Για να επανέλθω όμως στον χρονικό διάστημα που αναφέρομαι, ομολογώ ότι πέρασα πολλά έως ότου φτάσουμε στα Χριστούγεννα του 1992 κι όπως ήταν αναμενόμενο κι αυτό, δεν έφερα ούτε ένα πελάτη που να θέλει να κάνει χρήση της αποθήκης μας, γι’ αυτό κι ο διευθυντής μας όπως μου το υποσχέθηκε, αφού πήρε και την έγκριση των Αθηνών, αντί δώρου την πρωτοχρονιά του 1993, μου έδωσε στο χέρι την απόλυση μου, με την αιτιολογία φυσικά, ότι λόγο της κόπωσης μου ως πωλητής, δεν μπορούσα πλέον να αποδώσω τα αναμενόμενα κατά την εκτίμησή του.
Δεν έφταιγαν δηλαδή οι λανθασμένες επιλογές της διοίκησής μας, αλλά εγώ που δεν μπορούσα να πίσω τους εισαγωγείς μας, να απαρνηθούν τις επιλογές που μέχρι τότε είχαν και να δεχθούν ως πραγματικά ωφέλιμη μια λύση που εμείς θέλαμε να τους διαθέσουμε, αδιαφορώντας τελείως, αν αυτή τους κόστιζε περισσότερο.
Στεναχωρήθηκα πολύ είναι αλήθεια όταν είδα την έγγραφη απόλυση μου, αν και βεβαίως υπολόγιζα ότι θα μου προέκυπτε κάποια στιγμή. Ωστόσο όμως, πήγα αμίλητος με αυτήν στο χέρι μέχρι το ταμείο μας κι αφού τους την έδειξα, πήρα την αποζημίωση που μου αναλογούσε.
Χαιρέτησα στην συνέχεια τους εναπομείναντες νέους και παλιούς συναδέλφους μου κι έφυγα από τις εγκαταστάσεις της εταιρείας μας πολύ πικραμένος, όχι τόσο γιατί απολύθηκα, όσο γιατί δεν βρήκα εν τω μεταξύ, καμιά άλλη εναλλακτική λύση που θα με έκανε πάλι εργαζόμενο.
Θα βρω κάπου αλλού δουλειά έλεγα στον εαυτό μου προκειμένου να μαλακώσω κάπως τον πόνο μου, αν κι ενδόμυχα ήξερα, ότι αυτό, θα ήταν πλέον εξαιρετικά δύσκολο να το πετύχω, δεδομένου ότι ήμουν 47 χρονών τότε και η εμπειρία που διέθετα, δεν μπορούσε να γίνει από κανένα γνωστό φορέα χρήσιμη, γιατί κανείς δεν είχε να μου διαθέσει ανάλογη χρήση.
Όχι γιατί δεν ήταν αρκετή η πείρα μου δηλαδή, αλλά γιατί αυτή ήταν τόση και τέτοια ως προς την δυνατότητά της, που κανένας άλλος φορέας δεν είχε ικανό λόγο να την χρησιμοποιήσει.
Το ότι με ήξεραν όλοι. Το ότι είχαν ωφεληθεί πολλοί και μάλιστα πολλαπλώς μπορώ να πω από την εμπειρία μου. Το ότι είχα πολύ καλό όνομα στην αγορά. Και το ότι κανείς από όλους αυτούς τους φορείς δεν ήταν δυσαρεστημένος από εμένα για το παραμικρό, δεν στάθηκε δυνατόν να προκαλέσει το ενδιαφέρον τους, ώστε να μου δώσουν κάποιο είδος εργασίας τουλάχιστον, προκειμένου να απασχοληθώ και μέσω αυτού να συντηρήσω παράλληλα την πενταμελή μου οικογένεια.
Δεν φάνηκε δηλαδή να ευαισθητοποιούνται, ούτε κι αυτοί που κραυγαλέα βοηθήθηκαν από εμένα και είναι περιττό να αναφέρω τώρα, πόσο πολύ έτρεξα και πόσο πολύ ταλαιπωρήθηκα αναζητώντας κάπου εργασία, ενώ ξόδευα σιγά, σιγά και μέρα με την μέρα αυτά που εισέπραξα ως αποζημίωση.
Έμαθαν όλοι αυτό που έπαθα, γι’ αυτό κι όταν με έβλεπαν στον δρόμο, άλλαζαν πεζοδρόμιο, για να μην αναγκαστούν να με συναντήσουν. Πολύ με πίκραινε αυτή η συμπεριφορά, γι’ αυτό και δεν ήταν λίγες οι φορές που τους έκοβα τον δρόμο, προκειμένου να μάθω τον λόγο της συμπεριφοράς τους.
Ξέρουμε έλεγαν αυτοί ότι θέλεις δουλειά, αλλά πως να σου δώσουμε εκατό χιλιάρικα μισθό εσένα, αφού γνωρίζουμε την πραγματική σου αξία; Κανείς μας δεν θέλει να σε βλέπει να ταλαιπώρησε έτσι, αλλά και δεν μπορούμε να σηκώσουμε το κόστος που υπολογίζουμε ότι θα μας προκύψει. Από την άλλη πάλι, θα ήταν πολύ μεγάλη ντροπή για εμάς να σου δώσουμε μόνον εκατό χιλιάρικα.
Βρε παιδιά τους έλεγα. Εγώ έχω ανάγκη από μια δουλειά. Κι αν μου την δώσετε, από τώρα σας λέω ότι θα δεχθώ ως αμοιβή όσα μπορείτε εσείς να μου δώσετε και όχι όσα εγώ θα ήθελα. Δεν μπορείτε να το καταλάβετε αυτό; Έτσι λες τώρα, απαντούσαν αυτοί, αλλά θα μας κατηγορείς αργότερα ως εκμεταλλευτές.
Αυτά λοιπόν μου έλεγαν ως απάντηση κι όπως καταλαβαίνετε, με άφηναν αβοήθητο. Είναι αλήθεια όμως, ότι έκανα πάρα πολλές προσπάθειες αναζητώντας εργασία και τις έκανα οπουδήποτε ήταν δυνατόν να μου φέρουν αποτέλεσμα, αλλά, δεν κατάφερα να βρω ανταπόκριση πουθενά κι από κανένα.
Όπως έκανα πάντα όμως στις δύσκολες στιγμές της ζωής μου, επιχείρησα και πάλι μια επίσκεψη στο Άγιο όρος, προκειμένου να δω τον πνευματικό μου εκεί, τον οποίο κι ενημέρωσα βέβαια για την κατάσταση μου. Με άκουσε αυτός κι όπως το συνήθιζε, ανακοίνωσε και στους υπόλοιπους μοναχούς της μονής τους το πρόβλημα που μου προέκυψε.
Κι επειδή έτυχε εκείνη την ημέρα να βρίσκεται εκεί και κάποιος γνωστός τους για λόγους εργασίας, ανάφεραν και σ’ αυτόν το πρόβλημά μου, μήπως κι έκανε αυτός τουλάχιστον κάτι. Όπως μου το πληροφόρησαν βέβαια, ήταν μεγάλο στέλεχος στο υπουργείο πολιτισμού αυτός και ούτε λίγο ούτε πολύ, τον παρακάλεσαν να προσπαθήσει κάτι, αν βέβαια του ήταν εύκολο.
Δεν μπορώ να κάνω τίποτε εγώ, τους έλεγε αυτός, αλλά έχω κάποιον φίλο στην πόλη του γνωστού σας, ο οποίος μάλιστα είναι αντιδήμαρχος. Αυτός είμαι σίγουρο, ότι κάτι μπορεί να κάνει, γι’ αυτό, να μου δώσετε το τηλέφωνο του ανθρώπου σας, ώστε να τον οδηγήσω στον φίλο μου.
Και τι σας λέω τώρα φίλο μου, αφού αδερφός είναι και σ’ αυτόν πρέπει να μιλήσω πρώτα. Αφού τον ενημερώσω σχετικά, θα κάνει τα πάντα αυτός ώστε να με εξυπηρετήσει, γιατί όπως σας είπα, δεν είναι απλώς φίλος μου, αλλά αδερφός μου, κατά το κοινώς λεγόμενο.
Μη στεναχωριέσαι μου έλεγε κι ο ιερομόναχος που τον συνόδευε και το θέμα σου θα λυθεί σύντομα, αφού το ανέλαβε υπό την ευθύνη του αυτός ο καλός άνθρωπος. Αν ήξερες όσα ξέρω του απαντούσα, δεν θα το έλεγες με τόση ευκολία αυτό, γιατί αν ήταν τόσο αποδοτική αυτή υπόσχεση, θα είχα βρει δουλειά από την πρώτη μέρα της απόλυσής μου και δεν θα χρειαζόταν να περάσει τρεις μήνες από τότε χωρίς κανένα αποτέλεσμα.
Αφού τους γνωστοποίησα το πρόβλημά μου λοιπόν κι αφού πήρα με επιφύλαξη τις υποσχέσεις του γνωστού τους, επέστρεψα στο σπίτι μου κι όπως έπρεπε, μαζί με τις υπόλοιπες κινήσεις μου, περίμενα και το τηλεφώνημα που θα μου έκανε εκείνος ο καλός άνθρωπος, όταν βέβαια θα επέστρεφε στην Αθήνα.
Δεν έμεινα όμως με σταυρωμένα χέρια, να περιμένω το τηλεφώνημα από την Αθήνα, γι’ αυτό και πάλι βγήκα στους δρόμους της αγορά μας, προκειμένου να βρω οπουδήποτε ήταν δυνατόν την εργασία που χιαζόμουν.
Τριγυρίζοντας γι’ αυτόν τον λόγο λοιπόν στους δρόμους της πόλης μας, συνάντησα μια μέρα ένα φίλο, ο οποίος ήταν πρώην ανταγωνιστής μου, αλλά κι όπως μου εξηγούσε εκείνη την στιγμή, εργαζόταν ως πωλητής σε μια πολύ μικρή εταιρεία μεταφορών εκείνο το διάστημα και καθώς γνώριζε το πρόβλημά μου, πρότεινε στα αφεντικά του, ώστε να πάρουν κι εμένα ως πωλητή στην επιχείρησή τους, δεδομένου ότι σκεφτόταν να αυξήσουν με κάποιο τρόπο τις δραστηριότητες τους, αλλά δεν ήξεραν πως θα μπορούσαν να το κάνουν εύκολα κι ευνοϊκά γι’ αυτούς.
Δεν είναι και τίποτε σπουδαίο αυτό που σου προτείνω να κάνεις, έλεγε, αλλά αφού δεν έχεις βρει ακόμη κάποια δουλειά, έλα αύριο το πρωί και κάνε κουβέντα ο ίδιος με τα αφεντικά μου. Νταλικέρηδες είναι και μάλλον εύκολα θα τα βρεις μαζί τους.
Αυτά μου είπε ο φίλος κι αφού βρήκα πρόσφορο έδαφος, βεβαίως πήγα και συνάντησα τους ιδιοκτήτες εκείνης της εταιρείας, οι οποίοι ασφαλώς και μου εξέφρασαν τους λόγους για τους οποίους με ήθελαν στην εταιρεία τους, αν και μου έκανε εντύπωση το άνοιγμα που σκέφτηκαν να κάνουν.
Σ’ αυτό αναφερόμενοι λοιπόν, έλεγαν πολύ απλά. Έχουμε αρκετή δουλειά ως νταλικέρηδες, την οποία καλύπτουμε με δικές μας, αλλά και των φίλων μας τις νταλίκες. Ασχολούμαστε μόνον με κομπλέ φορτία, από και προς την Ιταλία και μεταφέρουμε οτιδήποτε μας ζητηθεί, πότε από έναν αποστολέα προς έναν παραλήπτη και πότε από δυό αποστολείς σε δυό παραλήπτες, άντε τρείς το πολύ, αφού ξέρεις ότι ο χρόνος μας είναι πολύτιμος.
Η δουλειά μας είναι πολύ μεγάλη θα λέγαμε, αφού απασχολούμε δώδεκα νταλίκες την εβδομάδα, οι οποίες κάνουν αμφίδρομες αποστολές, αλλά όπως κι εσύ το ξέρεις, για να τις έχουμε σίγουρα, τις αναλαμβάνουμε με επίσης χαμηλό κόστος κι έτσι δεν μας μένουν ικανά κέρδη να δικαιολογήσουμε τον κόπο μας, αλλά και τα έξοδά μας.
Αυτό μελετώντας λοιπόν, σκεφτήκαμε να στραφούμε μαζί με τις κομπλέ αποστολές και προς την μεταφορά των μικρών αποστολών που υπάρχουν στην αγορά, ώστε να εξασφαλίσουμε από αυτές τουλάχιστον κάποιο καλό εισόδημα. Αφού έχουμε δηλαδή δικές μας νταλίκες, να διακινούν με αυτές και μικροαποστολές από και προς την Ευρώπη, οπότε, καλό θα ήταν για εμάς να σε κάναμε δικό μας, αφού τόσα που μας είπε για εσένα ο συνεργάτης μας, είναι υπέρ αρκετά για τον σκοπό που σε θέλουμε μαζί μας, αν βέβαια τα βρούμε στα οικονομικά.
Μετά από όσα μου είπαν εναλλάξ αυτοί, μια ο ένας και μια ο άλλος δηλαδή, σταμάτησαν την αναφορά τους κι όπως έπρεπε, περίμεναν να ακούσουν στην συνέχεια κι αυτά που εγώ είχα να τους ανακοινώσω, οπότε, έλεγα σ’ εκείνους τους συνεταίρους της μικρής εταιρείας, οι οποίοι, με πολύ προσοχή ομολογουμένως άκουγαν αυτά που τους έλεγα.
Δεν ξέρω βρε παιδιά τι σας είπε ο συνεργάτης σας για εμένα, αλλά από όσα τώρα μόλις μαθαίνω εγώ για την επιχείρησή σας, έχετε στα χέρια σας αυτή τη στιγμή μια πολύ μεγάλη δουλειά, την οποία όχι χωρείς κόπο βέβαια, ανταπεξέρχεστε αξιοπρεπώς όπως καταλαβαίνω.
Κι όπως μου είπατε για το δυναμικό της εταιρείας σας, μεταφέρετε τα εμπορεύματα που σας εμπιστεύονται οι πελάτες σας από και προς την Ιταλία μόνον, με πολύ ικανοποιητικό ρυθμό κι όπως φαίνεται καλύπτετε τις ανάγκες τους.
Καλό είναι και ότι θέλετε να αυξήσετε τα έσοδά σας, αλλά, μάλλον δεν είναι λόγος αυτός που θα σας έκανε να επιχειρείτε παράτολμα πράγματα και μάλιστα ανάμεσα σε ειδικευμένους επί του θέματος ανταγωνιστές, όσο κι αν εσείς θέλετε να το κάνετε, επηρεασμένοι από την μέχρι στιγμής επιτυχία σας.
Οι ανταγωνιστές που έχετε να αντιμετωπίσετε όμως, δεν βρίσκονται πρόχειρα στο ίδιο χώρο. Πρέπει να ξέρετε ότι είναι έτσι οργανωμένοι, που μπορούν να κάνουν αυτό που επαγγέλλονται. Πολλοί εξ αυτών όμως, όχι χωρίς προβλήματα, γιατί χωλαίνουν αρκετά και σε πολλά σημεία μάλιστα.
Εσείς που δεν έχετε καμιά παρόμοια υποδομή, πώς θα μπορέσετε να ανταποκριθείτε, χωρίς να προκαλέσετε προβλήματα στον εαυτό σας που δεν υπολογίζετε;
Άλο πράγμα βρε παιδιά είναι να μεταφέρετε κομπλέ αποστολές με τις νταλίκες σας και άλλο πράγμα είναι η μεταφορά μικροαποστολών, δεδομένου ότι για να συγκεντρωθούν αυτές, πρέπει να έχετε πολλά δεδομένα, τα οποία όμως, εκ των πραγμάτων δεν έχετε.
Και ύστερα; Πώς να σας εμπιστευτούν οι πελάτες που καθόλου δεν σας γνωρίζουν, αφού και προς αυτούς είστε εντελώς άγνωστοι; Εμένα βεβαίως και με γνωρίζουν αυτοί που διακινούν τα εμπορεύματά τους με τέτοιες μικροαποστολές, όπως ξέρουν και ότι δεν εκπροσωπώ πλέον καμιά γνωστή προς αυτούς εταιρεία μεταφορών, που να εγγυάται το σέρβις, αλλά και το κόστος που αυτοί θέλουν να έχουν για τις δικές τους ανάγκες.
Αν τους πλησιάσω λοιπόν, προκειμένου να τους κάνω πελάτες σας όπως θέλετε, δεν θα με ρωτήσουν λέτε να τους πω, ποια εταιρεία εκπροσωπώ; Αν τους αναφέρω το όνομά της εταιρείας σας, τι λέτε; Δεν θα μου πουν, ποιοι είναι αυτοί;
Θα ήταν προτιμότερο λοιπόν, πριν μπείτε στην διαδικασία να βρείτε πελάτες, να κάνετε λίγο καιρό υπομονή, μέχρι να βρείτε συνεργάτες στην Ιταλία τουλάχιστον πρώτα, που να μπορούν να στηρίξουν το σκεπτικό σας με την δική τους υποδομή, συγκεντρώνοντας εκεί τις αποστολές που αυτοί αρχικά θα σας μαζεύουν με προορισμό την Ελλάδα.
Για να κάνετε λοιπόν αυτό που σκέφτεστε, θα πρέπει να προετοιμαστείτε κατάλληλα πρώτα και μετά να προχωρήσετε. Πρέπει να λάβετε υπόψη σας δε, ότι οι περισσότεροι από τους πελάτες που σκέφτεστε να προσεγγίσετε μαζί μου, έχουν δουλειές όχι μόνο από την Ιταλία που εσείς μπορείτε εν μέρει να καλύψετε. Έχουν δηλαδή αυτοί τέτοιες αποστολές κι από άλλες Ευρωπαϊκές χώρες και μάλιστα με ιδιότροπες ανάγκες. Πως λοιπόν, θα κάνουμε αυτόν τον διαχωρισμό; Κι αν πάλι κάνουμε πως αναλαμβάνουμε και τις υπόλοιπες ανάγκες τους, με ποιους συνεργάτες και με ποια υποδομή θα μπορέσουμε να ανταποκριθούμε;
Αυτά και μόνον που σας αναφέρω, δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο τα πράγματα για όσα βάλατε μα το μυαλό σας να επιχειρήσετε και δεν το λέω αυτό για να υποτιμήσω την προσπάθειά σας, ή για να σας απογοητεύσω. Να σας προστατεύσω θέλω.
Αν για οποιονδήποτε λόγο όμως, επιχειρήσετε να κάνετε τελικά αυτό που σκέφτεστε, τότε ένα είναι σίγουρο. Θα διακινδυνεύσετε να χάσετε όχι μόνον τον έλεγχο της δουλειά σας που ήδη έχετε, αλλά κι αυτά που μέχρι στιγμής με τόσο κόπο αποκτήσατε.
Εγώ και βέβαια θέλω να βρω κοντά σας την εργασία που χρειάζομαι, αλλά αυτός δεν είναι λόγος για μένα, ώστε να σας βάλω στα φιτίλια του να σκέφτεστε την υλοποίηση των όσων επιθυμητέ, παραβλέποντας τις αδυναμίες που έχετε, πράγμα που πολύ καλά καταλαβαίνω, ότι όντως δεν ξέρετε αν την χρειάζεστε ή όχι.
Και βέβαια ήταν κάποτε μικρές οι εταιρείες που σήμερα είναι μεγάλες, αλλά αυτές έγιναν μεγάλες μετά από πολλά χρόνια προσφοράς. Σιγά, σιγά δηλαδή και προπαντός κάτω από ευνοϊκές συνθήκες. Αυτό δεν σημαίνει ότι όποιος θέλει, ότι ώρα θέλει, μπορεί να γίνει το ίδιο μεγάλος όπως αυτές, μόνο και μόνο γιατί το σκέφτηκε.
Νταλικέρηδες είστε εσείς ρε παιδιά και ως νταλικέρηδες δεν μπορείτε να γίνετε διαμεταφορείς τόσο εύκολα όσο εσείς το νομίζετε. Μην επιμένετε λοιπόν να κάνετε πράγματα, που είναι πολύ ποιο πάνω από τις πραγματικές σας δυνάμεις και αν ακόμη ακούσετε εμένα να σας υπόσχομαι, μπροστά στην ανάγκη που έχω να βρω μια δουλειά, ότι θα σας φέρω τους πελάτες που μου ζητάτε, τότε να μην πιστέψετε τίποτε από όσα θα σας υποσχεθώ, γιατί θα είναι όλα ψέματα.
Μα εσύ. Έλεγαν αυτοί με απορία. Από όσα μας είπε ο συνεργάτης μας, ελέγχεις μια μεγάλη μερίδα πελατών στην αγορά. Πως λοιπόν δεν μπορείς να μας φέρεις εδώ δύο τρεις πελάτες ας πούμε, έτσι, για να ανεβάσουμε κι εμείς κάπως το δυναμικό μας;
Κανένας πελάτης δεν γίνεται κτήμα βρε παιδιά. Όλοι την δουλειά τους θέλουν να κάνουν και όλοι τους απευθύνονται σ’ αυτούς τους μεταφορείς που στα σίγουρα μπορούν να τους εξυπηρετήσουν. Το κάνουν αυτό για να εξασφαλίσουν την βιωσιμότητα της δικής τους δουλειάς, η οποία βεβαίως και κινδυνεύει, αν κάποιος φιλόδοξος κι εκ του προχείρου διαμεταφορέας όπως εσείς, τους υπόσχεται φανταστικές παροχές.
Η εταιρεία που μέχρι πρότινος εγώ εργαζόμουν, προσέφερε για πολλά χρόνια εγγυημένο σέρβις προς όλους τους πελάτες της και δεν ήταν λύγοι αυτοί που μας εμπιστεύονταν. Όταν όμως άρχισε να αλλοιώνεται η αξιοπιστία της ως προς το σέρβις της, αλλά κι ως προς το κόστος της, τότε όλοι αυτοί την εγκατέλειψαν, αδιαφορώντας για το αν ωφελήθηκαν ή όχι τόσα χρόνια από την μεταξύ τους συνεργασία.
Μη στηρίζεστε λοιπόν κι εσείς στο μέγεθος της δουλειάς που σήμερα έχετε, όπως και σε φανταστικές εκδοχές και μην ψάχνετε να βρείτε περισσότερη δουλειά από όση έχετε σήμερα και μπορείτε να εκτελέσετε με τις μικρές σας δυνάμεις.
Νταλικέρηδες είστε και νταλικέρηδες να μείνετε, αν βέβαια θέλετε να ζείτε ανενόχλητοι ως τέτοιοι και κριμένοι μέσα στην αφάνεια, γιατί αν ενδεχομένως κάνετε αυτό που σκέφτεστε και βγείτε στην αγορά ξυπόλητοι, τότε εκτός από το να ικανοποιηθεί ο εγωισμό σας, θα κινητοποιήσετε και τον αθέμιτο και σκληρό ανταγωνισμό εναντίων σας, τον οποίο όχι μόνον ξεχνάτε, αλλά δεν είστε και σε θέση να τον αντιμετωπίσετε.
Αν θέλετε πάντως να έχετε σίγουρα την υπάρχουσα δουλειά σας αύριο και μεθαύριο, τότε να με προσλάβετε στην εταιρεία σας αν θέλετε, αλλά μόνον γι’ αυτό που πράγματι και απαραιτήτως χρειάζεστε, την απόκτηση υποδομής δηλαδή, την οποία βεβαίως και μπορώ να βοηθήσω στην απόκτησή της, αν βέβαια κι εσείς την υπολογίσετε ως αναγκαία.
Άκουσαν οι άνθρωποι την θέση μου, υπολόγισαν εκείνη την στιγμή και αυτά που τους πρότεινα για την υποδομή που έπρεπε να αποκτήσουν, οπότε, ομόφωνα υποστήριξαν την πρόσληψή μου. Με προσέλαβαν δηλαδή, αλλά και τίποτε δεν έκαναν για όσα συμφώνησαν μαζί μου κι επειδή παρά τις προσπάθειές μου δεν έφερα στην εταιρεία τους κανένα πρώην πελάτη μου, όπως μου δικαιολογήθηκαν, μετά από τρείς μήνες με απέλυσαν.
Αδιαφορώντας λοιπόν αυτοί για όσα τους ανάφερα, περίμεναν πολύ απλά να δουν να συρρέουν πελάτες στις εγκαταστάσεις τους, προκειμένου να αποκτήσουν αυτά που τόσο εύκολα φαντάστηκαν. Ασφαλώς βέβαια και δεν μπορούσα να τους φέρω πελάτες, αφού εκ των πραγμάτων, δεν είχαν ούτε και την παραμικρή υποδομή να τους εξυπηρετήσουν.
Ήθελα δουλειά όπως σας είπα, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν ήθελα να πω ψέματα σε κανέναν. Ούτε σε πελάτες, αλλά ούτε και σ’ εκείνους τους ανθρώπους που από εγωισμό και μόνον ήθελαν να γίνουν κάτι, που ποτέ δεν θα μπορούσαν να είναι.
Το προσπάθησαν μόνοι τους όμως κι όπως έμαθα εκ των υστέρων, τίποτε δεν κατάφεραν. Μαζί με αυτά δε, έχασαν κι αυτά που μέχρι τότε κουτσά στραβά επιχειρούσαν κι όπως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, χάλασαν και τις μεταξύ τους σχέσεις, στρεφόμενοι ο ένας εναντίων του άλλου κι από μηδέν, μηδέν όπως έλεγε ο τσέλιγκας γείτονάς μας.
Τράβηξε δηλαδή ο καθένας τον δικό του ανεξάρτητο δρόμο και νταλικέρηδες καθώς ήταν, τέτοιοι έμειναν, αλλά χωρίς σταθερή δουλειά και ακόμη ποιο στενάχωρα για όλους.
Μιχάλης Αλταλίκης