Τα γενέθλια τους και η διαφορά νοοτροπίας

hqdefault Εκείνος ο δικός μας υπολοχαγός όμως, αυτός που σας ανέφερα στα προηγούμενα, ήταν συνεχώς υπηρεσία, λόγω των ατυχημάτων που είχε κατά τις επιθεωρήσεις που του έκανε ο τρελός διοικητής μας και πάντα με περίμενε στην πύλη του στρατοπέδου όταν με ήθελε, ή έστελνε κάποιον να με φωνάξει όταν προγραμμάτιζε να συναντηθεί με την γυναίκα του.

 Όταν συναντιόμασταν τελικά, μου έλεγε γεμάτος αγωνία.

 – Τι θα γίνει ρε συ; Θα μου την φέρεις μέσα;

 Για να τον πειράξω εγώ, αφού έβλεπα την αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του, του έλεγα,

–  Πότε;

 – Τι πότε ρε; Απόψε. Είναι στο γνωστό μέρος και σε περιμένει.

 – Καλά, του έλεγα. Θα δω τι θα κάνω και αν μπορέσω θα σου την φέρω.

 Πάγωνε αυτός όταν άκουγε να του λέω τέτοια, αλλά πήγαινα στο Κιλκίς εγώ με την Καναδέζα μου μόλις σκοτείνιαζε και του έφερνα την γυναίκα του μέσα στο στρατόπεδο.

 Το ίδιο άλλωστε έκανα και για τους Αμερικανούς, όταν κάποιος απ’ αυτούς είχε τα γενέθλιά του. Είχαν μια άτυπη συμφωνία αυτοί μεταξύ τους στην οποία προβλεπόταν ένα ολονύκτιο πάρτι στα γενέθλια όποιου τα είχε και σ’ αυτά; Ήθελαν να διακοσμείται ο αυστηρός στρατιωτικός τους χώρος, με την παρουσία γυναικών.

 Με έστελναν λοιπόν γι’ αυτό το σκοπό στον αρμόδιο επαγγελματικό χώρο της περιοχής και από εκεί τους έφερνα όσες γυναίκες ήταν διαθέσιμες, αφού πλήρωναν και μάλιστα με το παραπάνω οι Αμερικάνοι.

 Μπορεί να ήταν χαζό αυτό που έκαναν, εμένα όμως μου έκανε εντύπωση το ότι, όσο ήταν οι γυναίκες εκεί, αυτοί ήταν άψογοι και ως προς το ντύσιμο τους και ως προς την συμπεριφορά τους. Άλλωστε μόνον για την διακόσμηση του χώρου τις ήθελαν και για να πιούν κάπως πιο ευχάριστα τις μπίρες τους.

  Όταν πια τα ξημερώματα τελείωνε το πάρτι τους, τις φόρτωνα πάλι στην καναδέζα μου και τις επέστρεφα στο σπίτι τους. Τις χαιρετούσα φεύγοντας, ενώ αυτές μου έλεγαν ευχαριστημένες από το αποτέλεσμα.

 – Όταν θα έχουν πάλι κάποιο πάρτι οι Αμερικάνοι, να έρθεις να μας πάρεις. Εμείς εδώ θα είμαστε και θα σε περιμένουμε.

 Περνούσαν ευχάριστα λοιπόν οι μέρες μου όσο βρισκόμουν στην διάθεση των Αμερικανών και όπως καθημερινά το έβλεπα αυτό, ήταν και αυτοί  ευχαριστημένοι από την δική μου συμμετοχή στην ζωή τους. Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε, που πολλές φορές μου έκαναν την πρόταση να γίνω μόνιμος οδηγός τους, όπως ήταν μόνιμος και ο Έλληνας λαντζέρης που είχαν στην τραπεζαρία τους.

 Δεν δεχόμουν την προσφορά τους όμως, όχι γιατί δεν θα ήταν καλά εκεί, αλλά γιατί αυτή η εκδοχή του να εργάζομαι ως οδηγός των Αμερικανών, δεν ήταν ποτέ μέσα στις σκέψεις που έκανα για την ζωή μου. Και δεν έλεγα να το ξανασκεφτώ αυτό όπως μου το ζητούσαν, όσο και αν με έσπρωχνε να το κάνω και ο κατά τα άλλα συμπαθής λαντζέρης τους.

 – Πληρώνουν καλά ρε συ. Και δεν είναι δύσκολη δουλειά. Θα είμαστε και μαζί εδώ, τι άλλο θέλεις; Θα σε παντρέψουμε με κάποια από εδώ γύρω μετά και έτσι θα είσαι μια χαρά. Μη αρνείσαι αυτήν την θέση.

 – Καλά του έλεγα. Μην κάνεις έτσι. Θα το σκεφτώ.

 Θα τα σκεφτώ του έλεγα και καθόμουν στην τραπεζαρία για φαγητό, αφού μόνο εκεί είχε αυτός την ευκαιρία να με βλέπει.

 Μπορεί να μην ήθελα να μείνω μονίμως στην υπηρεσία των Αμερικανών αλλά όσο τους υπηρετούσα πάντως το έκανα πολύ προσεκτικά, γι’ αυτό και όπως είπα όλοι τους ήταν ευχαριστημένοι. Ακόμη και ο Στρατηγός τους το βεβαίωσε αυτό, όταν συνοδευόμενος από μερικούς ακόμη ανώτερους αξιωματικούς, έκαναν μια μέρα επίσκεψη στο στρατόπεδο τους.

 Το αντικείμενο της επίσκεψης τους ήταν η επιθεώρηση του ειδικού χώρου φύλαξης των πυρηνικών κεφαλών που είχαν αυτοί στις εγκαταστάσεις τους, για τους πυραύλους που είχαμε στην δική μας μονάδα.

 Απ’ όσα ξέραμε εμείς δηλαδή, μέσα σε κείνο τον ειδικά διαμορφωμένο, όσο και με πολύ μεγάλη φροντίδα διπλά φυλασσόμενο χώρο, υπήρχαν οι πυρηνικές κεφαλές των δικών μας πυραύλων, αφού μοίρα πυραύλων ήταν η μονάδα που υπηρετούσα.

 Ήταν δε, με τόση προσοχή φυλαγμένος εκείνος ο χώρος, που οι φράχτες του ύψους τεσσάρων μέτρων, διέθεταν διπλή φρουρά στην εξωτερική πύλη και διπλή στην εσωτερική. Στον ενδιάμεσο διάδρομο και ανάμεσα από τους δύο φράχτες, υπήρχε μέρα και νύχτα διπλή περίπολος.

 Δεν μπορούσε να μπει κανείς εκεί μέσα, χωρίς να έχει ειδική άδεια γι’ αυτόν τον σκοπό από το αρχηγείο τους. Ούτε και ο διοικητής τους είχε την δυνατότητα να μπει εκεί χωρίς την άδεια των ανωτέρων του.

 Την ασφάλεια αυτού του χώρου λοιπόν ήρθε να ελέγξει ο Στρατηγός τους και όχι τις κάλτσες των στρατιωτών που υπηρετούσαν εκεί και προστάτευαν τα δικά τους συμφέροντα.

 Έκανε τον έλεγχό του αυτός συνοδευόμενος από το επιτελείο του και όταν πια τελείωσε τον έλεγχο του, ήρθε για φαγητό στην τραπεζαρία. Μπαίνοντας εκεί λοιπόν, στήθηκε και αυτός στην σειρά πίσω από όσους είχαν προηγηθεί, προκειμένου να αυτοεξυπηρετηθεί, όπως έκαναν και οι υπόλοιποι στρατιώτες δηλαδή.

 Από σύμπτωση όμως, τελευταίος στην σειρά βρισκόμουν εγώ και όπως όλοι, ετοιμαζόμουν να αυτοεξυπηρετηθώ τοποθετώντας στον δίσκο μου το φαγητό της αρεσκείας μου κι εφόσον είχα τον νου μου στο πως θα κάνω το πιάτο μου, δεν αντιλήφθηκα τον ερχομό του.

 Ενώ λοιπόν ήμουν αφοσιωμένος στον σκοπό μου, άκουγα αυτόν που ήταν πίσω μου να γελάει από κάτι αστείο που τους έλεγε κάποιος απ’ αυτούς που ήδη έτρωγαν στην τραπεζαρία και επειδή δεν αναγνώριζα την φωνή του, γύρισα να δω ποιος ήταν.

 Όταν είδα όμως να στέκεται στην σειρά και πίσω από μένα εκείνος ο με τόσα πολλά παράσημα φορτωμένος Στρατηγός, όχι μόνον τρόμαξα στην θέα του, αλλά και χωρίς να το πολύ σκεφτώ, άφησα την θέση μου και πήγα να σταθώ πίσω του, αφήνοντας την σειρά μου στους ανωτέρους μου.  Έκανα δηλαδή αυτό που ήμουν υποχρεωμένος να κάνω, αν είχα πίσω μου τους δικούς μας αξιωματικούς.

 Σαν είδε ο Στρατηγός να κινούμε και να τοποθετούμε πίσω του, πολύ πειράχτηκε από την συμπεριφορά μου. Μου έβαλε τις φωνές λοιπόν για ό,τι έκανα και επειδή εγώ τρόμαξα με όσα προκάλεσα χωρίς να το θέλω, δεν μπορούσα να καταλάβω τι μου έλεγε.

 Καθόμουν εκεί μπροστά του και τον κοιτούσα σαν χαμένος, μέχρι που ήρθε να με βγάλει από το αδιέξοδο μου ο αρχιλοχίας, ο οποίος αφού με πήρε από το χέρι, με πήγε πίσω στην θέση που είχα πριν. Μου έβαλε στην συνέχεια το φαγητό που ήξερε ότι μου αρέσει στο πιάτο μου και αμέσως μετά μου έδειξε και το που να καθίσω.

 Τα χρειάστηκα για τα καλά και από την σύγχυση που είχα, δεν μπορούσα ούτε να φάω, γι’ αυτό και κοιτούσα το φαγητό μου, χωρίς να το ακουμπώ.

 Στο ίδιο τραπέζι καθόταν και ο αρχιλοχίας όμως, ο οποίος έκανε τα πάντα στην προσπάθεια του να με καθησυχάσει γι’ αυτό και έλεγε.

 – Τρώγε το φαγητό σου και μην υπολογίζεις τον Στρατηγό όπως κάνετε εσείς με τους δικούς σας αξιωματικούς.

 Έκανα ότι μου έλεγε, αλλά και με δυσκολία κατάπινα αυτά που μασούσα. Και έγινε ακόμη ποιο δύσκολο το πράγμα για μένα, όταν ήρθε να καθίσει και ο Στρατηγός στο τραπέζι μας. Έκανα πάλι να σηκωθώ από σεβασμό προς τον βαθμό του, αλλά ευτυχώς για μένα, με συγκράτησε ο αρχιλοχίας πατώντας το πόδι μου.

 Αφού κάθισε και αυτός στο τραπέζι μας, άρχισε να τρώει ανενόχλητος και πολύ φυσιολογικά το φαγητό της επιλογής του, αν και μετά από λίγο έλεγε σε μένα χαμογελαστά.

 – Δεν είμαστε εμείς όπως οι δικοί σας αξιωματικοί. Πρέπει να καταλάβεις λοιπόν, ότι εμείς είμαστε εργαζόμενοι σε οκτάωρο υπηρεσιακό πρόγραμμα και όσο βρισκόμαστε σε υπηρεσία, κανέναν δεν γνωρίζουμε. Ούτε φίλο, ούτε συνάδελφο, ούτε συνάνθρωπο.

 Απαιτούμε δε από τους υφισταμένους μας, όπως και οι προϊστάμενοι από μας, να κάνουν καλά τις διατεταγμένες υπηρεσίες τους όπως αυτές μας υποβάλλονται, όσο αυστηρές και αν είναι. Μετά το υπηρεσιακό μας οκτάωρο όμως, ούτε εμείς αναγνωρίζουμε ανώτερο, αλλά ούτε και εμάς μας αναγνωρίζει κανείς για τέτοιους. Πριν από μια ώρα, έκανα τον αρχιλοχία φύλλο και φτερό, εξετάζοντας αυστηρά τις υπηρεσιακές του υποχρεώσεις. Τώρα, ήρθα να τον δω σαν άνθρωπο και φίλο μου, γιατί εμείς είμαστε γνωστοί από τον πόλεμο του Βιετνάμ. Έτσι θέλω να κάνεις και εσύ, που έμαθα ότι είσαι καλός στα καθήκοντά σου. Όταν τελειώνεις απ’ αυτά, να είσαι μόνον ο εαυτός σου και τίποτε πέραν αυτού. Ok;

 – Ok, του απάντησα με την σειρά μου, αποσβολωμένος από όσα άκουσα και συνέχισα να τρώω αμίλητος το φαγητό μου, όσο και αν αυτός αστειεύονταν με τον φίλο του, αναπολώντας αυτά που έπαθαν μαζί όταν υπηρετούσαν στο Βιετνάμ.

 Έτρωγα λοιπόν εγώ ο απλός στρατιώτης στο ίδιο τραπέζι με τον απλό Στρατηγό και συγχρόνως σκεπτόμουν, ότι οι δικοί μας αξιωματικοί δεν ήταν δυνατόν να κάνουν κάτι παρόμοιο, αφού ποτέ και για κανένα λόγο δεν αποχωρίζονταν την εξουσία τους, ακόμη και όταν δεν υπήρχε λόγος να την έχουν.

 Την ήθελαν κολλημένη και ενσωματωμένη αυτήν επάνω τους και τόσο πολύ μάλιστα, που να μη μπορεί κανείς να ξεχωρίσει, αν ζούσε η εξουσία μέσα απ’ αυτούς, ή αν αυτοί ζούσαν για την εξουσία.

 Αυτή η μπερδεμένη σχέση με την εξουσία, ήταν και ο λόγος που έκανε τον τότε διοικητής μας να συμπεριφέρεται ανεπίτρεπτα. Ανάγκαζε τους στρατιώτες που του ζητούσαν άδεια να φέρνουν στην επιστροφή τους πιάτα, κουταλοπίρουνα, βρύσες, μάρμαρα, και ό, τι άλλο ήταν χαλασμένο στην μοίρα ή στο σπίτι του και αν δεν δήλωνε ο στρατιώτης, ότι θα έφερνε κάτι από όλα αυτά στην επιστροφή του, άδεια δεν έπαιρνε ποτέ.

 Ήταν πολύ άσχημη η συμπεριφορά του και ήταν τόσο άσχημη αυτή, που έκανε τους κατώτερους αξιωματικούς μας να δυσανασχετούν μεν, αλλά και να μην μπορούν να κάνουν τίποτε, γιατί φοβόταν την αντίδραση του εξουσιάζοντος. Και έτσι; Από μέρα, σε μέρα, το ολίσθημα του πήρε την μορφή της ασυδοσίας.

 Όταν όμως διατάχθηκε από το Στρατηγό να ετοιμάσει το στρατόπεδο και τους στρατιώτες του για εκείνη την πολύ σοβαρή επιθεώρηση που ήθελε να κάνει σ’ εμάς και στους θαλάμους μας κοτζάμ Στρατηγός, έκανε την πάπια ο διοικητής μας ως κατώτερος και την δέχτηκε αδιαμαρτύρητα, γιατί και αυτός φοβόταν την παράλογη αντίδραση του ανωτέρου του.

 Αφού λοιπόν ούτε αυτός, ούτε και ο Στρατηγός είχαν την δυνατότητα να σκεφτούν, ότι αυτού του είδους οι επιθεωρήσεις δεν τιμούν κανέναν και τίποτε, ήταν δυνατόν να κάνουν από κοινού κάτι χρήσιμο για την πατρίδα τους, όπως είδα να κάνει ο Αμερικάνος στρατηγός για τα συμφέροντα της δικής του πατρίδας;

 Στεναχωρήθηκα με όσα αναγκάστηκα να συγκρίνω εκεί σκεπτόμενος ενώσω έτρωγα στην τραπεζαρία των Αμερικάνων, γι’ αυτό και ρωτούσα τον εαυτό μου αφού δεν μπορούσα να ρωτήσω κάποιον άλλον.

 – Γιατί οι ευθύνες ενός Έλληνα Στρατηγού, που κάνει προγραμματισμένες επισκέψεις σε μια μονάδα, να περιορίζονται μόνον στο να δει αν οι κάλτσες ή τα εσώρουχα των στρατιωτών που υπηρετούν την πατρίδα τους είναι καθαρά;

 Και γιατί να απασχολεί έναν Στρατηγό, αν οι κουβέρτες που σκεπάζουν τα αχυρένια στρώματα των στρατιωτών είναι τεντωμένες και δεν βγάζουν σκόνη όταν τις χτυπάει κάποιος με βέργα;

 Αν πάλι αυτές είναι οι αρμοδιότητες ενός Στρατηγού, ποιος είναι αρμόδιος να επιθεωρήσει την αξιοπιστία, την ασφάλεια και την διαχείριση του στρατοπέδου που ανήκει στην πατρίδα όλων μας;

 Μπορούμε βέβαια να πούμε ότι ήταν περίεργα τα χρόνια, όπως περίεργη ήταν και η συμπεριφορά των αξιωματικών που συμμετείχαν τότε με ή χωρίς την θέλησή τους στο αποτέλεσμα εκείνων των χρόνων.

 Θα ήταν όμως καλό, να επιβάλλεται και στον στρατό η διάκριση και να διδάσκεται αυτή υποχρεωτικά εκεί, έτσι ώστε με την συμμετοχή της στις αποφάσεις των στρατιωτικών, να εξασφαλίζετε το καλό αποτέλεσμα σε όσα αυτοί επιδιώκουν για μας και την πατρίδα μας.

 Εκ του αποτελέσματος όμως, διαπιστώθηκε ότι τότε δεν υπήρχε πουθενά η διάκριση, γι’ αυτό και όταν σκέφτηκαν οι ανώτεροι στρατιωτικοί για κάποιους λόγους που αυτοί κατανοούσαν, να ελέγξουν δηλαδή τις νυκτερινές και κρυφές πολιτικές δραστηριότητες των απλών ανθρώπων, έβγαλαν στους δρόμους και στις γειτονιές του Κιλκίς τους στρατιώτες τους με πολιτική περιβολή, προκειμένου να παριστάνουν νυχτιάτικα τους χωροφύλακες με αυξημένες αρμοδιότητες, ως επέκταση της προς την πατρίδα τους υποχρέωση.

 Έκαναν αυτήν την κουτουράδα τότε αυτοί, για λόγους που μόνον οι ίδιοι ήξεραν ότι πρέπει, μόνον που δεν υπολόγισαν ότι δεν θα έδιναν σημασία οι στρατιώτες στον σκοπό για τον οποίο φορούσαν τα πολιτικά, όπως δεν υπολόγισαν και το ότι θα εκμεταλλευόταν αυτοί την δυνατότητα που τους παραχωρήθηκε και θα έφταναν στο σημείο να ταξιδεύουν με τα μέσα μαζικής μεταφοράς, φορώντας πολιτική περιβολή για τους προσωπικούς τους λόγους.

 Και δεν ήταν μόνο αυτά που δεν υπολόγισαν σωστά οι στρατιωτικοί, που με την δικαιολογία της άνωθεν προερχόμενης διαταγής επέβαλαν εκείνο το πρόγραμμα, γιατί και την ΕΣΑ ξέχασαν να ενημερώσουν ως όφειλαν για όσα επιχειρούσαν με τους στρατιώτες τους.

 Ανενημέρωτοι αυτοί συνέλαβαν αρκετούς στρατιώτες, τους οποίους και έστειλαν πακέτο στις μονάδες τους με την κατηγορία ότι κυκλοφορούσαν δημοσίως με πολιτική περιβολή και χωρίς να έχουν μαζί τους τα απαραίτητα έγγραφα, αυτά που θα έπρεπε να δικαιολογούν την νόμιμη έξοδο τους από τα στρατόπεδα που υπηρετούσαν.

 Όπως ήταν επόμενο λοιπόν, μαθεύτηκαν αυτά τα χαζά που σκέφτηκαν να κάνουν οι άνωθεν όλων αξιωματικοί και αντί να τιμωρήσουν τους εαυτούς τους για τα έκτροπα που έκαναν εν ονόματι της ευθύνης που είχαν για την προστασία της πατρίδας που υπηρετούσαν, τιμώρησαν πολύ αυστηρά εκείνα τα εικοσάχρονα παιδιά, που πιάστηκαν να μπερδεύουν το σκοπό που τους έντυσαν με την στολή που απαγορευόταν γι’ αυτούς, με τον σκοπό που αυτά βόλεψε τότε να ικανοποιήσουν.

Συνεχίζεται

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *