Ο Φόβος της ασυδοσίας και η λογική εξουσία

Συνέχεια από το προηγούμενο.

kilkis-aerofotografia Δεν ξέρω τι ήταν εκείνο που υποχρέωσε και τον παλιό μας διοικητή να υπακούσει σ’ αυτήν την άνωθεν χαζή διαταγή, η οποία επέβαλε όπως είπα παραπάνω, την κρυφή και νυχτερινή παρακολούθηση των απλών πολιτών της πόλης του Κιλκίς, γιατί και αυτός συμμετείχε σ’ εκείνο το πρόγραμμα με μερικούς εκ των στρατιών μας που επίσης τιμωρήθηκαν αυστηρά, αφού πολλές φορές τον είδαμε να είναι ανυπάκουος στις εντολές των ανωτέρων του, όταν σ’ αυτές δεν υπήρχε ούτε η λογική, αλλά ούτε και η διάκριση.

 Όταν οι άνωθεν προερχόμενες διαταγές, τον υποχρέωναν κατά διαστήματα, να δεχθεί την επιθεώρηση των στρατιωτών του στους θαλάμους τους από κάποιον Στρατηγό, αυτός δεν τις δεχόταν. Τους διεμήνυε όμως πολύ απλά το αυτονόητο εγγράφως.

 – Εμείς εδώ ήμαστε στρατιώτες, δεν ήμαστε χορεύτριες για να δείτε αν οι κάλτσες μας είναι τεντωμένες. Ελάτε όμως το βράδυ αν θέλετε, ώστε να ελέγξετε την ασφάλεια του στρατοπέδου μας. Ελάτε εν θέλετε να ελέγξετε με συναγερμό την ετοιμότητα και την δυνατότητα της μονάδας μας, να βγαίνει έξω από το στρατόπεδο σε πέντε λεπτά με πλήρη εξάρτιση και με τα στρώματα ανά χείρας. Ελάτε αν θέλετε να ελέγξετε την αξιοπιστία των οχήματα μας και αν αυτά είναι σε θέση να ταξιδέψουν οπουδήποτε χρειαστεί προκειμένου να υπερασπίσουν και αυτά την Πατρίδα μας.

 Στους θαλάμους μας όμως, δεν έχετε καμιά δουλειά. Την ευθύνη της κατάστασης των θαλάμων μας την έχει ο λοχαγός τους, ο οποίος και ελέγχεται σε τακτά χρονικά διαστήματα από τον διοικητή τους. Γι’ αυτό το λόγο λοιπόν, μην περιορίζετε τον έλεγχό σας στους θαλάμους, ελάτε όποια ώρα θέλετε την μέρα ή την νύχτα απρόσκλητοι και ελέγξετε μας αν όντως είμαστε στρατόπεδο ή όχι και μην ασχολήστε με τις κάλτσες μας.

 Μετά από μια τέτοια προειδοποίηση, κανείς από τους Στρατηγούς δεν ερχόταν να μας κάνει επιθεώρηση στους θαλάμους. Αντίθετα, ερχόταν απρόσκλητοι και μας έκανα μέρα και νύχτα, όντως ουσιαστική επιθεώρηση.

  Ο νέος και τρελός διοικητής μας όμως, ούτε να πει μπορούσε κάτι τέτοιο, αλλά ούτε και να κάνει κάτι χρήσιμο για τον στρατό της πατρίδας που υπηρετούσε μπορούσε, αφού διέλυσε την μονάδα που παρέλαβε και την ακινητοποίησε όπως είπα στα προηγούμενα, δεδομένου ότι οι οδηγοί του χάλασαν τα εκατόν πενήντα οχήματα τους προκειμένου να γλυτώσουν από τις φυλακές που τους έριχνε. Ο λόγος που τον ανάγκαζε δε, να επιβάλει εκείνες τις φυλακές, ήταν ότι διέκρινε κατά τις σοβαρότατες επιθεωρήσεις του, σκόνες κάτω απ’ τα φτερά των αυτοκινήτων τους.

 Όχι μόνο τα οχήματα, αλλά και τους στρατιώτες του ακινητοποίησε, αφού τους είχε πιάσει όλους επιδημία και ξάπλωναν άλλοι στα κρεβάτια τους και άλλοι στο αναρρωτήριο της μονάδας, προκειμένου να γλιτώσουν από τις άδικες και άσκοπες φυλακίσεις που τους επέβαλε.

 Ωστόσο, κανείς από τους τότε Στρατηγούς δεν ήρθε να ελέγξει εκείνον τον περίεργο διοικητή, αν διοικούσε εποικοδομητικά ή όχι και όπως θαέπρεπε το στρατόπεδο που του εμπιστεύτηκαν και κανείς απ’ αυτούς δεν ήρθε ποτέ να συγκρίνει την εικόνα της πρότερης τουκατάστασης, με την εικόνα που αυτό παρουσίαζε κατά την δική του δήθεν διοίκηση.

 Ανεξέλεγκτος λοιπόν αυτός, έκανε όση ζημιά μπορούσε σ’ αυτό και τρομοκρατούσε τούς πάντες τόσο, που από τον φόβο της ανάρμοστης και κακής, όσο και καταστροφικής του συμπεριφοράς, δεν ήθελε κανείς ούτε να τον δει, αλλά ούτε και να τον συναντήσει στο διάβα του.

 Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε, που έντρομος και πάλι μια μέρα, με παρακαλούσε ο λοχαγός μας να τον βοηθήσω, προκειμένου να μεταφερθεί αυτός ο περίεργος διοικητής μας στο Λιτόχωρο της Κατερίνης, γιατί δεν είχε σε ποιον άλλον οδηγό να εμπιστευτεί την μεταφορά του.

 – Θα πάρει μέρος σε μια άσκηση για υψηλόβαθμους αξιωματικούς, μου έλεγε και πρέπει να τον πας εσύ εκεί.

 – Γιατί εγώ; του είπα. Αφού έχει οδηγό ο διοικητής. Και γιατί κύριε λοχαγέ θέλεις να στείλεις εμένα, αν και ξέρεις ότι υπηρετώ πλέον την εφεδρεία μου τώρα και ότι ήδη έπρεπε να με είχες απαλλάξει από κάθε υπηρεσία;

 – Φόρτωσε και τον δικό του οδηγό με φυλακή, επέμενε απογοητευμένος ο λοχαγός και όπως ξέρεις, είναι νέος και άπειρος αυτός για τέτοιου είδους αποστολές. Αν στείλω αυτόν να μεταφέρει τον διοικητή μας στο Λιτόχωρο, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να βρεθώ κι εγώ υπόλογος και τότε πως και με ποιο τρόπο να γλιτώσω; Γι’ αυτόν τον λόγο λοιπόν, σκέφτηκα να ζητήσω από σένα να κάνεις την μεταφορά του στο Λιτόχωρο, αφού είσαι ο μόνος οδηγός που μου έμεινε με πείρα στην νυχτερινή οδήγησηκαι όπως σου το είπα, αυτός πρέπει να βρίσκεσαι εκεί στις πέντε το πρωί.

 – Καλά κύριε λοχαγέ, μέχρι πότε θα φορτώνεις σε μένα όσες δυσκολίες έχεις εσύ; Ξεχνάς ότι εγώ υπηρετώ εφεδρεία; Έπρεπε ήδη να με είχες απαλλάξει από υπηρεσίες όπως σου είπα και να με έχεις κάπου χαλαρά. Αντί αυτού όμως, εσύ ακόμη μου ζητάς να σου κάνω τα δύσκολα και αδιαφορείς για το αν κινδυνεύω και εγώ στα πρόθυρα της απόλυσης μου να βρεθώ με φυλακή.

 – Δεν πιστεύω ότι θα βρει αυτός λόγο να ρίξει φυλακή σε σένα, γι’ αυτό, άσε τα λόγια και δες τι θα πεις στους Αμερικάνους. Βγάλε με λοιπόν από αυτό το επικίνδυνο αδιέξοδο και μη λες πολλά.

 – Τους Αμερικανούς θα τους βολέψω, του είπα, αλλά να ξέρεις ότι δεν είναι δίκαιο αυτό που μου κάνεις. Ωστόσο θα πάρω την καναδέζα μου και θα τον πάω όπου θέλεις, αλλά μόνον για μια φορά, αλλιώς θα αρρωστήσω και εγώ και τότε θα δεις τι αδιέξοδο θα έχεις.

 – Όχι με την καναδέζα είπε αυτός, αλλά με το τζιπ της Β. Πυροβολαρχίας θα τον μεταφέρεις, γιατί το δικό του έχει πολύ μεγάλη ζημιά και είναι ακινητοποιημένο.

 – Είδες; Όλοι ξέρουν τι να κάνουν του είπα. Μόνον εγώ είμαι το κορόιδο εδώ και έφυγα από το γραφείο του αρκετά θυμωμένος μαζί του.

 Εν τούτοις, πήγα στον λοχαγό των Αμερικανών και για προσωπικούς μου λόγους όπως επικαλέστηκα, του ζήτησα να μου δώσει άδεια την επόμενη μέρα. Δεν μπορούσα να του πω ότι πρέπει να πάω κάπου τον διοικητή μας, γιατί τότε σίγουρα δεν θα το δεχόταν και θα έκαιγα εγώ πλέον τον λοχαγό μας, αφού δεν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει επαρκώς των καθηκόντων του.

 – Ok είπε ο λοχαγός των Αμερικανών. Εφόσον λες ότι είναι για σένα η άδεια που μου ζητάς, να την πάρεις.

 Βγήκαμε έξω από το γραφείο του μετά και από εκεί πάνω κάλεσε τον αρχιλοχία τους, προκειμένου να του ανακοινώσει το αίτημα μου. Μαζί με την ανακοίνωση που του έκανε, του ζήτησε μετά να κάνει αυτός αν ήθελε την δική μου αυριανή υπηρεσία. Ανταποκρίθηκε αμέσως ο αρχιλοχίας, γι’ αυτό και του  είπε χαρούμενος

 – Ok. Θα πάω εγώ το ταχυδρομείο αύριο στην Θεσσαλονίκη. Μην ανησυχείς είπε σε μένα, κάνε την δουλειά σου όπως θέλεις. Θα τα πούμε μεθαύριο όταν επιστρέψεις.

  Αργά το απόγευμα της ίδιας μέρας όμως και ενώ ήδη σκοτείνιασε, με κάλεσε με κάποιον στρατιώτη ο διοικητής μας στο γραφείο του, ο οποίος όπως μου είπαν ήταν ακόμη εκεί για τους δικούς του λόγους.

 Αφού με κάλεσε αυτός έπρεπε να του παρουσιασθώ όπως καταλαβαίνετε, γι’ αυτό και στάθηκα προσοχή μπροστά του όταν μπήκα στο γραφείο του. Μόλις με είδε αυτός, είπε υποτιμητικά για μένα.

 – Εσύ είσαι ρε ο οδηγός που θα με πάει αύριο στη αποστολή μου;

 Και δεν το είπε μόνον υποτιμητικά αυτό, αλλά και με πολύ αυστηρό ύφος το είπε και έτσι όπως καθόταν στην καρέκλα του, με κοιτούσε καλά, καλά, από πάνω μέχρι κάτω, ενώ έλεγε στην συνέχεια.

 – Μου είπαν ότι είσαι ο καλύτερος οδηγός που έχουμε στο στρατόπεδο. Αυτό όμως θα το δούμε αύριο, είπε και πρόσθεσε κάτι ακόμα, αλλά με ποιο αυστηρό ύφος.

 – Θέλω να είσαι έτοιμος το πρωί και στις τρεις και δεκαπέντε ακριβώς να βρίσκεσαι μπροστά στο ξενοδοχείο που μένω. Από κει θα αναχωρήσουμε. Τα υπόλοιπα θα τα πούμε αύριο το πρωί και όταν έρθεις να με βρεις. Τώρα είσαι ελεύθερος.

 Αφού με άφησε ελεύθερο αυτός, κατέβαινα εγώ αμίλητος τα σκαλοπάτια του διοικητηρίου, αλλά και σκεπτόμουν όπως καταλαβαίνετε, ότι εκείνος ο άνθρωπος αν και ήταν ένα μήνα κοντά διοικητής μου, ούτε εμένα ήξερε, ούτε τι υπηρεσίες είχα ήξερε, ούτε πόσο χρόνο ήμουν εκεί ήξερε, ούτε αν πως και το κατά πόσο επηρεάζεται από τον ίδιο το αποτέλεσμα των όσων επιδίωκε ήξερε.

 Αφού όμως αυτός όλα τα θέματα τα αντιμετώπιζε σύμφωνα με την στείρα εξουσιαστική του πρόθεση και όχι με τις γνώσεις, ή τις δυνατότητες που έπρεπε να έχει ως αξιωματικός και δη διοικητής μονάδας, ήταν ποτέ δυνατόν να ξέρει ότι η εξουσία δεν είναι τίποτε παραπάνω, εκτός από το άλλο όνομα που έχει η λέξη διαχείριση;

 Ζώντας λοιπόν παρέα με μια τέτοια νοοτροπία, ήταν ποτέ δυνατόν να  ξέρει εκείνος ο άνθρωπος, ότι ο έχων εξουσία, δεν έχει τίποτε παραπάνω επί της ουσίας, παρά μόνον αυξημένες ευθύνες απέναντι σε όσους διαχειρίζεται;

 Τίποτε από όλα αυτά δεν ήξερε, γι’ αυτό και το μόνο που έκανε ήταν να απαιτεί την υποταγή και μόνον των όσων διαχειριζόταν, στην άγνοια και στα κόμπλεξ του διαχειριστή τους, όσα και αν ήταν αυτά που έσερνε αυτός πίσω του και νομίζε ότι τα έκρυβε και δεν τα βλέπαμε.

  Μ’ αυτές τις σκέψεις στο μυαλό μου λοιπόν, βρέθηκα μετά από λίγο στην πλατεία της μοίρας, όπου και συζητούσα την αποστολή μου με όσους εκ των στρατιωτών μας το έμαθαν και εκεί συζητώντας πέρασε αρκετή ώρα και τόση, που νύχτωσε για τα καλά.

 Είδα όμως κάποια στιγμή και το τζιπ που θα τον μετέφερα να με περιμένει παρκαρισμένο στην πλατεία, γι’ αυτό και έκανα να πάω κοντά του ώστε να γνωριστώ κάπως μαζί του, αλλά με σταμάτησε ένας εκ των στρατιωτών μας, προκειμένου να μου πει ότι με ψάχνουν οι Αμερικάνοι και ότι πρέπει να πάω επειγόντως στο διοικητήριο τους.

 Άφησα λοιπόν το τζιπ να με περιμένει στην πλατεία κι εγώ πήγα εκεί που με ζητούσαν καθώς είχα υποχρέωση, υπολογίζοντας ότι θα βρω χρόνο να γνωρισθώ αργότερα μαζί του, δεδομένου ότι δεν οδήγησα ποτέ μου τζιπ, γι’ αυτό και δεν ήξερα πως λειτουργούσαν αυτά, όπως και που βρίσκονταν τα όργανα τους.

 Σκέφτηκα ότι έπρεπε κι εγώ σαν καλός διαχειριστής να ξέρω πώς να το οδηγήσω με ασφάλεια, γι’ αυτό και είπα μέσα μου ότι θα επιστρέψω σ’ αυτό αργότερα και τότε να κάνω την γνωριμία μου μαζί του.

 Όταν έφτασα στους Αμερικάνους όμως, είδα να με περιμένουν μέσα στην Καναδέζα μου, όπως και στην Πλίμουθ του Αρχιλοχία καμιά δεκαριά απ’ αυτούς. Δεν πρόλαβα να τους πω τίποτε και άκουσα τον Αρχιλοχία να μου λέει.

 – Η νταλίκα που μας φέρνει τα κατεψυγμένα τρόφιμα από την Αθήνα, χάλασε. Πρέπει να πάρουμε το μερίδιό μας εμείς πρώτοι και πάνω από την νταλίκα, πριν αυτά μπουν στα ψυγεία, γιατί αλλιώς θα ξενυχτίσουμε εκεί περιμένοντας την σειρά μας πίσω από τις άλλες μονάδες, που και αυτές θα έρθουν εκεί για τον ίδιο σκοπό.

  Αφού είχα επείγουσα αποστολή, άφησα τις παράπλευρες υποχρεώσεις μου να με περιμένουν και μπήκα στην καναδέζα μου όπως καταλαβαίνετε προκειμένου να ανταποκριθώ στο έκτακτο περιστατικό της κανονικής μου υπηρεσίας.

 Ξεκινήσαμε όπως πάντα με το στοίχημα να απειλεί όλους όσους ήρθαν μαζί μου, ότι αν πάμε δεύτεροι και πίσω από τον αρχιλοχία στον προορισμό μας, τότε θα πληρώσουμε εμείς τις μπίρες που αυτοί θα έπιναν καθ’ οδόν και όπως σας το είπα αυτό, οι Αμερικάνοι έπιναν πολλές μπίρες σ’ αυτές τις αποστολές.

  Ο αρχιλοχίας ξεκίνησε πρώτος και δεν με περίμενε όπως έκανε τις άλλες φορές. Η  Πλίμουθ που οδηγούσε έβγαζε καπνούς από το ζόρισμα που της έκανε και πήγαινε με τις μπάντες στις στροφές όπως λέμε, αποφασισμένος να κερδίσει αυτός το στοίχημα εκείνη την φορά.

 Βγαίνοντας από την πύλη τους όμως, δεν έδωσε σημασία στην λακκούβα που είχαν εκεί σκόπιμα, γι’ αυτό και βρήκε η εξάτμιση του καθώς αναπήδησε το μεγαλόσωμο σαν κι αυτόν αυτοκίνητο του.

 Αδιαφορώντας γι’ αυτό που άκουσε, χάθηκε στην συνέχεια από μπροστά μας πριν ακόμη προλάβω να μπω εγώ στην καναδέζα μου, σίγουρος ότι δεν θα μπορέσω αυτή τη φορά, όχι να τον προσπεράσω στον δρόμο όπως έκανα άλλες φορές, αλλά ούτε καν να τον φτάσω θα μπορούσα πλέον.

 – Τρέχα όσο θέλεις, είπα μέσα μου. Ό, τι και να κάνεις, πάλι πρώτος θα φτάσω.

 Το έλεγα αυτό γιατί ήξερα κάτι εγώ που αυτός δεν ήξερε, κι αυτό πάλι, μόλις εχθές το πληροφορήθηκα. Από τα μέσα της διαδρομής που συνέδεε τότε ο παλιός δρόμος το Κιλκίς με την Θεσσαλονίκη, δόθηκε στην κυκλοφορία ένας νέος δρόμος, που συντόμευε κατά πολύ πλέον την ίδια διαδρομή.

 Ξεκίνησα λοιπόν πίσω από τον Αρχιλοχία που χάθηκε και μελετούσα την αξία που έχει μια απλή πληροφορία, όταν βέβαια αυτή είναι σωστή. Ολόκληρο πόλεμο κερδίζει ο στρατός σκεφτόμουν, αν ξέρει πως να χρησιμοποιήσει σωστά και την πιο ασήμαντη πληροφορία.

 Αυτά είχα στον νου μου εγώ και δεν άκουγα όσα μου έλεγαν οι συνοδοί μου, γι’ αυτό και με έσπρωχνε ένας απ’ αυτούς.

 – Έτσι όπως πας, θα το χάσουμε το στοίχημα και θα ξενυχτήσουμε περιμένοντας την σειρά μας.

 Αν χάσουμε το στοίχημα σκέφτηκα δεν πειράζει, αλλά αν ξενυχτήσω περιμένοντας την σειρά μου θα χαθώ εγώ, γιατί πως θα γλιτώσω απ’ τον θυμό του διοικητή μας, αν την ώρα που θα με περιμένει αυτός στο ξενοδοχείο του, εγώ θα βρίσκομαι ακόμη στην Θεσσαλονίκη.

 Αυτό σκεπτόμενος λοιπόν, μπήκα με φόρα στην διασταύρωση με την νέα διαδρομή και πάτησα το γκάζι στο τέρμα, αφού ο δρόμος ήταν πολύ φαρδύς και άλλο αυτοκίνητο δεν βρήκα να μ’ εμποδίζει.

 Όταν έφτασα στον προορισμό μου, διαπίστωσα ότι κέρδισα αρκετό χρόνο σε σχέση με τον χρόνο που έκανα από την παλιά διαδρομή. Ο αρχιλοχίας δεν ήταν εκεί, γι’ αυτό πήγα αμέσως στην νταλίκα που μας περίμενε και όντως πήρα πρώτος το μερίδιο που μας αντιστοιχούσε.

 Βγήκα έξω από τον χώρο των ψυγείων στην συνέχεια και στάθηκα στην είσοδο τους να περιμένω τον αρχιλοχία. Όταν έφτασε αυτός εκεί τα έχασε, γιατί δεν μπορούσε να καταλάβει, πως έφτασα πρώτος και μάλιστα με διαφορά, αφού δεν είδε να τον προσπερνώ στην διαδρομή.

 Γελούσαν αυτοί που ήταν μαζί μου, γιατί πάλι θα πλήρωναν τις μπίρες αυτοί που ήταν με τον αρχιλοχία και αυτός δεν μπορούσε να καταλάβει τι έκανα και πως από δεύτερος βρέθηκα πρώτος.

 – Θα πληρώσουμε τις μπίρες έλεγε, αλλά θέλω να μου πεις, πως έγινε αυτό και πως το έκανες;

 – Έχασες από μια πληροφορία που δεν είχες, του είπα. Έγινε νέα διαδρομή και αυτή είναι πολύ πιο σύντομη. Τώρα που θα επιστρέφουμε θα την δεις και θα πάρεις την απάντηση σου.

 Ακολουθώντας λοιπόν μετά και όλοι μαζί την νέα διαδρομή, επιστρέψαμε αρκετά αργά στην έδρα μας από εκείνη την έκτακτη και νυχτερινή μας υπηρεσία. Τακτοποίησαν αυτοί τα κατεψυγμένα στην θέση τους καθώς έπρεπε και όταν τελείωσε αυτή η διαδικασία, άφησα κι εγώ την καναδέζα μου στην άκρη. Καληνυχτίζοντας τους στην συνέχεια, πήγα να ξαπλώσω στον θάλαμο μου, αφού μια άλλη υπηρεσία με περίμενε λίγο αργότερα.

 Όταν έφτασα εκεί, με περίμενε ανήσυχος ο Λαρισαίος, γιατί φοβήθηκε μην έπαθα κάτι στον δρόμο, για τον λόγο ότι άργησα να επιστρέψω από την Θεσσαλονίκη.

 – Τι έγινε ρε συ; Ξέχασες ότι έχεις να πας τον διοικητή μας στο Λιτόχωρο;

 – Δεν το ξέχασα, του είπα, απλώς άργησα να έρθω. Μια και το ανέφερες όμως, δεν πας μια στιγμή να φέρεις το τζιπ έξω από τον θάλαμο για να μη τρέχω εγώ το πρωί μέχρι εκεί κάτω;

 – Θα πάω εγώ, είπε ένας άλλος που ήταν ακόμη ξυπνητός και πρόσθεσε. Μας έφερες όμως τσιγάρα;

 – Ναι ρε, σας έφερα, του είπα και του έδωσα ένα πακέτο Αμερικάνικα, όπως έδωσα και στους υπόλοιπους δηλαδή που ήταν ακόμη ξυπνητοί εκείνη την ώρα και ας έκαναν τους κοιμισμένους.

 Σε πέντε λεπτά επιστρέφω, είπε αυτός που πήγε να φέρει το τζιπ, ενώ εγώ πήγα να ξαπλώσω. Εκεί ξαπλώνοντας λοιπόν, σκεφτόμουν ότι δεν έκανα καλά που άφησα την δουλειά μου σε κάποιον άλλο, γιατί όπως πολύ καλά το έλεγα αυτό, έπρεπε να γνωριστώ μ’ εκείνο το τζιπ πριν το οδηγήσω.

 Έπρεπε να δω σαν καλός οδηγός την συμπεριφορά του, αλλά και τις θέσεις των οργάνων του, για να μη τα ψάχνω όταν θα τα χρειαζόμουν.

 Θα το κάνω το πρωί αυτό είπα μέσα μου και την ώρα που θα ξεκινάω για την παραλαβή του διοικητού μας από το ξενοδοχείο του, σκέφτηκα, αλλά δεν έβαλα με τον νου μου, αν αυτό μου το επέτρεπε ο καιρός ή όχι.

 Συνεχίζεται

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *