού γι’ αυτούς πρώτα απ’ όλα εργαζόμαστε και μετά για την τσέπη μας.

 Αν δεν υπάρχει αυτός ειδικά ο λόγος ως έδρα στην προσφορά της προσωπικής μας εργασίας, τότε καμιά εργασία δεν μπορεί να γίνει καλύτερη από την προγενέστερη. Αντιθέτως κι από μέρα σε μέρα, θα γίνεται αυτή όλο και πιο εγωιστική, όλο και πιο περιοριστική, όλο πιο επικίνδυνη για μας και την επιχείρησή μας και προπαντός, όλο και πιο απάνθρωπη.

 Οι πάσης φύσεως επαγγελματίες βέβαια, αυτό κάνουν στις μέρες μας ως εργαζόμενοι. Αδιαφορούν τελείως για το πώς θα ωφεληθεί ο άνθρωπος πρωτίστως, ή αγνοούν τελείως την ύπαρξη αυτής της αρχής. Αυτή όμως, από αρχαιοτάτων χρόνων διδάσκεται έστω και με πολύ απλά λόγια, από αγράμματους επαγγελματίες, όπως κι από τους παλιούς Εβραίους καταστηματάρχες της αγοράς μας.

 Εγώ προσωπικά, από τον πατέρα μου έμαθα μερικά από την αξία αυτής της αρχής, όπως κι από τον Εβραίο δάσκαλό μου, για τους οποίους έχω αναφερθεί στα προηγούμενα. Αυτοί βέβαια, με δικά τους λόγια τα έλεγαν, αλλά και σε τίποτε δεν διέφεραν από αυτά, που οι πανεπιστημιακοί μας μετέδωσαν εξειδικευμένα στο εν λόγο σεμινάριο.

 Οι πελάτες είναι τα αφεντικά μας, έλεγε ο πατέρας μου. Αυτοί είναι που μπορούν να μας ανεβάσουν κι αυτοί είναι μπορούν να μας κατεβάσουν, από όπου κι αν βρεθούμε με την δική τους συμμετοχή.

  Και η σκόνη που αφήνουν οι πελάτες στο μαγαζί μας, κέρδος είναι έλεγε ο Εβραίος δάσκαλος μου. Τρεις απλές φράσεις είναι αυτές βέβαια κι όμως εμπεριέχουν τα πάντα, γιατί αν δεν μας αφήσει την σκόνη του ο πελάτης σήμερα, αύριο  δεν θα έχουμε εμείς κατάστημα, ότι κι αν πουλάμε σ’ αυτό.

 Κι αν για την σκόνη του πελάτη μας γίνεται λόγος, για την απογοήτευσή του άραγε, δεν θα έπρεπε να ανησυχούμε; Εφόσον εμπέδωσα εγώ σ’ αυτήν την αρχή, είναι πλέον εύκολο σε μένα να την αναγνωρίσω όπου κι αν την δω να εφαρμόζεται και με χαρά ομολογώ ότι ακόμη βλέπω μερικούς να επιμένουν στην διατήρησή της.

 Αυτούς που αυτοσχεδιάζουν όμως για την δική τους επιχείρηση κι εκ συστήματος παραβλέπουν τα παραπάνω κι όπως είναι κατανοητό βλέπουν μόνον τα της τσέπης τους, αφού έτσι έχουν διδαχθεί να κάνουν, κανείς δεν μπορεί να τους κατηγορήσει, δεδομένου ότι κανείς δε τους υποχρεώνει να ορκιστούν, ότι θα τηρούν αυτήν την αρχή εις όφελος όλων, προσφέροντας δηλαδή στο κοινωνικό σύνολο την εργασία τους.

 Οι γιατροί για παράδειγμα, ορκίζονται πριν πάρουν το δίπλωμα τους ότι αυτό θα κάνουν ως εργαζόμενοι. θα υπηρετούν δηλαδή τον άνθρωπο. Τον ίδιο όρκο δίνουν οι δάσκαλοι, δικηγόροι, οι δικαστικοί, οι αστυνομικοί, οι στρατιωτικοί και πάνω από όλους, οι πολιτικοί.

 Τι λέτε λοιπόν; Αυτό κάνουν; Υπηρετούν δηλαδή αποκλειστικά και μόνον τον άνθρωπο και μετά την τσέπη τους; Ή μήπως υπηρετούν πρώτα την τσέπη τους και μετά, αυτούς που τους κρατούν στις θέσεις τους; Βλέπετε να υπάρχει πουθενά ο άνθρωπος, ως κυρίως αποδέκτης της εργασίας τους;

 Βεβαίως και δεν ισχύει αυτό για όλους, αλλά και δεν μπορούν να κρύβονται πίσω από αυτούς που τιμούν τον όρκο τους, αυτοί που σφάζουν στην κυριολεξία τους ανθρώπους, προκειμένου να κερδίσουν χρήματα.

  Πια θεωρητική τοποθέτηση λοιπόν μπορεί να σταθεί πάνω σ’ αυτά τα σαθρά και λασπωμένα θεμέλια των επίορκων κι αυτά μάλιστα να μας οδηγούν με σύνεση προς την μόνη σωστή κατεύθυνση, στην ευτυχία δηλαδή του ανθρώπου;

  Πως λοιπόν θα μπουν όλοι αυτοί στην διαδικασία να κάνουν καλύτερη την δουλειά τους και πιο χρήσιμη κι ωφέλιμη για τους ανθρώπους, όταν τα μάτια τους δεν ξεκολλούν από το να κοιτούν μόνον την τσέπη τους;

 Κι αφού έχουν απορρίψει και τον Θεό ακόμη, όπως πολύ εύγλωττα μας το ανέφεραν κι αυτό οι καθηγητές στα σεμινάρια, προκειμένου να κάνουν ότι τους αρέσει, ή ότι τους είναι εύκολο, πως θα γλιτώσουν λοιπόν από τις συμβουλές του δασκάλου τους, του διαβόλου δηλαδή;

 Και πως θα τους αφήσει αυτός ελεύθερους να χωνέψουν, ότι τα πάντα ανήκουν στον Θεό όπως και οι ίδιοι; Και πως θα καταλάβουν ότι όπως αυτοί είναι ελεύθεροι να κάνουν όσα χαζά θέλουν, άλλο τόσο ελεύθερος υγιής κι ευτυχισμένος πρέπει να μείνει στην ζωή ο άνθρωπος, με την δική τους συμπαράσταση;

  Του Θεού λοιπόν οι άνθρωποι κι όχι του διαβόλου και των παιδιών του. Κι όσο εμείς παραμένουμε παιδιά του Θεού, την ίδια υποχρέωση με Αυτόν έχουμε προς τους συνανθρώπους μας, να φροντίζουμε δηλαδή για την ευτυχία τους.

  Αυτό πρέπει να κάνουμε κι όχι να τους εκμεταλλευόμαστε, εγκλωβίζοντάς τους στις τράπεζες, στα κόμματα, στις οργανώσεις και στις διάφορες νεκρές άλλωστε ιδεολογίες, αλλά ούτε και να τους παρασύρουμε στα πάθη, εν’ ονόματι της δικής μας άπληστης κερδοσκοπίας, θεωρώντας ότι οι άνθρωποι είναι πρόβατα που εμείς πρέπει να εκμεταλλευτούμε.

 Να τους οδηγούμε στην μοναδική αλήθεια επιβάλλεται κι ας μην είμαστε καθηγητές πανεπιστημίου κι αυτή δεν είναι άλλη, από την διατήρηση του ανθρώπου στην ελευθερία που τους χάρισε ο θεός και στις οδηγίες που Αυτός έδωσε σ’ εμάς. Να υπηρετούμε δηλαδή τον άνθρωπο, όπως ακριβώς το κάνει κι ο Ίδιος.

 Όποιος δεν συμπεριφέρεται έτσι, μόνος του δηλώνει ότι δεν είναι του Θεού παιδί, αλλά αυτού που από άκρατο εγωισμό θέλει να γίνουν όλα δικά του, έστω κι αν καλύτερα από όλους μας γνωρίζει, ότι τίποτε δεν του ανήκει.

  Κι όταν λέμε όλα, τον άνθρωπο εννοούμε βέβαια, αφού αυτόν έχει στο μυαλό του και την ψυχή του θέλει. Κι αν δεν τον εμποδίσουμε εμείς να του την πάρει, πως θα σωθεί ο άνθρωπος;

 Και μήπως χρειάζεται να του πούμε, ή να του κάνουμε πολλά του ανθρώπου προκειμένου να τον βοηθήσουμε; Ένα πράγμα μόνον είναι αυτό που πρέπει να του θυμίσουμε. Ότι είναι παιδί του Θεού κι ως τέτοιο πρέπει να ζει ελεύθερο. Κι ένα πράγμα μόνον πρέπει να κάνουμε γι’ αυτόν. Να φροντίσουμε εμείς, ώστε να διατηρήσει αυτός την ελευθερία του.

 Αν αποκτήσει την ελευθερία του ο άνθρωπος, θα θυμηθεί κι αυτός τις δικές του υποχρεώσεις προς τους συνανθρώπους του κι έτσι ποτέ του δεν θα φτάσει στην ανοησία να τους σκοτώνει, ελπίζοντας ότι θα τον επιβραβεύσει ο Θεός.

 Αυτό πάλι, μόνον ένας τρελός θεός θα μπορούσε να το θέλει. Ναι, αλλά τέτοιος δεν υπάρχει. Κι ο μοναδικός Θεός, ξεκαθάρισε την θέση του από τους τρελούς που παριστάνουν τους θεούς, θυσιάζοντας Αυτός τον εαυτό Του αντί του ανθρώπου, προκειμένου να επωμιστεί τις αμαρτίες του, αν και ήξερε ότι θα τον σταύρωνε αυτός από απερισκεψία.

 Και τι έλεγε στον πατέρα Του για την συμπεριφορά των ανθρώπων, όντας σταυρωμένος από τους απερίσκεπτους; Συγχώρησε τους πατέρα μου. Δεν ξέρουν τι κάνουν.

 Και τι κάνει ο διάβολος από τότε και μετά; Προσπαθεί μαζί με τα παιδιά του, όχι μόνον να ξεχάσουν οι άνθρωποι τον μοναδικό Θεό, αλλά και τις υποχρεώσεις όλων μας θέλει να ξεχάσουμε, αυτές δηλαδή που έχουμε προς τον Θεό, αλλά και προς το καλλύτερο από τα δημιουργήματα Του, τον άνθρωπο δηλαδή.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *