Αφού δεν μπορούσα να εδραιωθώ στην Ναυτιλιακή εταιρεία που μέχρι τότε εργαζόμουν, τους χαιρέτησα μια μέρα και όπως σας είπα έφυγα. Είχα προετοιμάσει βέβαια το έδαφος για ένα τέτοιο ενδεχόμενο αλλαγής εργασίας, γι’ αυτό και την επομένη μέρα κιόλας, προσελήφθην στην γνωστή πια σε μένα εταιρεία διεθνών μεταφορών, από τις πολλές προσπάθειες που έκαναν οι φίλοι μου να με κάνουν συνάδελφο τους.
Την πρόσληψη μου βεβαίως και υλοποίησαν αυτοί οι φίλοι, οι οποίοι από καιρού μεν με πολιορκούσαν όπως είπα προκειμένου να με κάνουν συνάδελφό τους, αλλά κι εγώ, πολλαπλώς τους το αρνήθηκα.
Όταν λοιπόν έγινα τελικά συνάδελφος τους και τους ζήτησα να μου πουν, το που και σε ποιόν τομέα θα προσέφερα τις υπηρεσίες μου στην κοινή μας πια εταιρεία, μου υπέδειξαν μια χηρεύουσα θέση στον παλιό εμπορευματικό σταθμό της Θεσσαλονίκης, για την οποία μου έλεγε ο ένας από τους δύο, ο οποίος ήταν και ο προϊστάμενος μας.
– Η δουλειά που θέλουμε να σου αναθέσουμε στον σταθμό, είναι πολύ απλή και πολύ ποιο εύκολη σε σχέση μ’ αυτήν που είχες να κάνεις μέχρι πρότινος στο λιμάνι.
Και αυτό που ακριβώς θέλουμε από εσένα, είναι να παραλαμβάνεις τα έγραφα των βαγονιών που θα έρχονται εκεί φορτωμένα από το εξωτερικό, ή από το εσωτερικό της χώρας, στο όνομα της εταιρείας μας.
Αυτά λοιπόν τα βαγόνια, θα μας τα προωθείς στην συνέχεια από τον χώρο του σταθμού, στον χώρο των αποθηκών του λιμένος, βάση μιας πολύ απλής τελωνειακής διαδικασίας, την οποία εμείς θα σου δείξουμε πως και με ποια σειρά θα την κάνεις.
Εκτός αυτού, θα παραλαμβάνεις καθημερινά σχεδόν εκεί και τα διάφορα εμπορεύματα που θα σου φέρνουν οι πελάτες μας, αυτοί δηλαδή που έχουν συμφωνήσει μαζί μας, ώστε να εξάγουν με βαγόνια τα προϊόντα τους, στις χώρες που εδρεύουν οι δικοί τους πελάτες.
Αυτά δε τα βαγόνια και όσα θα χρειαζόμαστε καθημερινά για τις ανάγκες των πελατών μας, θα ζητάς να σου τα διαθέτει η αρμόδια υπηρεσία του σιδηροδρομικού σταθμού και αυτό θα το κάνεις από την προηγούμενη μέρα της φόρτωσης τους, βάση των οδηγιών που εμείς θα σου δίνουμε από το γραφείο.
Όταν πια θα τα έχεις φορτώσει αυτά με εμπορεύματα που εμείς πάλι θα σου προγραμματίζουμε, τι και πόσα από αυτά θα βάζεις στο κάθε βαγόνι, τότε θα σου στέλνουμε τις φορτωτικές τους, τις οποίες και θα καταθέτεις στην αρμόδια υπηρεσία του σταθμού για την διευθέτηση τους.
Βάση δε των οδηγιών που θα αναγράφονται πάνω σ’ αυτές, θα μεταφέρονται τα βαγόνια με ευθύνη του σταθμού στον προορισμό τους και αυτός ως συνήθως, θα είναι ή η Γερμανία, ή η Ελβετία, εκεί δηλαδή που βρίσκεται και η έδρα της εταιρείας μας.
Μαζί με αυτά και σπανίως βέβαια, θα παραλαμβάνεις και τις οικοσκευές που θα έρχονται εκεί στο όνομα της εταιρείας μας από την Γερμανία, οι οποίες και θα ανήκουν στους ανθρώπους, που μετά από πολλά χρόνια εργασίας επιστρέφουν με όλα τους τα υπάρχοντα στην πατρίδα τους.
Οι υποχρεώσεις που έχεις όπως βλέπεις, δεν είναι πολλές για σένα και ο μισθός που θα σου δίνουμε, θα είναι αρκετά καλός για τα δεδομένα της εποχής μας.
Θα παίρνεις δηλαδή, τρεις χιλιάδες επτακόσιες πενήντα δραχμές τον μήνα, για μια κανονική οκτάωρη εργασία και όλα τα ένσημα σου θα είναι πληρωμένα από την εταιρεία μας.
Αν για κάποιο λόγο χρειαστεί να κάνεις και υπερωρίες εκεί πέραν του οκταώρου σου, αυτές όπως καταλαβαίνεις, θα τις πληρώνεσαι εξτρά από την εταιρεία και σύμφωνα με τον προβλεπόμενο νόμο.
Αυτά μου είπε τότε ο φίλος και προϊστάμενος μου, για τις υποχρεώσεις που θα είχα ως εργαζόμενος στην εταιρεία μας, όπως και για τις αμοιβές που αυτή αναλάμβανε να μου καταβάλει ανά μήνα και αφού δεν είχα να του αντιπαραθέσω κάτι άλλο, συμφώνησα μαζί του και δέχτηκα την δουλειά που μου προσέφεραν.
Βάση αυτής της συμφωνίας λοιπόν και στα μέσα του Οκτωβρίου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα ένα, πήγα για πρώτη μου φορά στον χώρο του παλιού σιδηροδρομικού σταθμού, όπου και άρχισα να εργάζομαι με πολύ διάθεση, προσπαθώντας με την πείρα που είχα, να ανταποκριθώ στις απαιτήσεις της νέας δουλειάς που μου εμπιστεύτηκαν.
Για τα δικά μου δεδομένα βέβαια, αυτό που είχα να κάνω στον χώρο του σταθμού δεν ήταν τίποτε από πλευράς ενασχόλησης και η αμοιβή μου ήταν αρκετά ικανοποιητική, αν λάβει κανείς υπόψιν του, ότι ο μισθός του έμπειρου σιδηροδρομικού δεν ξεπερνούσε τότε τις οκτακόσιες πενήντα δραχμές τον μήνα.
Όταν λοιπόν ξεκίνησα να εργάζομαι σ’ εκείνον τον τελείως άγνωστο για μένα χώρο, διαπίστωσα ότι δεν θα είχα γραφείο στην διάθεση μου, αφού η εργασία που μου προσέφεραν ήταν κατά το πλείστο υπαίθριας απόδοσης.
Για να κάνω δηλαδή την δουλειά μου, έπρεπε να κινούμαι συνεχώς και να βρίσκομαι δια της παρουσίας μου στα γραφεία του Τελωνείου, όπως και στα γραφεία του σταθμού, αλλά και στους χώρους όπου επιτρεπόταν οι φορτώσεις των βαγονιών.
Προκειμένου δε να έρχομαι σε επαφή με τους υπευθύνους αυτών των υπηρεσιών, έπρεπε να περνώ μονίμως πάνω από εκείνες τις πολλές σιδηροδρομικές γραμμές του σταθμού, από όπου έκαναν την διέλευσή τους όλη την ημέρα πολλά βαγόνια και πολλοί συρμοί βαγονιών.
Το διασκέδαζα όμως, γι’ αυτό και τίποτε απ’ όλα αυτά δεν με δυσκόλευε. Ήταν και κάτι άλλο εκεί βέβαια που είχα να αντιμετωπίσω και αυτό ήταν η εχθρική στάση των ανθρώπων που εργαζόταν οργανωμένα και με γραφείο στην διάθεση τους σ’ εκείνον τον δημόσιο χώρο, αλλά για τα συμφέροντα μιας άλλης και πολύ πιο μεγάλης εταιρείας διεθνών μεταφορών από την δική μας.
Από πολύ παλιά η εν λόγω εταιρεία ήταν εδραιωμένη εκεί, γι’ αυτό και είχε επίσης πολύ μεγάλο φόρτο εργασιών στον συγκεκριμένο σταθμό. Λόγο των καθημερινών της αναγκών όμως, απασχολούσε εκεί, περί τους δέκα και πλέον υπαλλήλους της.
Οι υπάλληλοι αυτοί όμως, χρησιμοποιούσαν τον σιδηροδρομικό σταθμό σαν να ήταν η επέκταση της εταιρείας τους, γι’ αυτό και δεν ήθελαν κανέναν ανταγωνιστή ανάμεσα σ’ αυτούς και στις υπηρεσίες του σταθμού να τους παρεμποδίζει.
Για τους ίδιους λόγους λοιπόν και όπως από την πρώτη στιγμή που εντόπισαν την ύπαρξη μου φρόντισαν να μου το δείξουν, ούτε κι εμένα ήθελαν εκεί ανταγωνιστή τους αυτοί να τους ενοχλεί.
Αν επέμενα όμως να βρίσκομαι ανάμεσα τους, έπρεπε όπως μου το τόνισαν αυτό, να κάνω ότι αυτοί επέβαλαν και όπως αυτούς τους εξυπηρετούσε και αυτό πάλι, αν κι εφόσον ήθελαν αυτοί να μου επιτρέψουν να κάνω κι εγώ την δουλειά μου χρησιμοποιώντας τον σταθμό, για τους ίδιους μ’ αυτούς λόγους.
Υπήρχε δηλαδή μια παλιά και κακώς κείμενη επαγγελματική διαμάχη εκεί, προερχόμενη βέβαια από την νοοτροπία των ανθρώπων που εργαζόταν εκεί για τα συμφέροντα της ανταγωνίστριας για μας εταιρεία.
Αυτήν λοιπόν την διαμάχη, σαφώς και μου την απέκρυψαν οι συνάδελφοι μου, όταν με έστειλαν ανενημέρωτο εκεί να εργασθώ για τα συμφέροντα της δικής μας εταιρείας.
Μου το απέκρυψαν αυτοί, αλλά και μου το φανέρωσαν λίγο αργότερα οι σιδηροδρομικοί, αναλογιζόμενοι τις δυσκολίες που αναγκαζόμουν να ξεπεράσω, εξαιτίας της συμπεριφοράς των ανταγωνιστών που μου τις προκαλούσαν.
Από όσα έμαθα λοιπόν απ’ αυτούς, η δική μας εταιρεία έκανε πολλές προσπάθειες ελπίζοντας να σπάσει αυτό το κατεστημένο, αλλά δυστυχώς τίποτε δεν μπόρεσε να πετύχει μέχρι τότε, αν και έστειλαν πολλούς γι’ αυτόν τον σκοπό.
Αφού τους έδερναν πρώτα αυτούς, εκείνοι οι περίεργοι και κακώς εννοούμενοι ανταγωνιστές μας όπως είπα, τους ανάγκαζαν ύστερα να επιστρέψουν άπρακτοι στα γραφεία της εταιρείας μας.
Για να αυξήσουν λοιπόν τις δραστηριότητες τους, στον εμπορευματικό σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης μας οι φίλοι που με έκαναν συνάδελφο τους πλέον, έπρεπε να βρουν κάποιον που θα μπορούσε να τους εδραιώσει εκεί.
Αυτός όπως καταλαβαίνετε ήταν και ο λόγος που έστειλαν εμένα να κάνω αυτό που οι προηγούμενοι συνάδελφοι τους απέτυχαν, λόγο της πείρας που απέκτησα εργαζόμενος στον χώρο του λιμένος, αλλά και λόγο του χαρακτήρα μου.
Αγνοώντας λοιπόν την δυσκολία του θέματος που είχα να αντιμετωπίσω, βεβαίως και προσπάθησα να επιβάλω την θέση μου εκεί, αλλά όντως ήταν πολύ δύσκολο να το επιτύχω.
Στην αρχή πήγα με τρόπο, με κατανόηση και με λίγη διπλωματία να ανοίξω λίγο χώρο και για μένα, γι’ αυτό και ενεργούσα με προσοχή και χωρίς να προκαλέσω κανέναν. Δυστυχώς όμως τίποτε δεν κατάφερα.
Για μέρες ζητιάνευα από το γραφείο κίνησης του σταθμού ένα βαγόνι που ήθελα να φορτώσω για το εξωτερικό και ο προϊστάμενος του με έστελνε στους ανταγωνιστές μας, αφού αυτοί είχαν όλα τα κενά βαγόνια στην απόλυτη διάθεση τους.
Όταν πάλι πήγαινα να ζητιανέψω απ’ αυτούς το βαγόνι που χρειαζόμουν, ή που με έδιωχναν, ή που μου παραχωρούσαν κάποιο, το οποίο δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, λόγο της θέσης και της κατάστασης που βρισκόταν.
Με όλα αυτά τα εμπόδια που έβρισκα καθημερινά μπροστά μου όμως, δεν μπορούσα να κάνω ομαλά την δουλεία μου όπως καταλαβαίνετε, γι’ αυτό και η ταλαιπωρία μου ήταν πολύ μεγάλη.
Παραβλέποντας λοιπόν την δική μου ταλαιπωρία, υπέμενα με καρτερία την συμπεριφορά όλων όσων συμμετείχαν σ’ αυτήν, επιδιώκοντας να βρω πρώτα με καλό τρόπο τον τερματισμό της, αλλά τίποτε.
Ήταν φανερό πλέον, ότι όλοι μαζί επεδίωκαν να εξαποστείλουν κι εμένα από εκεί κάτω και επειδή δεν μπορούσα να ανεχθώ περισσότερο αυτήν την κατάσταση, αποφάσισα να τους δείξω ότι εγώ τουλάχιστον, δεν ήμουν και τόσο εύκολος στόχος.
‘Η που θα φάω κι εγώ ξύλο όπως και οι προηγούμενοι από μένα έλεγα μέσα μου, ή που θα πρέπει να τους προκαλέσω εγώ κάτι, και μ’ αυτό σε δράση, να τους αναγκάσω ν’ αλλάξουν την συμπεριφορά τους απέναντι μου όλοι αυτοί, αλλά και την θέση της εργασίας μου να τους υποχρεώσω να δεχθούν.
Και αυτό μάλιστα σκεπτόμουν να το κάνω έτσι, που από μόνο του να δηλώνει, ότι όχι μόνον ήξερα τι έκανα, αλλά και ότι ευθαρσώς επεδίωκα την απαγκίστρωση μου από τους ανταγωνιστές μας, οι οποίοι σκεφτόταν να με κρατούν εκεί μόνιμο και χωρίς αποτέλεσμα επαίτη τους.
Αφού λοιπόν μελέτησα αρκετά καλά αυτό που σκόπευα να τους επιβάλω, πήγα μια μέρα και αγόρασα είκοσι μεγάλα λουκέτα. Μ’ αυτά στα χέρια, κατέβηκα το πρωί της επομένης μέρας στον σταθμό και μάλιστα από τις πέντε τα χαράματα.
Έψαχνα να βρω τέσσερα κενά βαγόνια εκεί για τις δικές μας ανάγκες, τα οποία ασφαλώς και δεν θα μου τα διέθεταν από τον σταθμό, αλλά ούτε και οι ανταγωνιστές μας θα μου τα παραχωρούσαν οικειοθελώς.
Εκεί λοιπόν που έψαχνα να βρω τέσσερα βαγόνια, βρήκα χωρίς να το υπολογίζω, ένα ολόκληρο συρμό σαράντα κενών βαγονιών. Προφανώς τα ζήτησαν οι ανταγωνιστές μας αυτά σκέφτηκα, προκειμένου να φορτώσουν τα καπνά και τα εσπεριδοειδή τους, αυτά που από μέρες πριν δηλαδή ετοίμαζαν την εξαγωγή τους.
Μια εβδομάδα τους ζητούσα τέσσερα βαγόνια για να κάνω κι εγώ τις δικές μου φορτώσεις, αλλά ο προϊστάμενος του σταθμού με έστελνε στον γραφείο κίνησης, εκείνος στην μανόβρα που επιλαμβάνεται την κατανομή των βαγονιών και αυτοί με την σειρά τους, με έστελναν πάλι στους ανταγωνιστές μας, οι οποίοι όπως είπα, δεν είχαν καμιά διάθεση να μου τα δώσουν.
Βλέποντας λοιπόν εκείνα τα σαράντα καθαρά κενά βαγόνια στην ράμπα του σταθμού και να είναι μάλιστα έτοιμα προς φόρτωση, καθόλου δεν δίστασα. Όπως το είχα προμελετήσει αυτό, έπιασα και κλείδωσα τα είκοσι από αυτά, βάζοντας λουκέτα στις πόρτες τους.
Ευχαριστημένος μετά από το αποτέλεσμα, έφυγα γρήγορα από την ράμπα και πήγα γραμμή προς το καφενείο της πλατείας του σταθμού, όπου και παρήγγειλα να μου φέρουν στην αυλή του ένα καφέ, ναι και όχι.
Επίτηδες κάθισα εκεί και δίπλα από το περίπτερο, γιατί από το εν λόγω σημείο, είχα καλύτερη και περιμετρική θέα προς τον εσωτερικό, όπως και προς τον εξωτερικό χώρου του σταθμού.
Καθισμένος λοιπόν στην καρέκλα μου, έπινα ήσυχος τον καφέ μου, αλλά και παρατηρούσα τις κινήσεις όπως και τις αντιδράσεις, όλων αυτών που εργαζόταν εκεί και καθόλου δεν με υπολόγιζαν.
Όταν πια έγινε έξη το πρωί όμως και έπρεπε να αρχίσουν οι φορτώσεις, τρελάθηκαν αυτοί όταν είδαν τα βαγόνια κλειδωμένα, γι’ αυτό και έτρεχαν σαν παλαβοί να ρωτούν ο ένας τον άλλον, ποιος άραγε και γιατί να τα κλείδωσε.
Όπως ήταν και αναμενόμενο αυτό λοιπόν, αναστατώθηκα όλοι τους. Οι εργάτες που δεν μπορούσαν να κάνουν τις φορτώσεις. Οι οδηγοί με τα αυτοκίνητα που τα κρατούσαν φορτωμένα και έκλειναν τους γύρω δρόμους εμποδίζοντας την κυκλοφορία. Οι υπάλληλοι του ΟΣΕ που δεν μπορούσαν να εξηγήσουν το κλείδωμα των βαγονιών και όλοι εκείνοι της ανταγωνίστριας εταιρείας, που λύσσαξαν να με ψάχνουν υποψιαζόμενοι ότι εγώ μάλλον τα κλείδωσα.
Βεβαίως και συνέχιζα να πίνω αργά, αργά τον καφέ μου και όπως ήμουν προετοιμασμένος γι’ αυτό, περίμενα να αντιμετωπίσω εκεί τις νευρικές κινήσεις όλων τους.
Και πράγματι ήταν νευρικές αυτές, γιατί έτρεχαν προς κάθε κατεύθυνση αυτοί, αναζητώντας αυτόν που πιθανόν τους έκανε εκείνο το χνέρι και επειδή αργούσαν να φτάσουν σε μένα θυμωμένοι, αναγκάστηκα να παρήγγειλα και δεύτερο καφέ.
Ο περιπτεράς της πλατείας με συμπαθούσε και επειδή νόμισε ότι μάλλον κάποιον περίμενα εκεί πίνοντας τον καφέ μου ήρεμος, μου έφερε να ξεφυλλίζω διαβάζοντας την εφημερίδα της ημέρας.
Ήταν και αυτός σιδηροδρομικός υπάλληλος και όπως ήταν λογικό, άκουσε από τους συναδέλφους του να γίνεται λόγος για τα κλειδωμένα βαγόνια, αλλά δεν έβαζε με το μυαλό του, ότι θα μπορούσε να είμαι εγώ αυτός που τους έκανε την ζημιά.
Ήμουν νεοφερμένος σχετικά στον σταθμό, γι’ αυτό και κανείς από όσους με έβλεπαν να τριγυρίζω εργαζόμενος στους χώρους του, δεν μπορούσε να φανταστεί, ότι θα τολμούσα εγώ να τα βάλω μ’ εκείνο το πανίσχυρο κατεστημένο.
Και αυτό το κατεστημένο μάλιστα, που εκ συστήματος έκανε υπαλλήλους του αρκετούς από τους συνταξιούχους του ΟΣΕ, προκειμένου να κάνει με το αζημίωτο βέβαια, όσο γινόταν καλύτερα τις δικές τους δουλειές.
Ήταν πολλοί εξ αυτών που τα έπαιρναν χοντρά κάθε μήνα, για όλους τους παραπάνω ευνόητους λόγους, οπότε εξυπηρετούσαν με σθένος θα έλεγα τις ανάγκες του κρυφού αφεντικού τους.
Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε, που δεν μπορούσα να κάνω κι εγώ την δουλειά μου με αξιοπρέπεια και αυτός ήταν ο λόγος που με έστελναν σαν παιχνίδι στην διάθεση των ανταγωνιστών μας.
Αφού δεν μπορούσαν οι υπάλληλοι του ΟΣΕ να πάρουν φανερά μέρος υπέρ των ανταγωνιστών μας και αφού δεν μπορούσαν οι ανταγωνιστές μας να φέρονται φανερά σαν να βρίσκονται στο αμπέλι τους, αναγκαστικά πλέον ήρθαν και με βρήκαν στην πλατεία, εκεί δηλαδή που έπινα τον καφέ μου περιμένοντας τους.
Μέχρι να έρθουν όμως αυτοί εκεί, δεν σας κρύβω ότι αισθανόμουν όλως δι όλου εγκλωβισμένος και μάλιστα περίμενα να τις φάω κιόλας, δεδομένου ότι οι υπάλληλοι της ανταγωνίστριας εταιρείας ήταν πολλοί.
Όπως γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις όμως, ήρθε εκείνη την στιγμή στο μυαλό μου μια σκηνή της παιδικής μου ηλικίας και αυτή ήταν τέτοια που με βρήκε επίσης εγκλωβισμένο, όπως και σε κίνδυνο να φάω πολύ ξύλο.
Ήμουν δεκαπέντε ετών όταν τα έφτιαξα με μια μικρότερη μου γειτόνισσα, της οποίας το δωμάτιο ήταν κολλητό με το δικό μου και επειδή φοβόμουν πολύ τον μεγαλόσωμο πατέρα της, ποτέ δεν επιχειρούσα να περάσω από το δικό μας μπαλκόνι στο δικό τους και από εκεί στο δωμάτιό της.
Αυτό όμως το έκανε ευχαρίστως το κοριτσάκι και έτσι δεν κινδύνευα εγώ. Έμενα μόνος στο σπίτι με την δικαιολογία ότι διάβαζα και έτσι παρέα με την μικρότερη μου γειτονοπούλα, περνούσαμε ευχάριστα τις ώρες μας.
Ήξεραν βέβαια οι φίλοι μου για την σχέση που είχα εγώ με την μικρή, αν και καθόλου δεν πίστευαν στο μικρόν της ηλικία της, λόγω του ότι τους ξεγελούσε η σωματική της διάπλαση.
Η μητέρα μου πάλι, ήταν σίγουρη για την ηλικία της αφού την γνώριζε, αλλά δεν φανταζόταν ότι θα μπορούσα να έχω εγώ κάποιου είδους σχέση μαζί της, γι’ αυτό και μπήκε ξαφνικά στο σπίτι ένα πρωινό και την στιγμή μάλιστα που δεν ήταν στο καθημερινό της πρόγραμμα.
Μόλις άκουσε η μικρή τον θόρυβο που έκανε το κλειδί στην πόρτα μας, πετάχτηκε επάνω από εκεί που ξάπλωνε και έτσι όπως ήταν μισοντυμένη, έτρεξε προς την μπαλκονόπορτα.
Αφού την άνοιξε και αυτήν βιαστικά, βγήκε επίσης τρέχοντας προς τα έξω. Χωρίς καθόλου να χρονοτριβεί εκεί, πήδηξε στα γρήγορα πάνω από τα διαχωριστικά κάγκελα και από το δικό μας, πέρασε στο δικό τους μπαλκόνι και από εκεί στο δωμάτιο της.
Όταν μπήκε τελικά η μητέρα μου στο σπίτι, είδε την μπαλκονόπορτα μας ορθάνοιχτή, γι’ αυτό και θέλησε να μάθει τον λόγο. Επειδή ήταν πολύ κουρασμένη όμως, δέχτηκε εύκολα την ψεύτικη δικαιολογία που της είπα και έτσι; Την έκλεισε και πήγε να κάνει τις δουλειές της.
Κάτω από την πολυκατοικία μας όμως, περνούσε εκείνη την στιγμή ένας φίλος μου και σαν είδε την μικρή να περνά βιαστικά από το ένα μπαλκόνι στο άλλο, ανέβηκε στον τρίτο όροφο που μέναμε, έχοντας κατά νου του να αστειευθεί μαζί μου.
Κτύπησε το κουδούνι όταν βρέθηκε έξω από την πόρτα μας και περίμενε να του ανοίξω εγώ, δεδομένου ότι και αυτός ήξερε ότι έμενα μόνος μου στο σπίτι τις πρωινές ώρες.
Πριν προλάβει όμως να δει ποιος του άνοιγε την πόρτα, έλεγε γελώντας.
– Τι την έκανες ρε συ την μικρή και πήδηξε από το μπαλκόνι σας φοβισμένη;
Δεν χρειαζόταν να ακούσει περισσότερα η μητέρα μου. Αφού κατάλαβε τον λόγο που βρήκε την μπαλκονόπορτα μας ανοιχτή, όπως και τα δικά μου ψέματα, χωρίς να πει κουβέντα στον φίλο μου αλλά και σε μένα, με άρπαξε από το μαλλί και με βαρούσε με ότι έβρισκε μπροστά της, λέγοντας συγχρόνως.
– Αυτά κάνεις εδώ μόνος κι εμείς νομίζουμε ότι διαβάζεις;
Αφού έφαγα λοιπόν πολύ ξύλο από την μητέρα μου, έκοψε το κοριτσάκι τις δικές τις επισκέψεις στο δωμάτιο μου, αλλά όλο και μου ζητούσε να τις κάνω εγώ πλέον στο δικό της δωμάτιο.
Μου το ζήτησε πολλές φορές αυτό και επειδή ήθελα να ξεπεράσω κι εγώ τους φόβους που ένιωθα, σκεπτόμενος την αντίδραση του πατέρα της αν με έβλεπε στο δωμάτιο της, έκανα την αποκοτιά και το επιχείρησα μια μέρα.
Τον φοβόμουν αυτόν, γιατί ήταν αρκετά οξύθυμος άνθρωπος και καθόλου δεν λογάριαζε, αν είχε μικρό ή μεγάλο άνθρωπο μπροστά του. Επειδή όμως δεν ερχόταν αυτός στο σπίτι τους νωρίτερα από τις πέντε το απόγευμα και η μητέρα της μικρής έλειπε εκείνη την ημέρα, μπήκα τελικά στο δωμάτιο της, περνώντας από το ένα μπαλκόνι στο άλλο.
Τίποτε όμως από όσα υπολόγιζα να κάνω εκεί δεν πρόλαβα, γιατί έκανε ξαφνικά την εμφάνιση του ο πατέρας της, ο οποίος και μπήκε στο σπίτι πολύ νευριασμένος.
Στο άκουσμα του θορύβου που έκανε το κλείσιμο της πόρτας, πετάχτηκα επάνω και πήγα γρήγορα προς την μπαλκονόπορτα, όπως ακριβώς έκανε και η μικρή προ ημερών στο δικό μου δωμάτιο.
Ναι, αλλά ο πατέρας της βρισκόταν ήδη μέσα στο σπίτι και υπήρχε κίνδυνος όχι μόνον να ακούσει τον θόρυβο της μπαλκονόπορτας αλλά και να με δει στην προσπάθεια μου να βγω από το δωμάτιο της μικρής. Και τότε; Αλίμονο σε μένα.
Ενώ εγώ έψαχνα εναγωνίως να βρω άλλο τρόπο διαφυγής, έπεφτε η μικρή επάνω μου και με παρεμπόδιζε, δεδομένου ότι δεν ήθελε να με δει να φεύγω. Αναλογιζόμενη όμως τον φόβο που έτρεφα προς τον πατέρα της, μου έλεγε κάτι προκειμένου να με καθησυχάσει.
– Μη φοβάσαι. Θα φύγει αμέσως. Μάλλον κάτι ξέχασε και ήρθε να το πάρει. Κάθισε ήσυχος εδώ και μην ανησυχείς, γιατί ποτέ δεν έρχεται στο δωμάτιο μου.
Αυτά είπε σε μένα και πήγε τρέχοντας να υποδεχθεί τον πατέρα της, αλλά και να τον παραπλανήσει κάπως, μη τυχόν και κάνει καμιά ξαφνική είσοδο στο δωμάτιο της. Και τότε; Θα είχε και αυτή πρόβλημα αν με έβρισκε αυτός απρόσκλητο στο σπίτι του.
Όντως λοιπόν επιχειρούσε διάφορα εκεί έξω από το δωμάτιο της και με πολλά νάζια όπως την άκουγα προσπαθούσε να απομακρύνει τον πατέρα της, αλλά τίποτε δεν κατάφερνε, γιατί αυτός επέμενε να μπει, γι’ αυτό και τους άκουσα να έρχονται.
Μπροστά στο ενδεχόμενο να με βρει αυτός στο δωμάτιο της κόρης του, δεν είχα άλλη επιλογή. Έπρεπε να εξαφανιστώ. Και πού να κρυφτώ αφού η μικρή ντουλάπα της δεν με χωρούσε;
Μην έχοντας άλλη επιλογή λοιπόν αλλά και περισσότερο χρόνο στην διάθεση μου, χώθηκα στα γρήγορα κάτω από το μικρό της ντιβανάκι και εκεί περίμενα με έντονο χτυποκάρδι να δω, την άμεση αποχώριση του πατέρα της από το σπίτι, όπως μου το βεβαίωνε πριν από λίγο η μικρή.
Αυτός όμως είχε άλλο στο μυαλό του, γι’ αυτό και μπήκε στο δωματιάκι της, όσο και αν επέμενε αυτή να τον οδηγήσει στην κρεβατοκάμαρά τους, λέγοντας του ότι εκεί θα βολευόταν καλύτερα.
Τίποτε από όσα του έλεγε όμως δεν άκουγε ο κύριος Χρήστος, ο οποίος στάθηκε για λίγο μπροστά από το ντιβανάκι της σαν κάτι να σκεπτόταν, ενώ τον άκουγα να της δηλώνει, ότι είχε έναν φοβερό πονοκέφαλο από το πρωί και ότι αυτός ήταν ο λόγος που τον ανάγκασε να επιστρέψει στο σπίτι εκείνη την ώρα.
Πάγωσα εγώ από φόβο στο ενδεχόμενο να γνώριζε την άφιξη μου στο δωμάτιο της κόρης του και βλέποντας τις μύτες των παπουτσιών του να με δείχνουν, όλο και περίμενα να τον δω σκυμμένο, στην προσπάθεια του να με τραβήξει έξω από εκεί που κρυβόμουν.
Τίποτε από όσα φοβόμουν δεν έκανε ο άνθρωπος και αφού ζήτησε από την μικρή να του φέρει μια ασπιρίνη και ένα ποτήρι νερό, ξάπλωσε μετά φαρδύς πλατύς, πάνω στο μικρό της ντιβανάκι.
Ήταν πολύ βαρύς όμως, γι’ αυτό και βούλιαξε αυτό κάτω από την πίεση που δεχόταν. Και δεν βούλιαξε μόνον, αλλά και πατούσε πάνω σε μένα, που για να χωρέσω εκεί κάτω, ξάπλωνα ανάσκελα.
Ακόμη και την αναπνοή μου έκανα δύσκολα κάτω από εκείνο το βάρος, αλλά και από μόνος μου την περιόριζα από φόβο, μη τυχών και την ακούσει.
Δύο ώρες ξάπλωνε αυτός επάνω μου και μέχρι να περάσουν αυτές, δεν μπορώ να θυμηθώ πόσες φορές είπα στον εαυτό μου, ότι ήταν βλακεία αυτή που έκανα και ότι ποτέ ξανά δεν θα επαναλάμβανα κάτι τέτοιο, όσο και αν με παρακαλούσαν στο μέλλον οι κάθε λογής μικρές.
Ομολογώ λοιπόν, ότι και εκείνη την ημέρα που κλείδωσα τα βαγόνια στον σταθμό, τον ίδιο φόβο είχα μέσα μου και ας έκανα τον ψύχραιμο. Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε που πήγα να τους περιμένω στην πλατεία του σταθμού και όχι εκεί ανάμεσα στα βαγόνια.
Αν έμενα στον χώρο φόρτωσης των βαγονιών κι εκεί όπου ήταν το γραφείο της ανταγωνίστριας εταιρείας και ανάμεσα στους δέκα και πλέων εξαγριωμένους υπαλλήλους της, ήταν βέβαιο ότι θα έτρωγα πολύ ξύλο και κανείς δεν θα ερχόταν εκεί να με γλυτώσει.
Φοβόμουν βέβαια εκείνη την ώρα, αλλά και ήμουν αρκετά μεγάλος πια ώστε να θέλω, αλλά και να μπορώ να διεκδικήσω την αξιοπρέπεια μου ως εργαζόμενος. Ήμουν φοβισμένος λοιπόν, αλλά και αποφασισμένος για όλα. Όποιος και αν επιχειρούσε κάτι εις βάρος μου, έπρεπε να το σκεφτεί πολύ καλά πριν το κάνει.
Ωστόσο, αφού σιγουρεύτηκαν όλοι τους, ότι εγώ μάλλον έκανα εκείνο το κλείδωμα, ήρθαν τελικά και με βρήκαν σύσσωμοι εκεί που έπινα τον καφέ μου. Ανάμεσα τους, ήταν ο προϊστάμενος της ανταγωνίστριας εταιρείας και ο προϊστάμενος του παλιού σιδηροδρομικού σταθμού.
Όπως το δήλωναν με τα συνοφρυωμένα φρύδια τους όμως, ήταν όλοι τους πολύ θυμωμένοι μαζί μου για όσα τους έκανα, αλλά και με τρόπο μου έλεγε ο σταθμάρχης μπροστά στους ανθρώπους, που έπιναν μαζί μου εκείνη την ώρα τον καφέ τους στο ίδιο καφενείο.
– Δεν έχεις τέτοιο δικαίωμα και δεν είναι σωστός αυτός ο τρόπος, του να κλειδώνεις τα βαγόνια. Καλό είναι να μπορούμε να συνεννοηθούμε και όχι να κάνει ο καθένας ό, τι θέλει σ’ αυτόν τον χώρο, που όπως πολύ καλά το ξέρεις, υπάρχει μόνον για την δική σας εξυπηρέτηση.
Απευθυνόμενος μετά και στον προϊστάμενο της ανταγωνίστριας εταιρείας που με κοιτούσε σαν μύγα, πρόσθεσε.
– Εμείς βρισκόμαστε εδώ, μόνον για να εξυπηρετούμε τις ανάγκες σας και όπως το βλέπετε αυτό, το κάνουμε με τον καλύτερο τρόπο. Γι’ αυτό λοιπόν, δεν είναι πρέπον να μας εκθέτεται στους προϊσταμένους μας με τα καμώματά σας. Κοιτάξτε να τα βρείτε μεταξύ σας και να μη δίνετε αφορμές ο ένας στον άλλον ώστε να δημιουργούνται παρεξηγήσεις.
Ήθελε να τα ακούσει ο σταθμάρχης, γι’ αυτό και δεν του την χάρισα. Του τα έλεγα λοιπόν ευθέως και μάλιστα μπροστά σε όλους όσους ήταν εκεί και μας άκουγαν, όπως και του θύμιζα αυτά που αυτός πρωτίστως ξέχασε και εκείνη την ώρα τα θυμήθηκε.
– Καλά τα λες κύριε σταθμάρχα. Αλλά όλα αυτά έπρεπε να τα πεις πρώτα απ’ όλα στον εαυτό σου, στους υφισταμένους σου και μετά να τα πεις σ’ αυτόν εδώ που νομίζει ότι ο σταθμός είναι το τσιφλίκι του πατέρα του, ο οποίος με το αζημίωτο βεβαίως, υποχρεώνει τους πάντες να μεροληπτούν εις βάρος μας.
Εμένα βέβαια δεν με ενδιαφέρει τι κάνουν αυτοί και γιατί τα παίρνουν από τους ανταγωνιστές μας και ούτε ήρθα εδώ να ελέγξω αυτό το ενδεχόμενο. Εκείνο που με απασχολεί, είναι το πώς θα κάνω κι εγώ την δουλειά μου, με την δική σας συμμετοχή όμως και στα δικά μου προβλήματα.
Εσείς φροντίζετε βέβαια με σθένος και καλά κάνετε, αλλά μόνον για την επίλυση των δικών του προβλημάτων και σκοπίμως ξεχνάτε ότι κι εμείς έχουμε δουλειές στον σταθμό και ότι κι εμείς ήμαστε υποχρεωμένοι να τις διεκπεραιώσουμε.
Κι εφόσον εγώ είμαι αυτός που διεκπεραιώνει τις δικές μας δουλειές, σας τονίζω ότι ήρθα εδώ για να μείνω και θα μείνω μέχρι να εδραιώσω και την δική μας θέση στον σταθμό, ότι και αν χρειαστεί να κάνω προκειμένου να επιτελέσω αυτόν τον σκοπό.
Σας υπόσχομαι δε, ότι θα κάνω ακόμη χειρότερα πράγματα απ’ αυτό που είδατε σήμερα, αν δεν αποφασίσετε να με αντιμετωπίζετε με αξιοπρέπεια στο εξής, κάνοντας την δουλειά σας όπως είστε υποχρεωμένοι, αφού όπως και μόνος σου το είπες αυτό πριν, είστε κοινός φορέας για τις ανάγκες όλων όσων τις χρειάζονται.
Αυτά είπα εκείνη την ώρα στον κύριο σταθμάρχη ευθαρσώς και βεβαίως τα άκουσε αυτός, όπως έκαναν άλλωστε και όλοι εκείνοι που παρακολουθούσαν την σκηνή και τάχτηκαν ανεπιφύλαχτα με το μέρος μου, αφού όλοι τους ήξεραν για την μεροληψία που γινόταν εις βάρος μου.
Το πρόσεξε αυτό ο σταθμάρχης γι’ αυτό και μου έλεγε κατευναστικά.
– Καλά βρε παιδί. Δεν χρειάζεται να φτάνουμε και στα άκρα προκειμένου να κάνουμε καλά την δουλειά μας.
Απευθυνόμενος μετά προς στον ανταγωνιστή μου, που ήταν έτοιμος να εκραγεί από τον θυμό του για όσα άκουγε να τους ξεστομίζω, πρόσθεσε.
– Πρέπει κι εσύ να καταλάβεις, ότι και αυτός εδώ ο νεαρός θέλει να βγάλει το ψωμί του. Τι θα κάνουμε τώρα; Να του το αποκλείσουμε;
Δεν του απάντησε ο εγωιστικά θυμωμένος ανταγωνιστής μου, παρά μόνον είπε κάτι, έτσι για να με ξεφορτωθεί.
– Ας ξεκλειδώσει τώρα αυτός τα βαγόνια να αρχίσουμε την φόρτωση και τα λέμε αργότερα.
Κατ’ ιδίαν και ανάμεσα στους δέκα και πλέον συναδέλφους του, δεν θα τολμούσα να τον ερεθίσω περισσότερο, αλλά εκεί μπροστά και σ’ όλους αυτούς που παρακολουθούσαν την εξέλιξη της διαμάχης μας, βρήκα το έδαφος πρόσφορο, γι’ αυτό και του τα έχωσα και αυτουνού λέγοντας.
– Αργότερα, δεν έχουμε να πούμε τίποτε και προσωπικά μαζί σου, εγώ δεν έχω κανένα λόγο, ούτε να πω, αλλά ούτε και να κάνω κάτι. Εσύ κάνεις την δουλειά σου, με την βοήθεια του σταθμάρχη. Το ίδιο όμως θέλω να κάνει και για μένα ο κύριος σταθμάρχης.
Απευθυνόμενος μετά προς αυτόν του έλεγα και πάλι με θάρρος.
– Έτσι δεν είναι το δίκαιο κύριε σταθμάρχα; Όπως αυτός θέλει σαράντα βαγόνια σήμερα και τα έχει, έτσι θέλω να έχω και εγώ κάθε μέρα, μα ένα, μα δύο, μα είκοσι δύο βαγόνια.
Μια εβδομάδα τώρα σας ζητιανεύω τέσσερα και δεν έχετε να μου τα δώσετε. Με στέλνετε στον ανταγωνιστή μου να μου δώσει τέσσερα από τα εκατόν τέσσερα που του διαθέτετε καθημερινά και αυτός για τους δικούς του λόγους δεν μου τα δίνει.
Δεν έχω λοιπόν να κάνω καμιά συμφωνία μαζί του. Αυτός κάνει την δουλειά του όπως μπορεί και όπως το νομίζει. Το ίδιο όμως θέλω να κάνω και εγώ. Αν δεν μου δίνετε τα βαγόνια που καθημερινά θα χρειάζομαι, θα κάνω τα ίδια και χειρότερα και αυτό βάλτε το καλά στο μυαλό σας, τόσο εσύ, όσο και αυτός εδώ.
Αφού ούτε ο ανταγωνιστής μου είχε να προσθέσει κάτι πάνω σ’ αυτό, αλλά ούτε και ο κύριος σταθμάρχης, μου έλεγε αυτός με συγκατάβαση.
– Εντάξει. Εντάξει. Καταλάβαμε όλοι τον λόγο της σημερινής σου ενέργειας, γι’ αυτό και θα το ρυθμίσουμε αμέσως αυτό το θέμα.
Μετά από αυτό, υποσχέθηκε ότι θα φροντίσει αυτός προσωπικά, ώστε να μας φέρει η υπηρεσία τους από άλλον σταθμό τα επιπλέον άδεια βαγόνια που χρειαζόμασταν εκείνη την ημέρα και αφού ήρθαν τελικά αυτά, έληξε ευνοϊκά εκείνη η διένεξη.
Κράτησα με το έτσι θέλω εκείνη την ημέρα τα βαγόνια που ήθελα, όπως και άλλα τέσσερα, για την επόμενη που τα χρειαζόμουν. Ωστόσο; Ποτέ δεν ησύχαζα εκεί. Πάντα είχα τέτοιες αψιμαχίες με τους υπαλλήλους της ανταγωνίστριας εταιρείας και πολλές ήταν οι φορές που κινδύνεψα και μετέπειτα να τις φάω από όλους αυτούς που αντιπροσώπευαν εκείνο το κακό κατεστημένο.
Αφού μπήκα άγρια όμως ανάμεσα τους και κέρδισα την αξιοπρέπεια μου, έπρεπε και να συνεχίζω να την διεκδικώ, αλλά και να στηρίζω καθημερινά αυτήν την προσπάθεια, απευθυνόμενος προς κάθε κατεύθυνση, αφού όπως το είδα να γίνεται αυτό στην πράξη, ήταν πιο αποδοτικό το να με φοβούνται, από το να με λυπούνται.
Μελετώντας όμως την συμπεριφορά των ανταγωνιστών μου, βεβαιώθηκα ότι αντιμετώπιζαν έτσι τα πράγματα, πότε εξαιτίας του υπέρμετρου ζήλου που έδειχναν για τις δουλειές τις εταιρείας τους, πότε από την δυσκολία που είχαν να δεχθούν εκεί και άλλο αφεντικό εκτός από την δική τους εταιρεία και πότε γιατί έτσι νόμιζαν ότι πρέπει να αντιμετωπίσουν αυτόν που από τα ανέλπιστα τους προέκυψε.
Εγώ βέβαια ποτέ μου δεν είχα την υποδομή του άγριου, αφού από επιλογή ήμουν πάντα συναινετικός με τους ανθρώπους. Εκεί όμως δεν χωρούσαν καθηγητές και αφού όλοι τους ήταν άγριοι, από τον τελευταίο εργάτη, έως και τον ανώτερο προϊστάμενο του χώρου, έπρεπε να γίνω κι εγώ ίδιος και χειρότερος απ’ αυτούς αν ήθελα να επιβιώσω εργασιακά και αν βέβαια ήθελα να αποδώσω τα μέγιστα στην δουλειά μου.
Επέβαλα λοιπόν με το άγριο κι εγώ τον εαυτό μου και την δουλειά μου στον χώρο που πήγα να εργαστώ, αλλά και δεν περιορίστηκα μόνον εκεί, φρόντιζα να τους το θυμίζω αυτό καθημερινά και ανά πάσα στιγμή.
Όταν πιά πείστηκαν όλοι οι φορείς, ότι εγώ δεν μασούσα εύκολα, τότε και μόνον τότε άρχισαν να με σπουδάζουν τα μυστικά της κάθε δουλειάς που μεσολαβούσε, έτσι ώστε να κάνω κι εγώ την δική μου με την αρμόζουσα επιτυχία.
Μιχάλης Αλταλίκης