Επικίνδυνες διαδρομές

  Μπήκαμε στις πρώτες μέρες του Ιουνίου εν τω μεταξύ και οι νυχτερινές μου διαδρομές συνέχισαν να με δυσκολεύουν, λόγω του ότι ακόμη αντιμετώπιζα ομίχλες, οι οποίες ήταν και πολύ πυκνές θα έλεγα. Πολλές φορές μάλιστα, ούτε και τον δρόμο μπορούσα να διακρίνω εξαιτίας τους.

Αυτό βέβαια, εκτός από κουραστικό, γινόταν και πολύ χρονοβόρο για την δική μου περίπτωση, αφού είχα ορισμένο χρόνο εντός του οποίου έπρεπε να βρίσκομαι στον προορισμό μου. Από τις πολλές φορές όμως που έκανα την ίδια διαδρομή κάτω από τις ίδιες συνθήκες, βρήκα και πάλι τον τρόπο, ώστε να μη χάνω τελικά, ούτε λεπτό από τον χρόνο μου.

Με κούραζε όμως η ένταση κάτω από την οποία οδηγούσα, αλλά και τί μπορούσα να κάνω; Πρόσεχα μεν, αλλά κι όπως όφειλα, στην ώρα μου βρισκόμουν στην Ουρανούπολη, προκειμένου να μεταφέρω τις ανάγκες της μονής μας.

Ένα τέτοιο βράδυ μάλιστα, θέλησε να με συντροφεύσει ο γιός μου ο Αλέξανδρος, ο οποίος ήταν δεκαοκτώ χρονών τότε, σκοπεύοντας να δει μεν την διαδρομή που ακολουθούσα, αλλά και να κάνει το πρώτο του μπάνιο εκείνης τις περιόδου στην θάλασσα, μετά βέβαια από την εκφόρτωση των αγαθών που θα επιχειρούσαμε να κάνουμε στο γνωστό καραβάκι.

Φτάσαμε δύσκολα στον προορισμό μας όπως διαπίστωνε κι αυτός και σε όλη την διαδρομή, την ίδια ερώτηση μου έκανε. Μα πού πας; Βλέπεις δηλαδή τον δρόμο μέσα από αυτήν την ομίχλη; Ασφαλώς και βλέπω του έλεγα. Αν δεν έβλεπα, πώς θα επιχειρούσα να κάνω αυτήν την διαδρομή;

Όταν τελικά φτάσαμε στην Ουρανούπολη και τελειώσαμε με την άνεση μας την εκφόρτωση, δεν θέλησε να κάνει το μπάνιο που προγραμμάτισε να κάνει ο Αλέξανδρος, οπότε, αμέσως σχεδόν μπήκαμε στον δρόμο προκειμένου να επιστρέψουμε στο σπίτι μας.

Είναι κρύα βέβαια η θάλασσα στις πέντε το πρωί και με το δίκαιό του το απέφυγε θα έλεγα. Εγώ όμως, έκανα πολλές φορές μπάνιο εκείνες τις ώρες κι από νεαρός το επιχειρούσα αυτό και σε ποιο πρωινές ώρες μάλιστα έμπαινα στην θάλασσα, αφού και τον χειμώνα έκανα μπάνιο.

Φύγαμε ωστόσο κι αφού τίποτε δεν μας πίεζε να επιστρέψουμε σύντομα στο σπίτι μας, νωχελικά κατά κάποιο τρόπο κάναμε την διαδρομή μας, ελπίζοντας να μην συναντήσουμε τις νυκτερινές ομίχλες, αλλά δεν τις γλυτώσαμε.

Όταν περάσαμε από την Αρναία και μετά, μπροστά μας βρισκόταν αυτές και τίποτε πάλι δεν βλέπαμε εξαιτίας τους. Τα κατάφερνα έως ένα σημείο βέβαια και με λίγη προσοχή και αρκετή υπομονή, θα μπορούσαμε να κάναμε την επιστροφή μας με ασφάλεια, αν δεν ερχόταν κανείς επάνω μας από την απέναντι πλευρά.

Αυτό το ενδεχόμενο ιδικά, έκανε τον Αλέξανδρο πολύ ανήσυχο, γι’ αυτό και συνεχώς το ίδιο έλεγε. Μα, τίποτε δεν βλέπουμε. Ξέρεις άραγε πού πηγαίνουμε; Θα πέσει κανείς επάνω μας και κομμάτια θα μας κάνει. Καλύτερα να βγούμε απ’ αυτόν τον δρόμο και να πάμε στο σπίτι μας σώοι από άλλον δρόμο.

Αυτά έλεγε αυτός και με το δίκαιό του βέβαια, αλλά άλλος δρόμος δεν υπήρχε και μια έξοδος που υπάρχει προς τον δρόμο της Καβάλας, ήταν μακριά μας ακόμη και δεν ήξερα αν θα μπορούσα να την εντοπίσω μέσα στην ομίχλη.

Όταν φτάσαμε όμως σε κάποιο σημείο της διαδρομής μας, στο οποίο προ ημερών είχαν ρίξει κοντά δύο χιλιόμετρα καινούριο άσφαλτο, άρχισα κι εγώ να ανησυχώ, γιατί εκεί ειδικά, ούτε κι εγώ μπορούσα να υπολογίσω έστω κι από πείρας τα όρια του δρόμου, λόγω του ότι δεν είχαν περάσει ακόμη τις απαραίτητες διαγραμμίσεις.

Θα μπορούσα να κάνω λίγη υπομονή βέβαια, έως ότου αρχίσουμε να βλέπουμε τα παλιά σημάδια και να συνεχίσουμε την πορεία μας, αφού όπως έδειχναν τα πράγματα, κανένα αυτοκίνητο δεν βρισκόταν στον ίδιο δρόμο εκείνη την ώρα.

Και μερικά από αυτά που συναντήσαμε, στα χαντάκια ήταν σταματημένα και τα φώτα τους μετά βίας φαινόταν. Για να μην το διακινδυνεύσω περισσότερο όμως και για να ησυχάσω την αγωνία του Αλέξανδρου, μόλις διέκρινα τελικά την έξοδο που οδηγούσε προς τον δρόμο της Καβάλας, αμέσως έστριψα.

Ήλπιζα βέβαια ότι δεν θα συναντούσαμε ομίχλες καθ’ οδόν σ’ αυτόν τον στενό επαρχιακό δρόμο κι ότι θα τον κατεβαίναμε ευκολότερα από αυτόν της Αρναίας, γιατί σε διαφορετική περίπτωση, θα μέναμε κι εμείς εγκλωβισμένοι στο αυτοκίνητό μας μέχρι να διαλυθούν οι ομίχλες.

Υπολόγιζα δηλαδή κι αυτό το ενδεχόμενο, δεδομένου ότι πολύ καλά ήξερα από την συχνή χρίση του, ότι δεν υπήρχαν καθόλου διαγραμμίσεις στο οδόστρωμά του δρόμου που επιλέξαμε να ακολουθήσουμε.

Ευτυχώς για μας όμως, μόλις πιάσαμε την κατηφόρα βρήκαμε καθαρή την περιοχή κι έτσι, γρήγορα θα λέγαμε φτάσαμε στην διασταύρωση που θα μας οδηγούσε προς την Θεσσαλονίκη, οπότε, τότε μόνον άκουσα και τον Αλέξανδρο να ξεφυσά πια από το άγχος που γέμισε.

Θα κάναμε μεγάλο κύκλο είναι αλήθεια, επιστρέφοντας από το δρόμο της Καβάλας στο σπίτι μας, αλλά μπροστά στην ασφάλειά μας καθόλου δεν μας κούρασε η επιστροφή, αν και την κάναμε επίσης πολύ νωχελικά, αφού κανένας και τίποτε δεν μας πίεζε να επιστρέψουμε γρηγορότερα.

Μετά από λίγες μέρες όμως, πάλι έκανα την ίδια διαδρομή πηγαίνοντας προς την Ουρανούπολη, την οποία βέβαια χωρίς ομίχλες την έκανα και σε στεγνό οδόστρωμα μάλιστα εκείνη την φορά κι όπως πάντα, στην ώρα μου επιχείρησα την εκφόρτωση των αγαθών που μετέφερα στο γνωστό καραβάκι.

Όταν τελείωσα την εκφόρτωση μου και παρέδωσα τα μεταφερόμενα στον καπετάνιο, μου ευχήθηκε καλή επιστροφή αυτός και βεβαιώνοντας μου ότι θα έκανε κι αυτός το δικό του ταξίδι εύκολα, τον χαιρέτησα κι αμέσως έφυγα από εκεί, γιατί είχα λόγους που με υποχρέωναν να επιστρέψω στην Θεσσαλονίκη και μάλιστα πολύ σύντομα.

Άδειος καθώς ήμουν λοιπόν, έτρεχα αρκετά ποιο πάνω από τα όρια που επιτρέπει η περιοχή και σ’ αυτό προσηλωμένος, είχα τον νου μου και στα πλαϊνά του δρόμου, για τον λόγο ότι ένα κουνέλι μου πετάχτηκε ένα πρωινό στην πρόθεση του να περάσει στην απέναντι πλευρά και για να μην το πατήσω, λύγο έλειψε να βρεθώ εγώ εκτός δρόμου.

Λίγο έξω από την Ιερισσό βρισκόμουν για την ακρίβεια εκείνη την στιγμή

κι επειδή δεν κυκλοφορούσαν άλλα αυτοκίνητα, εύκολα θα έλεγα έπιασα τα εκατόν είκοσι, αφού ούτως ή άλλως κανείς δεν με ενοχλούσε.

Αυτό σκεπτόμενος λοιπόν, δικαιολογούσα κατά κάποιο τρόπο την δική μου οδική συμπεριφορά, αλλά και αρκετά ξαφνιάστηκα, όταν άκουσα ξαφνικά ένα παράξενο θόρυβο, ο οποίος από τα λάστιχα του αυτοκινήτου μου προερχόταν και μου θύμιζε τον θόρυβο που θα έκανε ενδεχομένως, ένα τυχαίο σκάλωμα πλαστικής σακούλας σε κάποιο από τα λάστιχά μου.

Αυτό το ενδεχόμενο σκέφτηκα είναι αλήθεια και χωρείς να κόψω καθόλου την ταχύτητα του αυτοκινήτου, άφησα το τιμόνι του ελεύθερο, έτσι ώστε να δω, αν πράγματι προερχόταν από τα λάστιχά μου ο θόρυβος κι αν επηρεαζόταν εξαιτίας του η οδική του συμπεριφορά.

Επειδή καθόλου δεν ενοχλήθηκε το αυτοκίνητο μου, για δεύτερη φορά επιχείρησα το ίδιο πείραμα, στην προσπάθειά μου να βεβαιωθώ, ότι δεν είχαν τα λάστιχά μου κάποιο πρόβλημα. Κι αφού έτσι έδειχνε το πράγμα, προσπαθούσα να θυμηθώ, αν είδα κάποια σακούλα στον δρόμο κι αν την πάτησα κατά λάθος.

Εγώ βέβαια ποτέ μου δεν θα έκανα κάτι τέτοιο, να πατούσα σακούλα δηλαδή, αλλά και καμιά σακούλα δεν είδα να υπάρχει στον δρόμο. Γιατί λοιπόν παρουσιάστηκε εκείνος ο από το πουθενά προερχόμενος θόρυβος, πράγματι με απασχόλησε, γι’ αυτό και μετά από δύο χιλιόμετρα περίπου, σταμάτησα στην άκρη του δρόμου να δω τι ακριβώς συνέβαινε, αφού η συμπεριφορά του αυτοκινήτου μου καθόλου δεν επηρεαζόταν.

Κατέβηκα λοιπόν από την θέση μου κι άρχισα να ψάχνω τις πίσω ρόδες πρώτα, στις οποίες δεν είδα τίποτε το επιλήψιμο. Όταν πήγα να δω και τις μπροστινές όμως, βρήκα αντί την σακούλα που υπολόγιζα, το δεξί μου λάστιχο καθισμένο. Και τι λέω καθισμένο, αφού πίτα ήταν. Κι επειδή το περπάτησα αρκετό δρόμο ξεφούσκωτο, φαινόταν αρκετά ταλαιπωρημένο από την ζάντα που το πατούσε.

Απορούσα όμως, πώς και δεν με τραβούσε δεξιά το αυτοκίνητο και πώς δεν βρέθηκα στα χωράφια, όταν άφησα εντελώς ελεύθερο το τιμόνι του. Είπα, τι είπα εκεί μόνος μου, αλλά κάθισα κι έκανα μετά από λίγο την αλλαγή του ταλαιπωρημένου λάστιχου με την ρεζέρβα μου κι όταν πια άρχισα να ψάχνω το καρφί που υπέθετα ότι πάτησα καθ’ οδόν, πουθενά δεν το βρήκα όσο κι αν το έψαχνα.

Στην προσπάθειά μου να δικαιολογήσω το περιστατικό, έλεγα μέσα μου ότι μάλλον στραβοπάτησα κάπου και γι’ αυτό έφυγε ο αέρας από την ζάντα του. Ναι, αλλά όπως παρατηρούσα, ούτε και η ζάντα του παρουσίαζε κάποιου είδους καταπίεσης, ώστε να μπορούσε να δικαιολογηθεί η εξαφάνιση του αέρα μέσα από το λάστιχό μου.

Την ζάντα λοιπόν συνεχίζοντας να παρατηρώ, έπεσε το μάτι μου στην λαστιχένια της προεξοχή, αυτής δηλαδή που διαθέτει, προκειμένου να φουσκώνετε με αέρα το λάστιχο που φοράει. Αυτό βλέποντας λοιπόν, άναυδος έμεινα, γιατί η συγκεκριμένη προεξοχή ήταν κομμένη.

Και δεν ήταν απλώς κομμένη από κάποια τριβή, ή κάποιο σκάλωμα που πιθανόν υπέστη, γιατί ήταν κομμένη έτσι, που μόνον από ξυράφι θα μπορούσε να κοπεί τόσο ίσια. Ναι, αλλά, πότε έγινε αυτό; Και ποιός θα μπορούσε να το κάνει, αφού τουλάχιστον δεκαπέντε χιλιόμετρα βάδισα μετά την εκφόρτωση του αυτοκινήτου στο καράβι;

Μόνος ήμουν εκεί δηλαδή όταν το ξεφόρτωσα και πουθενά στον δρόμο δεν στάθηκα επιστρέφοντας, ώστε να προλάβαινε κάποιος να μου κάνει μια τέτοια ζημιά επιδιώκοντας την ανατροπή του αυτοκινήτου μου, όπως και την δική μου βέβαια.

Έβαλα ωστόσο το ταλαιπωρημένο λάστιχο πίσω στην καρότσα και συνέχισα τον δρόμο μου, σαν να μην μου συνέβη κάτι κι όταν έφτασα στην έδρα μου, αμέσως πήγα στο βουλκανιζατέρ, ώστε να μου αποκαταστήσουν την ζημιά που έπαθα.

Όσο κι αν επέμενα όμως να τους λέω, ότι στον δρόμο μου έγινε αυτή κι ότι έτρεχα μάλιστα πάνω από εκατό χιλιόμετρα την ώρα, κανείς τους δεν το πίστευε. Αυτό είναι κόψιμο από ξυράφι έλεγαν αυτοί και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να γίνει εν κινήσει. Εσύ το έκοψες έλεγαν γελώντας μαζί μου και ήρθες εδώ να μας κάνεις πλάκα. Τα χάφτουμε όμως εμείς κάτι τέτοια;

Κάπου χτύπησες την ζάντα σου μάλλον, έλεγαν και δεν το κατάλαβες. Αν έτρεχες όμως τόσο που μας είπες και μ’ αυτό το λαστιχάκι έτσι κομμένο, σίγουρα θα σε πετούσε έξω από τον δρόμο το αυτοκίνητο. Γι’ αυτό λοιπόν, μη μας λες τέτοια παραμύθια.

Αυτά έλεγαν αυτοί κι όταν πια αποκατέστησαν την βλάβη στο λάστιχο μου, πήρα το αυτοκίνητό μου και πήγα στις εγκαταστάσεις του συνεργάτη μου, προκειμένου να πάρω από εκεί όσα με περίμεναν. Και σ’ αυτόν που ανάφερα το περιστατικό, με το ίδιο χαμόγελο της δυσπιστίας με άκουγε.

Πέρασαν όμως μερικές μέρες κι όταν πια είχα ετοιμάσει το επόμενο δρομολόγιο, έφευγα από το μετόχι της μονής μας αργά το μεσημέρι για το σπίτι μου και βαριά, βαριά ακολουθούσα την ροή της κίνησης του περιφερειακού κι όπως μπήκα σ’ αυτόν, πίσω από ένα μεγάλο φορτηγό πήγαινα.

Στην μεσαία λωρίδα για την ακρίβεια βρισκόμουν κι αφού ανέβαινα την ανηφόρα από την Ευκαρπία προς τα κάστρα, επίσης πολύ σιγά, ακολουθούσα το μεγάλο φορτηγό. Μόλις όμως περάσαμε κάτω από την γέφυρα και πιάσαμε την κατηφόρα, αύξησε την ταχύτητα του αυτό, οπότε, έκανα κι εγώ το ίδιο, αν και δεν έβλεπα τι γινόταν μπροστά του.

Κατηφόρα ήταν και θα δικαιολογούσα ένα ελαφρύ πάτημα στα φρένα του όπως και στα δικά μου βέβαια, μη τυχόν και μας έφευγε ο έλεγχος της ταχύτητας που επιτρέψαμε στα αυτοκίνητά μας, αλλά το φορτηγό φρενάρισε τόσο για κάποιον λόγο, που ακινητοποιήθηκε εντελώς σχεδόν.

Μπροστά στον κίνδυνο να καρφωθώ πίσω του λοιπόν, έστριψα το τιμόνι μου αριστερά και για να μην δυσκολέψω τον οδηγό που έβλεπα να ακλουθεί πίσω μας, αλλά στην αριστερή λωρίδα, πάτησα το γκάζι μου περισσότερο και επιχείρησα να κάνω μια πολύ γρήγορη προσπέραση του φορτηγού.

Εκείνη την στιγμή όμως κι ενώ βρισκόμουν στην εν λόγω προσπάθεια άκουσα πάλι εκείνον τον χαρακτηριστικό θόρυβο που κάνει μια νάιλον σακούλα, όταν για κάποιο λόγο μπερδεύεται στα λάστιχα του αυτοκινήτου μας.

Σ’ αυτήν την διαδικασία της γρήγορης προσπέρασης ευρισκόμενος όμως, δεν είχα χρόνο να ψάχνω τον λόγο ύπαρξης του θορύβου που μου προέκυψε. Συνέχισα ακάθεκτος την πορεία μου και προσηλωμένος στην προσπάθειά μου, πέρασα μπροστά από την νταλίκα κι αμέσως μετά καθώς έπρεπε έπιασα την δεξιά λωρίδα, ενώ απορούσα με τον οδηγό της για τον λόγο που την φρενάρισε εντελώς, αφού τίποτε δεν βρισκόταν μπροστά του.

Ωστόσο όμως, μετά από αυτήν την προσπέραση, είδα ελεύθερη την έξοδο προς τον οικισμό Άγιος Παύλος, οπότε, μπήκα εκεί κι αφού σταμάτησα το αυτοκίνητό μου σε μια μικρή αλάνα, κατέβηκα από την θέση μου να δω με την ησυχία μου το πρόβλημα που μου προέκυψε.

Έκπληκτος και πάλι, έβλεπα το αριστερό μπροστινό μου λάστιχο εκείνη την φορά καθισμένο. Ξαφνιάστηκα βέβαια, αλλά κι αμέσως κοίταξα προς την λαστιχένια προεξοχή του, μήπως και είχα το ίδιο πρόβλημα με αυτό που μου συνέβη προ ημερών. Αυτό που έβλεπα όμως, πράγματι με προβλημάτισε, γιατί με ξυράφι και πάλι ήταν κομμένη αυτή, όπως και η προηγούμενη.

Καθόλου δεν ασχολήθηκα με το περιστατικό. Άλλαξα το λάστιχο με την ρεζέρβα και στο πρώτο βουλκανιζατέρ που βρήκα στον δρόμο μου, ζήτησα από τον υπεύθυνο να μου αποκαταστήσει την ζημιά χωρίς να του πω τίποτε για το πώς και πού το έπαθα και σε ποιο σημείο βρισκόμουν την δεδομένη στιγμή.

Βλέποντας ο άνθρωπος την κομμένη προεξοχή στο λάστιχό μου, έλεγε μετά από λίγο με την δική του λογική. Την έκοψες με το ξυράφι όπως βλέπω, νομίζοντας ότι θα την έβγαζες μόνος σου από την θέση της; Και πάλι; Αν κατάφερνες να την βγάλεις, πώς θα περνούσες μια καινούρια στην θέση της; Από ότι βλέπω όμως και πάλι, καινούρια είναι αυτή. Γιατί λοιπόν θέλησες να την βγάλεις, αφού και το λάστιχό σου είναι καλό; Ότι σας καπνίσει κάνετε εσείς οι νέοι οδηγοί πρόσθεσε και συνέχισε την εργασία του.

Απαντώντας τον λοιπόν, του έλεγα κι εγώ με την σειρά μου, ότι δεν την έκοψα εγώ κι ότι μόνη της κόπηκε. Αδιαφορώντας στην συνέχεια για την απορία που έβλεπα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του, του ζήτησα να μου βάλει το επισκευασμένο λάστιχο στην αριστερή μπροστινή πλευρά και βγάζοντας την ρεζέρβα από εκεί, να μου την περάσει στην πρότερη θέση της. Θα το κάνω έλεγε αυτός ενώ με κοιτούσε ερευνητικά, αλλά αφού δεν την έκοψες εσύ, τότε, μπορείς να μου εξηγήσεις πως κόπηκε μόνη της;

Αναγκάστηκα να του αναφέρω ολόκληρο το περιστατικό στην συνέχεια όπως καταλαβαίνετε, αλλά κι όταν άκουσε αυτός την εκδοχή μου, έλεγε και πάλι ως ειδήμων. Τι είναι αυτά που μας λες ρε φίλε; Δεν κόβετε ποτέ από μόνη της αυτή η προεξοχή και μάλιστα όπως αυτή εδώ με το ξυράφι.

Κι αν πάλι γίνει κάτι τέτοιο που μας είπες και κοπεί από μόνη της εκεί που μας ανάφερες και την στιγμή μάλιστα της προσπέρασης που μας λες ότι επιχειρούσες στην συγκεκριμένη κατηφόρα, έχοντας το μπροστινό σου αριστερό λάστιχο ξεφούσκωτο, θα περνούσες στην αντίθετη πλευρά του δρόμου και περνώντας πάνω από το κιγκλίδωμα, τώρα θα σε μάζευαν σκοτωμένο από τον δρόμο και σε καμιά περίπτωση δεν θα ερχόσουν σ’ εμένα να διορθώσεις το λάστιχό σου. Κατάλαβες;

Μη μας λες λοιπόν τέτοια παραμύθια, γιατί κάτι ξέρουμε κι εμείς από λάστιχα, όπως κι από τις συμπεριφορές τους. Από πείρας πάντως σου το λέω κι αυτό, ότι ποτέ και κανείς δεν μου έφερε εδώ και σαράντα χρόνια ένα τέτοιο περιστατικό. Κάτι άλλο μάλλον έκανες και για να μας το δικαιολογήσεις, μας είπες αυτήν την απίθανη ιστορία.

Μπροστινό σκασμένο λάστιχο, σημαίνει θάνατος φίλε μου, από όπια πλευρά κι αν σου συμβεί, γιατί δεν προλαβαίνεις να το αντιμετωπίσεις. Κι εσύ μας λες τώρα, ότι είναι η δεύτερη φορά που σου συνέβη και μάλιστα χωρίς να πάθεις το παραμικρό. Καλά τα λες, αλλά δεν θα πάρουμε. Πέστα σε κανέναν άλλον.

Αυτά λοιπόν μου έλεγε ο άνθρωπος χωρίς να πιστεύει τίποτε από όσα άκουγε κι αφού τελείωσε με τις αλλαγές που του ζήτησα να κάνει, πήρα το αυτοκίνητό μου και πήγα στο σπίτι μου να ησυχάσω, προκειμένου να αντιμετωπίσω την νυχτερινή μου διαδρομή ξεκούραστος. Όσο για την προστασία μου, ούτε λόγος να γίνεται. Αν δεν την είχα, δεν θα μπορούσα να κάνω ούτε ένα χιλιόμετρο ασφαλής χωρίς αυτήν.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *