Το αυτοκίνητο βέβαια το προσπαθούσε, αλλά εγώ έριχνα την ευθύνη στα συνεργεία που το πήγαινα, οι μηχανικοί των οποίων, για υποχόνδριο με είχαν από τότε που το απέκτησα, αφού από εγωισμό και μόνον, δεν μπορούσαν να παραδεχθούν ότι όσα κι αν ήξεραν, μπροστά σ’ αυτά που δεν ήξεραν, μάλλον ήταν πολύ λίγα και άδικα προσπαθούσα εγώ να τους το θυμίσω.
Από συνήθεια δηλαδή κι αυτό, ότι κι αν άκουγα στο αυτοκίνητό μου, ή όποια αλλαγή συμπεριφοράς κι αν παρατηρούσα σ’ αυτό, αμέσως το έψαχνα και πριν ακόμη του εκδηλωθεί κάποια βλάβη το πήγαινα στο συνεργείο, αφού συνεχώς βρισκόμουν στους δρόμους μαζί του και νυχτερινές διαδρομές του υποχρέωνα να κάνει, μεταφέροντας ευαίσθητα προϊόντα.
Αν έμενα λοιπόν την νύχτα ειδικά στον δρόμο, από κάποια μικρή, ή μεγάλη βλάβη, το ίδιο αποτέλεσμα θα είχε για μένα και το αυτοκίνητό μου και την ίδια ζημιά θα προκαλούσα στους δυό μας όπως και στα μεταφερόμενα, αν από δική μου αμέλεια δεν πρόσεχα τα πάντα.
Αυτό θέλοντας να αποφύγω δηλαδή, από καιρό πριν έλεγα στους μηχανικούς, ότι τα μπροστινά φρένα του αυτοκινήτου δεν συγχρονίζονται με τα πίσω. Πιάνουν νωρίτερα για κάποιο λόγο τους έλεγα κι αυτό προκαλεί πλαγιολίσθηση του πίσω μέρους, με ορατό τον κίνδυνο να βρεθώ εξαιτίας τους σε πολύ μεγάλο κίνδυνο.
Εμείς δεν βλέπουμε τίποτε έλεγαν αυτοί κι ότι ρυθμίσεις είχαμε να κάνουμε στα φρένα σου τις κάναμε, οπότε, κάνε την δουλειά σου εσύ και μη γίνεσαι τόσο υποχόνδριος. Βρε παιδιά τους έλεγα? Όταν πατάω τα φρένα σε μια κατηφόρα προπαντός, βλέπω το αυτοκίνητο να κόβει μεν με τις μπροστινές του ρόδες, αλλά οι πισινές του αδρανούν για λίγο και μετά πιάνουν.
Όταν γίνεται αυτό όμως και ειδικά στην κατηφόρα όπως σας λέω, είτε είμαι άδειος, είτε γεμάτος, πλαγιοδρομεί κατά βούληση το αυτοκίνητο και το κάνει πότε προς τα αριστερά και πότε προς τα δεξιά κι ανάλογα με τις δικές του προτιμήσεις.
Αν κάνω δε κάποια κίνηση μετά από αυτό προς το να διορθώσω την συμπεριφορά του, τότε γίνονται χειρότερα τα πράγματα, αφού το πίσω μέρος έρχεται σχεδόν κάθετα προς τον δρόμο, με κίνδυνο να βρεθώ καρφωμένος σε κάποιο βράχο του δρόμου, ή χωμένος σε κάποια από τις πολλές χαράδρες που υπάρχουν στην διαδρομή που ακολουθώ.
Ότι κι αν τους έλεγα όμως, αυτοί επέμεναν να με αντιμετωπίζουν ως υποχόνδριο και τίποτε δεν έκαναν. Μαζέψτε τουλάχιστον το χειρόφρενο βρε παιδιά τους έλεγα, μήπως και ισοφαρίσουμε κάπως τον χρόνο πέδησης. Εμείς ήμαστε μηχανικοί έλεγαν αυτοί, ή εσύ; Ότι έπρεπε να κάνουμε σχετικά με τα φρένα σου, το κάναμε, γι’ αυτό λοιπόν, πρόσεχε εσύ και μη τρέχεις στον δρόμο.
Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, κάτω από αυτές τις συνθήκες οδηγούσα και πάλι το αυτοκίνητό μου μια πολύ βροχερή μέρα κι όταν βρέθηκα μαζί του στην μεγάλη κατηφόρα που βρίσκεται στην κορυφή της περιοχής του νοσοκομείο Άγιος Δημήτριος της πόλης μας, ήδη πατούσα σε πολλά νερά.
Η συγκεκριμένη κατηφόρα δε, είναι τέτοια, που δεν επιτρέπει σε κανένα αυτοκίνητο να κινείται γρήγορα κι όταν ακόμη το οδόστρωμα είναι εντελώς στεγνό. Αλλά ούτε και οι δυό απανωτές στροφές στην βάση του ίδιου δρόμου, επιτρέπουν να επιχειρήσει κανείς κάτι τέτοιο.
Ούτε και τα πολλά νερά βέβαια μπορούσαν να με ωθήσουν εκείνη την στιγμή προς το να κινηθώ γρήγορα, γι’ αυτό και σκέφτηκα να κόψω ακόμη περισσότερο την ήδη σιγανή κίνηση του αυτοκινήτου μου, έχοντας την δευτέρα ταχύτητα στην θέση της, μη τυχόν και μου έφευγε από τον έλεγχό μου.
Κι επειδή φοβόμουν από την συμπεριφορά των φρένων του όπως σας είπα, πολύ σιγά τα πάτησα κι αυτό πάλι το έκανα τόσο, όσο να κόψει λίγο ακόμη μόνον την ελεγχόμενη κίνησή του, ώστε να αποφύγω οποιοδήποτε ατύχημα ήθελε να μου προκύψει.
Τί ήταν να το κάνω όμως; Μετάνιωσα και την στιγμή που τα σκέφτηκα, γιατί αυτομάτως έχασα τον έλεγχό του. Κι αν δεν έκανα αυτό που επιχείρησα; Πόσο εύκολο θα ήταν για μένα να το συμμαζέψω τρέχοντας περισσότερο; Με το λίγο που το έκοψα δηλαδή, βρέθηκα κάθετα στον δρόμο και το αυτοκίνητό μου κοιτούσε τα κάστρα.
Για να μην πέσω επάνω τους λοιπόν, έστριψα το τιμόνι του αριστερά και το άφησα να τσουλήσει μόνο του στην συνέχεια μέχρι να μπει και πάλι στην ευθεία, κινούμενο μόνον με το βάρος του και την ταχύτητα που ήδη είχε αποκτήσει.
Μπαίνοντας στην ευθεία όμως, αύξησε την ταχύτητα του πιεσμένο από το βάρος του, αν και ήταν άδειο από πλευράς φορτίου. Από εκεί και μετά βέβαια, ότι κι αν έκανα, ότι κι αν επιχειρούσα ήταν χειρότερα, αφού ούτε και το τιμόνι του με άκουγε. Πήγαινε δηλαδή όπου ήθελε κι έτρεχε όσο ήθελε.
Μη μπορώντας να κάνω κάτι λοιπόν, προκειμένου να σταματήσω την ταχύτητα που απέκτησε, ή να το κρατήσω σε σταθερή πορεία πάνω στο οδόστρωμα και στην δεξιά λωρίδα καθώς έπρεπε, απελπίστηκα, γιατί αρκετά αυτοκίνητα με ακολουθούσαν και τρία τέσσερα ανέβαιναν την ίδια ανηφόρα, οι οδηγοί των οποίων δεν ήξεραν τι να τα κάνουν, υπολογίζοντας ότι από στιγμή σε στιγμή θα έπεφτα επάνω τους.
Απολαμβάνοντας όμως την προστασία που συνεχώς σας αναφέρω από την αρχή αυτής της αφήγησης, έβλεπα το αυτοκίνητό μου να κινείτε μεν μόνο του φαινομενικά, αλλά και να κάνει κάτι σαν το σλάλομ που κάνουν στα χιόνια οι επιτήδειοι και πότε από τα αριστερά μου και από δεξιά μου, επέτρεψε θα έλεγα στα αυτοκίνητα να περάσουν, χωρίς να με ακουμπήσουν, ή εγώ να πέσω επάνω τους.
Με την φόρα που απέκτησα στην συνέχεια όμως, τρέχοντας ανεξέλεγκτα στην κατηφόρα, δεν θα μπορούσα να ακολουθήσω την ιδιομορφία του δρόμου, όπως και τις δύο στροφές που υπάρχουν στο συγκεκριμένο σημείο. Την αριστερή δηλαδή που οδηγεί μπροστά στην πύλη του νοσοκομείου και την δεξιά μετά από αυτήν και στα δέκα μέτρα απόστασης μόνον, η οποία μας βγάζει στην οδό Κασσάνδρου.
Πεπεισμένος τελικά, ότι δεν θα μπορούσε να πάρει από μόνο του το αυτοκίνητο αυτές τις στροφές, άρχισα να υπολογίζω πια, τι θα γινόταν όταν θα πηδούσα μαζί του στο κενό, από το ανάχωμα που αναγκαστικά θα ακολουθούσα και θα βρισκόμουν στην οδό που ανάφερα και πάνω σε κάποιο από τα διερχόμενα αυτοκίνητα και στον ανυποψίαστο οδηγό του.
Για να μην γίνουν όλα αυτά όμως και για να μην σκοτωθώ εγώ, ή κάποιος άλλος εξαιτίας του προβλήματος που μου προέκυψε, έστριψε μόνο του το αυτοκίνητο προς την πύλη του νοσοκομείου κι ενώ έπρεπε να κάνει δεξιά ακολουθώντας τον δρόμο, φρενάρισε μόνο του και στάθηκε ήσυχο μπροστά στην είσοδό του. Από το ζόρισμα που δέχτηκε όμως, προκειμένου να αντιμετωπίσει εκείνο το ξαφνικό φρενάρισμα, έσβησε η μηχανή του.
Εξαιτίας αυτής της συμπεριφοράς του βέβαια, πρόλαβαν να περάσουν και τα αυτοκίνητα που με ακολουθούσαν χωρίς να μας ακουμπήσουν. Το νοσοκομειακό που έβγαινε εκείνη την στιγμή από την πύλη όμως, πολύ δυσκολεύτηκε να σταματήσει πριν πέσει επάνω μου, ο οδηγός του οποίου έβγαλε το κεφάλι του έξω και φώναζε με το δίκαιό του. Πού πας ρε;
Τίποτε δεν του απάντησα είναι αλήθεια, αφού κι εγώ τρόμαξα όταν έβλεπα το νοσοκομειακό του να έρχεται κατά πάνω μου. Έβαλα μπροστά την μηχανή του ωστόσο και κάνοντας με προσοχή πίσω, έστριψα δεξιά μετά κι ακλουθώντας τον δρόμο, πήγα στην δουλειά μου, ευχαριστώντας και πάλι την Παναγία μας για όσα πρόλαβε να κάνει Αυτή αντί για μένα.
Μιχάλης Αλταλίκης