Έχω ακούσει πολλές ιστορίες για το πώς έγιναν μοναχοί μερικοί από αυτούς που γνώρισα κι όλες αυτές, κάτι έχουν να πουν σ’ εμάς που δυσκολευόμαστε να δεχθούμε, ότι μάλλον από κάποια Θεϊκή πρόσκληση τους προέκυψε ο μοναχικός βίος κι όχι τόσο από την προσωπική τους επιλογή να ζήσουν το υπόλοιπο της ζωής τους κάτω από αυτόν τον δύσκολο κι άγνωστο για όλους μας τρόπο ζωής.
Στην περίπτωση του μηχανόβιου αναφερόμενος όμως, έχω να σας πω ότι η δική του πρόσκληση ήταν κάπως ξεκάρφωτη θα λέγαμε και του έγινε εντελώς ξαφνικά και τότε μάλιστα που αυτός ζούσε ως απλός, αυτόνομος κι ανεξάρτητος άνθρωπος.
Από προσωπική επιλογή ζωής δηλαδή, διάλεξε να ζει ως πρόχειρα εργαζόμενος και με ότι του προέκυπτε ως εργασία, για τον λόγο ότι δεν ήθελε να είναι πουθενά και με τίποτε δεσμευμένος, αφού και τις περισσότερες ώρες της ζωής του, μόνον παρέα με την μηχανή του τις περνούσε.
Μηχανόβιος λοιπόν ως τύπος ανθρώπου και λάτρης της προσωπικής του ελευθερίας. Ούτε και της γνωστές μόνιμες δεσμεύσεις με το γυναικείο φύλο ήθελε, γι’ αυτό κι όπου βρισκόταν, εκεί και ξημέρωνε.
Τίποτε δηλαδή δεν τον ενδιέφερε τόσο, ώστε να εξαρτάτε από αυτό κι αφού δεν είχε άλλες επιθυμίες, εκτός από αυτήν που τον κάλυπτε κι επαρκώς ζούσε ως μηχανόβιος.
Όταν δε του προέκυπτε κάποια σχέση με γυναίκα, το γρηγορότερο φρόντιζε να την απομακρύνει από κοντά του, μη του γίνει φόρτωμα και δυσκόλευε την ζωή του. Έτσι δηλαδή πορευόταν. Ρεμπέτ’ ασκέρ’ όπως το ακούμε να λέγεται ως έκφραση για παρόμοιες συμπεριφορές.
Να όμως που βρήκε τελικά μια κοπέλα με τα ίδια γούστα ζωής, οπότε, ήταν και η μόνη που τον συντρόφευε χωρίς υποχρεώσεις κι αφού οι δυό τους είχαν συμφωνήσει επ’ αυτού, όπου τους έβγαζε ο δρόμος πήγαιναν κι όπου νύχτωναν κοιμόταν κι όσο ήθελαν έμεναν εκεί που έφταναν.
Αν είχαν την οικονομική δυνατότητα να φάνε κάπου σαν άνθρωποι το έκαναν, αν πάλι τίποτε δεν είχαν, έκαναν υπομονή μέχρι να βρουν κάπου μια πρόχειρη εργασία κι αφού έπαιρναν μερικά χρήματα από αυτήν, πάλι έμπαιναν στον δικό τους μοναχικό τρόπο ζωής.
Έτσι πορευόμενοι λοιπόν οι δυό τους, τίποτε κοινό με τους υπόλοιπους ανθρώπους δεν είχαν κι αφού δεν είχαν και να μοιραστούς κάτι μαζί τους, κατάμονοι περιφερόταν με την μηχανή τους, όπου κι αν κατέληγαν.
Όσον αφορά δε την εκκλησία, τους Αγίους την Παναγία μας και τον Χριστό μας, κάτι θυμόταν από τα νηπιακά του χρόνια, αφού ποτέ του δεν πήγε σε εκκλησία, εκτός από εκείνη την φορά που τον βάφτισαν και καθόλου δεν θυμόταν πια.
Και η κοπέλα του κάτι παρόμοιο ζούσε όπως καταλαβαίνετε, οπότε ούτε και προς συζήτηση έφεραν ποτέ και μεταξύ τους αυτό το θέμα. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που αγνοούσαν τα πάντα. Ακόμη και τις καμπάνες που άκουγαν να χτυπούν κάποιες ώρες, με τίποτε δεν μπορούσαν να συνδέουν τον ήχο τους.
Το καλοκαίρι της χρονιάς που διανύαμε όμως, τους έβγαλε ο δρόμος στην Ουρανούπολη χωρίς να την γνωρίζουν, ή να την έχουν βάλει κάποια στιγμή ως στόχο προορισμού στα ανύπαρκτα σχέδιά τους.
Ακλουθώντας τον δρόμο δηλαδή βρέθηκαν εκεί κι επειδή νύχτα έφτασαν, στην αμμουδιά της κατέληξαν μη βρίσκοντας δρόμο για κάπου αλλού κι αφού δεν είχαν την δυνατότητα να επισκεφτούν κάποιο ξενοδοχείο, εκεί που στάθηκαν ξάπλωσαν να κοιμηθούν, έστω και νηστικοί.
Το πρωί θα δούμε τι θα κάνουμε είπαν κι όπως ήταν κουρασμένοι από το ταξίδι τους, ξάπλωσαν να κοιμηθούν. Όταν ξύπνησαν το πρωί όμως, είδαν να περπατούν πολλοί άνθρωποι στην προβλήτα της Ουρανούπολης και να πηγαίνουν μάλιστα ομαδικά προς τα καραβάκια που ήταν εκεί δεμένα.
Αγνοώντας τον λόγο που έκαναν οι άνθρωποι κάτι τέτοιο, βάλθηκαν να τους κοιτούν, μήπως και καταλάβαιναν κάποια στιγμή τι ακριβώς έκαναν αυτοί εκεί και μάλιστα στης εννιά και μισή το πρωί.
Από περιέργεια κινούμενοι όμως, ρώτησαν κάποιον που βρήκαν να στέκεται παράμερα να τους πει, πού πήγαινα όλοι αυτοί και για ποιο λόγο. Ακούγοντας αυτός την απορία τους, με κατανόηση τους είπε, ότι τον γύρο του Άθω πηγαίνουν να κάνουν και πάλι θα επέστρεφαν μετά από τέσσερις ώρες περίπου.
Με ένα στόμα αυτοί ρωτούσαν τον άνθρωπο να τους πει, τι ήταν ο Άθως και παρατεταμένα τον κοιτούσαν. Απόρησε βέβαια αυτός με την άγνοια των νεαρών, αλλά και τους εξήγησε, ότι έτσι ονομάζεται το τρίτο πόδι της Χαλκιδικής, λόγω του βουνού που έχει αυτό το όνομα.
Άκουσαν την εξήγηση μεν, αλλά και πάλι ρωτούσαν να τους πει, τι το ιδιαίτερο είχε το βουνό και πήγαιναν να το δουν τόσοι πολλοί άνθρωποι.
Γέλασε βέβαια ο άνθρωπος με την ερώτησή τους, ωστόσο όμως, πάλι τους είπε ότι δεν πηγαίνουν να δουν το βουνό, αλλά τα μοναστήρια που βρίσκονται χτισμένα πάνω σ’ αυτό.
Απορώντας οι νεαροί, με μια φωνή του ζητούσαν να τους πει και πάλι, τι είναι τα μοναστήρια. Μετά από αυτό που άκουσε ο άνθρωπος, αυθόρμητα τους έλεγε πια. Καλά ρε παιδιά; Από πού είστε και δεν ξέρετε τι είναι ο Άθως και τι είναι τα μοναστήρια;
Απαντώντας αυτοί, του έλεγα με απόλυτο τρόπο, ότι το μόνο που ήξεραν με σιγουριά ήταν η μηχανή τους κι ότι τίποτε άλλο εκτός από αυτήν δεν τους απασχολούσε. Αλλά και για τρίτη φορά του ζητούσαν να τους πει αν ήξερε, τι είναι τα μοναστήρια.
Παραξενεύτηκε βέβαια ο άνθρωπος με την άγνοιά τους, αλλά και τους έλεγε με απλό τρόπο, ότι είναι κάποια χτίσματα με πολλά δωμάτια και χώρους, όπου μένουν οι μοναχοί και ζουν προσευχόμενοι για όλους μας.
Αν πάτε κι εσείς όμως μια βόλτα με τα καραβάκια, όλα αυτά που σας είπα θα τα δείτε, αλλά και οι άνθρωποι των καραβιών θα σας πουν περισσότερα για τους μοναχούς και την ζωή τους.
Ούτε κι από αυτές τις εξηγήσεις κατάλαβαν πολλά πράγματα οι νεαροί και βλέποντας ο άνθρωπος να τον κοιτούν με απορία, τους είπε στο τέλος ότι θα ήταν καλύτερα γι’ αυτούς να έκαναν μια βόλτα με κάποιο από τα καραβάκια κι εκεί μέσα θα άκουγαν πολλά περισσότερα από αυτά που έπρεπε να ξέρουν και δεν γνώριζαν.
Αυτά τους είπε αυτός δηλαδή και πήγε στην δουλειά του. Μένοντας μόνοι τους οι νεαροί όμως, άρχισαν να σκέπτονται την πρότασή του κι αφού πήραν την απόφαση να κάνουν τον γύρο του Άθω, άρχισαν να συμμαζεύουν τα πράγματά τους.
Κι αφού τα φόρτωσαν στην μηχανή τους, την ασφάλισαν κι αυτήν σε μια άκρη της παραλίας. Όταν τελείωσαν κι από αυτό, πήγαν όπως έπρεπε στην προβλήτα κι ακολουθώντας τους ανθρώπους έφτασαν στο καράβι που ακόμη ήταν εκεί και περίμενε τους επιβάτες για το Άγιο Όρος, αφού τα άλλα που ήταν εκεί για τον γύρο του Άθω είχαν φύγει.
Αγνοώντας κι αυτήν την διαφορά το νεαρό ζευγάρι, πήγαν να μπουν στο καράβι και μάλιστα ρωτούσαν τους άλλους επιβάτες να μάθουν, που θα μπορούσαν να πληρώσουν τα εισιτήριά τους.
Βλέποντας όμως ο λιμενάρχης, να μπαίνει μια γυναίκα στο καράβι, πήγε να την βγάλει έξω, αλά κι από τον νεαρό που την συνόδευε ζητούσε να του δείξει την ταυτότητά του, όπως και το διαμονητήριο του βέβαια.
Απορώντας ο νεαρός με όλα αυτά που άκουγε, έλεγε στον λιμενάρχη ότι είδε πολλές γυναίκες να μπαίνουν στα άλλα καράβια κι ότι απορούσε για τον λόγο που επέβαλε απαγόρευση στην δική του ιδικά συνοδό.
Του εξήγησε βέβαια αυτός, ότι τα άλλα καράβια κάνουν τον γύρο του Άθω κι ότι σ’ αυτά επιτρέπονται να μπαίνουν γυναίκες. Αυτό όμως πηγαίνει στο Άγιο Όρος, γι’ αυτό και δεν επιτρέπετε η είσοδος γυναικών.
Τίποτε δεν καταλάβαινε όμως ο νεαρός κι αφού γινόταν οχλαγωγία, του είπε στο τέλος ο λιμενάρχης να πάει να βγάλει διαμονητήριο και με την ταυτότητά του στα χέρια θα μπορούσε να μπει μόνος του αν ήθελε, αλλά όχι με συνοδό την κοπέλα του.
Έκανε την εμφάνισή του ο καπετάνιος όμως εκείνη την στιγμή κι ακούγοντας την πρόταση του λιμενάρχη, έλεγε και με το δίκαιό του, ότι σε πέντε λεπτά θα έκανε τον απόπλου του κι ότι δεν θα προλάβαινε να κάνει ο νεαρός αυτά που του ζητούσε.
Κι αφού νόμισε, ότι ήθελε να μπει έστω και για λίγο ο νεαρός στο Άγιο Όρος, με δική του ευθύνη ανάλαβε να τον βάλει στο καράβι του, έστω και χωρίς διαμονητήριο κι αφού τον πήγαινε μέχρι την Δάφνη, το λιμάνι του Όρους δηλαδή, υποσχέθηκε στον λιμενάρχη ότι θα τον επιστρέψει πάλι στην Ουρανούπολη.
Δεν ήθελε όμως ο νεαρός να αφήσει μόνη της την κοπέλα του στην παραλία, γι’ αυτό και δεν δεχόταν την προσφορά του καπετάνιου. Η κοπέλα πάλι, αν και δεν μπορούσε να καταλάβει, τι θα απέδιδε στον φίλο της αυτή η παράξενη επίσκεψη, τον παρότρυνε να δεχθεί την πρόσκληση του καπετάνιου κι αφού αυτός ανάλαβε να τον επιστρέψει αμέσως, δεν θα την πείραζε να τον περιμένει εκεί για τέσσερεις ώρες που διαρκεί το πήγαινε έλα του καραβιού.
Κι αφού όλα φαινόταν εύκολα εκεί, μπήκε τελικά ο νεαρός μαζί με τον καπετάνιο στο καράβι και για να ασφαλίσει αυτός την υπόσχεση που έδωσε στον λιμενάρχη, στην γέφυρα κρατούσε τον νεαρό κι όταν πλησίαζαν στα μοναστήρια, του έκανε και ξενάγηση μάλιστα αν κι ο νεαρός δεν έδειχνε να ενθουσιάζεται με κάτι από αυτά που του έδειχνε. Κοιτούσε δηλαδή προς τα μοναστήρια, αλλά και καμιά απορία δεν εκδήλωσε.
Όταν πάλι έφτασαν στην Δάφνη κι έβλεπε τους πολλούς άλλωστε επισκέπτες να κατεβαίνουν και να κατευθύνονται προς το λεωφορείο της εσωτερικής γραμμής, ή να πηγαίνουν με τα πόδια στα μοναστήρια που βρίσκονται κοντά στην Δάφνη, καμιά απορία δεν εξέφρασε.
Απορώντας κι ο καπετάνιος με την αδιαφορία του, τον κοιτούσε με μισό μάτι θα λέγαμε, αλλά και τον άκουσε να ρωτά, αν μπορούσε να βρει τσιγάρα κάπου εκεί. Μόνον τα τσιγάρα δηλαδή του έλειπαν, γι’ αυτό και κάπως αδιάφορα έλεγε στον νεαρό να κατέβει από το καράβι και να πάει στο κατάστημα που του έδειξε, όπου και θα έβρισκε τα τσιγάρα του.
Όταν μάλιστα είδε τον νεαρό να βγαίνει από το καράβι, από το μεγάφωνο έλεγε σε κάποιον από το πλήρωμα του να τον βοηθήσει μη χαθεί και ψάχνουν μετά να τον βρουν. Κι αυτός βέβαια άκουσε την εντολή του καπετάνιου, γι’ αυτό και του έλεγε να μην ανησυχεί.
Μόλις πάτησε όμως πάνω στην προβλήτα κι έκανε τέσσερα, πέντε, βήματα εκεί, κοκάλωσε. Έμεινε ξερός δηλαδή και βήμα δεν μπορούσε να κάνει. Παρατηρώντας τον όμως ο καπετάνιος, αμέσως έδωσε εντολή στο πλήρωμα να τον μαζέψουν, γιατί φοβήθηκε ότι θα τους προκαλούσε προβλήματα ο νεαρός.
Όταν βρέθηκαν αυτοί κοντά του κι άρχισαν να τον τραβούν στην προσπάθειά τους να τον βάλουν ξανά στο καράβι, αυτός τους έλεγε πολύ απλά, ότι για εδώ ήταν και μόλις εκείνη την στιγμή το κατάλαβε.
Από εκεί και μετά έγινε μεγάλη φασαρία όπως καταλαβαίνετε, γιατί ήρθαν τρέχοντας οι αστυνομικοί, όπως και οι λιμενικοί μαζί με τους τελωνιακούς κι όλοι αυτοί πίεζαν τον νεαρό να μπει στο καράβι με το καλό, γιατί δεν ήθελαν να χρησιμοποιήσουν βία μπροστά στα περίεργα μάτια όλων εκείνων των επισκεπτών, που στάθηκαν να δουν τι συνέβη με τον νεαρό και τι θα γινόταν από εκεί και μετά.
Όσο κι αν του έλεγαν με καλό τρόπο, ότι έπρεπε να επιστρέψει γιατί και χαρτιά εισόδου δεν διέθετε, άλλο τόσο εκείνος τους έλεγε ότι έπρεπε να τον στείλουν σε κάποιο μοναστήρι, αφού τώρα έμαθε ότι εδώ κι ως μοναχός ήταν καλεσμένος να μείνει.
Αφού λοιπόν δεν μπορούσαν τα όργανα της τάξης να μπουζουριάσουν τον νεαρό μπροστά σε τόσους πολλούς παρατηρητές, συμφώνησαν με την ιδέα του τελώνη, που τους πρότεινε να τον αφήσουν ήσυχο εκεί κι όταν καταλάβαινε ότι ήταν χαζό αυτό που έκανε, θα έφευγε από μόνος του.
Θα κάτσει εδώ, μια, ή δυό μέρες έλεγε αυτός δηλαδή κι αφού τον κόψει η πείνα, θέλοντας και μη θα επιστρέψει στην Ουρανούπολη, στην μηχανή του, όπως και στην κοπέλα που μας είπε ο καπετάνιος ότι τον περιμένει.
Αυτά έλεγαν όλοι τους κι αυτό έκαναν στο τέλος για να εκτονωθεί η κατάσταση, αλλά ο νεαρός ένα μήνα έμεινε εκεί και κοιμόταν στα πεζούλια. Κι αφού δεν είχε χρήματα για να επισκεφτεί το εστιατόριο, ήθελαν, δεν ήθελαν οι αρμόδιες αρχές του πήγαιναν φαγητό μη τους πεθάνει από πίνα και δίψα κι όλο του έλεγαν ότι έπρεπε να επιστρέψει στην κοπέλα του όπως και στην μηχανή του κι ότι δεν ήταν αστείο πια αυτό που έκανε.
Εκείνος όμως, σταθερά κι αποφασισμένα τους απαντούσε, ότι έπρεπε να τον στείλουν σε κάποιο μοναστήρι, αφού αυτός δεν ήξερε πού και πώς να πάει κάπου, για τον λόγο ότι εκεί που πληροφορήθηκε το κάλεσμά του, πρώτη του φορά βρέθηκε.
Τους έκανε εντύπωση βέβαια που ο νεαρός αδιαφορούσε πλήρως, τόσο για την κοπέλα που τον περίμενε και για να επιζήσει εκεί έπιασε δουλειά σε μια καφετέρια, όσο και για την τύχη της μηχανής του, αφού αυτή ιδικά ήταν κάτι σαν το σπίτι του.
Ωστόσο όμως και πριν τον στείλουν τελικά σε κάποιο από τα κοντινά μοναστήρια, ακόμη μια φορά του θύμισαν τις αγάπες του. Σταθερά κι αυτός τοποθετημένος, έλεγε ξανά στις αρμόδιες αρχές, ότι τίποτε άλλο δεν τον απασχολούσε πλέον, εκτός από το πότε επιτέλους θα τον πήγαιναν σε κάποιο μοναστήρι.
Βλέποντας λοιπόν την επιμονή του τα όργανα της τάξης, τον έστειλαν τελικά σε κάποιο από τα κοντινά μοναστήρια κι αφού κάθισε εκεί ένα χρόνο περίπου, ζήτησε από τον γέροντα της μονής την ευλογία να ενταχθεί σε κάποιο άλλο μοναστήρι κι αφού του δόθηκε η άδεια, πήγε κάπου που δεν γνωρίζω να σας πω κι έτσι χάσαμε τα ίχνη του. Δεν ξέρω να σας πω δηλαδή τι απέγινε ο νεαρός και που βρίσκεται τώρα ως μοναχός και με ποιο όνομα υπάρχει στο μοναστήρι που επέλεξε να ενταχθεί.
Μιχάλης Αλταλίκης