Το ψάρι από την Καβάλα για την Αγία Αναστασία

   Μπήκαμε στον Νοέμβριο μήνα πια κι επειδή η μονή μας τιμά την Αγία Αναστασία την Ρωμαία στις έντεκα αυτού του μήνα, από μέρες πριν έτρεχα να τους προμηθεύσω με όσα τους ήταν απαραίτητα, αφού την συγκεκριμένη μέρα δέχονται πολλούς επισκέπτες όπως σας είπα, οι οποίοι βέβαια, μερικές φορές υπερβαίνουν και τον αριθμό των εξακοσίων ατόμων.

Εκτός από τις καθημερινές μας ανάγκες δηλαδή, έπρεπε να μεριμνήσω και για τις έκτακτες, οπότε, έκανα πολλά απανωτά δρομολόγια με το μικρό μου φορτηγάκι, ώστε όλα να τα προλάβω, τόσο για τον  αρχοντάρης μας, όσο και για τον μάγειρά μας, οι οποίοι και τρόφιμα επιπλέον ήθελαν και κρεβάτια βεβαίως, έστω και πτυσσόμενα, αφού πολλούς υπολόγιζαν να φιλοξενήσουν.

Τις καθημερινές είναι αλήθεια ότι δεν της φοβόταν ο μάγειρας, αφού οτιδήποτε μπορούσε να μαγειρέψει, έστω κι αν οι επισκέπτες του ήταν πολλοί. Τις μέρες των πανηγύρεων όμως, από παράδοση και μόνον, έπρεπε να μαγειρέψει ψάρι κι αυτό πάλι, να το μαγειρέψει παραδοσιακά και στον νταβά όπως πάντα, σύμφωνα με την Αγιορείτικη συνταγή.

Από μήνες πριν βέβαια έψαχνε να βρει τους ανάλογους ροφούς ο συνεργάτης μας, αλλά πουθενά δεν τους έβρισκε. Όταν εμφανιζόταν αυτοί, όσο μεγάλοι κι αν ήταν, τους αποθηκεύαμε στους καταψύκτες για τις ανάγκες της ημέρας των πανηγύρεών μας, δεδομένου ότι και τον Άγιο Νικόλαο τιμούν ανάλογα οι πατέρες στην δική του γιορτή.

Μπήκαμε στον Νοέμβριο όμως κι ακόμη ψάχναμε για τα ψάρια που μας έλειπαν. Την προ παραμονή μάλιστα, πήραν απόφαση η πατέρες ώστε να κάνουν την πανήγυρη με μαλάκια μόνον, αφού από αυτά είχαμε αρκετά και ήδη τους τα πήγα, ώστε να μην αγωνιά ο μάγειρας.

Ούτε κι εκείνη την ημέρα δηλαδή ειδοποίησε κάποιος από τα επαγγελματικά ψαροκάικα τον συνεργάτη μας και να του λέει ότι βρέθηκε επιτέλους έστω κι ένας ροφός, οπότε, επέστρεφα στο σπίτι μου πια, όταν κατά τις τρεισήμισι το μεσημέρι με πρόλαβε στον δρόμο ο επίτροπος, ο οποίος και μου έλεγε βιαστικά, ότι έπρεπε να πάω σε κάποιο γυναικείο μοναστήρι στα περίχωρα της Καβάλας, οι μοναχές της οποίας κρατούσαν όπως τον ειδοποίησαν έναν εξηντάκιλο ροφό για την Αγία Αναστασία.

Δεν είχαμε βέβαια πνευματικές σχέσεις με την συγκεκριμένη μονή, οπότε, δεν ξέραμε κι αν υπήρχε αυτή στην περιοχή που έπρεπε να πάω. Πώς ήξεραν όμως αυτές, την ημερομηνία της δικής μας γιορτής, αυτό ούτε κι ο επίτροπος μπορούσε να το εξηγήσει, όπως δεν μπορούσε να εξηγήσει και πώς σκέφτηκαν οι μοναχές την δική μας ανάγκη, αφού έναν τέτοιο ροφό δεν τον βρίσκει κανείς οπουδήποτε και μάλιστα τόσο εύκολα.

Αφού έπρεπε να πάω όμως, πήγα στο σπίτι μου κι αφού ενημέρωσα σχετικά την γυναίκα μου, αμέσως ξεκίνησα για τον σκοπό μου. Πέρασα κι από τον συνεργάτη μας προκειμένου να απαλλάξω κι αυτόν από το άγχος που γέμισε, λόγο της δικής του αδυναμίας όπως αισθανόταν, να καλύψει

τις ανάγκες της μονής μας εκείνη ιδικά την πανήγυρη.

Ωστόσο, δεν ήταν ούτε έξη η ώρα όταν έφτασα στην περιοχή που έπρεπε να πάω και σουρούπιασε για τα καλά θα λέγαμε. Μαζί με αυτό όμως, έπεσα και σε μια πολύ πυκνή ομίχλη, η οποία όχι μόνον με δυσκόλευε, αλλά όλο και πύκνωνε περισσότερο.

Έναν αριθμό σταθερού τηλεφώνου είχα στην διάθεσή μου προκειμένου να επικοινωνήσω με τις μοναχές κι όπως έπρεπε, συνεχώς το καλούσα μέχρι να το σηκώσουν, μη τυχόν και απομακρυνόμουν από την διασταύρωση που θα ακολουθούσα, την ο ποία πολύ σιγά έψαχνα μέσα στην ομίχλη.

Όταν πια απάντησαν οι μοναχές, με καθοδήγησαν με υπομονή θα λέγαμε, αφού κι αυτές έβλεπαν την ομίχλη να τις σκεπάζει, αν κι από αυτά που μου έλεγε η μοναχή που κρατούσε ανοιχτή την γραμμή προκειμένου να με βοηθήσει, σε βουνό βρισκόταν και πολλές στροφές θα συναντούσα όπως έλεγε μέχρι να τις επισκεφτώ.

Μετά από πολύ δυσκολία ομολογουμένως, μπήκα επιτέλους στον δρόμο που θα με έβγαζε στην μονή τους κι όταν άρχισα να ανεβαίνω στα τυφλά σχεδόν το βουνό, ακολουθούσα πολύ σιγά τον δρόμο που σαλίγκαρο μου θύμιζε και συνεχώς πρόσεχα μη τυχόν και βγω έξω από τα όριά του, αφού τίποτε σχεδόν δεν έβλεπα.

Ανέβαινα δηλαδή κάπου που δεν ήξερα και κάθε τόσο καλούσα την μοναχή να μου πει, αν πήγαινα καλά ή όχι, γιατί αρκετή ώρα ανέβαινα το βουνό και τέρμα δεν έβλεπα. Μην ανησυχείς έλεγε αυτή. Θέλοντας και μη, μόνον σ’ εμάς καταλήγει αυτός ο δρόμος. Κάνε λίγο υπομονή ακόμη και θα μας βρεις.

Αυτό έκανα λοιπόν κι όταν πια βρέθηκα μπροστά σε έναν τοίχο, στάθηκα κι αμέσως ενημέρωσα την μοναχή για την άφιξη μου. Πάλι με οδήγησε όμως αυτή, οπότε, όταν είδα μερικά αυτοκίνητα σταθμευμένα κάπου εκεί κοντά, βγήκα από το δικό μου και πλησίασα την είσοδο που μου υπέδειξε.

Έγινε επτά όμως η ώρα όταν έφτασα εκεί και μέχρι να ετοιμάσουν το ψάρι οι μοναχές, πιάσαμε τις εννιά. Τότε λοιπόν ήταν που ήρθε μια μοναχή και μου είπε, ότι μπορούσα να το πάρω και να το φορτώσω στο αυτοκίνητό μου.

Όταν μου το έδειξαν βέβαια, αμέσως είπα στις μοναχές ότι δεν ήταν εύκολο να το μεταφέρω στα χέρια μέχρι το αυτοκίνητό μου, γιατί και βαρύ ήταν και φρέσκο ήταν. Κι όχι μόνον φρέσκο και βαρύ ήταν, αλλά και καθαρισμένο από τα εντόσθιά του, όπως και ξελεπισμένο ήταν.

Ένα τέτοιο ψάρι όμως, με τίποτε δεν σηκώνετε από όπου κι αν το πιάσει κανείς, οπότε, αμέσως κάλεσαν δυό Αλβανούς οι μοναχές, οι οποίο ως εργάτες τους βρισκόταν εκεί. Κι αφού είπα σ’ αυτούς να μου φέρουν δυό τσουβάλια, το τσουβαλιάσαμε το ψάρι προκειμένου να το πιάσουμε από κάπου, γιατί γλιστρούσε όπως καταλαβαίνετε. Το βάλαμε πάνω σε ένα καρότσι που τους ζήτησα στην συνέχεια κι έτσι το μεταφέραμε μέχρι στο αυτοκίνητό μου.

Όταν πια το τακτοποιήσαμε εκεί, πήγα να ευχαριστήσω τις μοναχές για την προσφορά τους, οπότε, βρήκα την ευκαιρία να τις ρωτήσω, πώς έφτασαν στην σκέψη να καλύψουν αυτές το τραπέζι της Αγίας Αναστασίας και πού βρήκαν αυτόν τον μεγάλο ροφό, ο οποίος ήταν πλέω των εξήντα κιλών καθαρισμένος όπως τον υπολόγισα κι αυτό σημαίνει ότι όπως ήταν από την θάλασσα βγαλμένος, σίγουρα θα ξεπερνούσε τα ογδόντα κιλά.

Από πολύ καιρό πριν πήραμε την απόφαση έλεγαν οι μοναχές, ώστε εμείς να κάνουμε το τραπέζι της Αγίας Αναστασίας της Ρωμαίας στην γιορτή της κι όπως έπρεπε, έναν τέτοιον ροφό παραγγείλαμε στα καΐκια της Καβάλας να μας φέρουν, τον οποίο βέβαια, σήμερα το μεσημέρι μας είπαν ότι τον βρήκαν και λίγο πριν έρθεις εσύ μας τον έφεραν εδώ.

Μας τον έφεραν καθαρισμένο από τα εντόσθιά του όμως, γι’ αυτό και πολύ δυσκολευτήκαμε να τον ξελεπιάσουμε, επειδή ήταν πλέον αρκετά μαλακός. Πιστεύουμε να καλύψει τις ανάγκες της πανήγυρής σας όμως, μια και ξέρουμε πολύ καλά, ότι πολλούς επισκέπτες περιμένετε.

Αλήθεια είναι τις έλεγα, ότι δεν θα φτάσει μόνον αυτός, αλλά άκουσα τον επίτροπο να μου λέει από τηλεφώνου όταν ερχόμουν εδώ, ότι βρήκαν τελικά και μερικές κατεψυγμένες σφυρίδες να συμπληρώσουν την τράπεζα κι έτσι δεν θα αγωνιά ο μάγειρας μας. Χωρίς την δική σας εμπνευσμένη προσφορά όμως, σίγουρα δεν θα μπορούσαν να ανταπεξέλθουν εύκολα οι πατέρες την πανήγυρή τους.

Αυτά είπαμε με τις μοναχές κι αφού τις ευχαρίστησα εκ μέρους των μοναχών της δικής μας μονής, με τον ίδιο δύσκολο τρόπο επέστρεφα προς την Θεσσαλονίκη και όταν πια βρέθηκα στις εγκαταστάσεις του συνεργάτη μας, πλησίαζε δώδεκα η ώρα.

Έκανα και την παραλαβή των υπολοίπων στην συνέχεια, αυτών δηλαδή που είχε αυτός κρατημένα στην αποθήκη του για τις ανάγκες της μονής μας κι όταν έφτασα στο σπίτι μου τελικά, ήδη έγινε δύο. Με περίμεναν όλοι εκεί είναι αλήθεια, η γυναίκα μου και τα παιδιά μου δηλαδή, για τον λόγο ότι τελείωσε πια η μπαταρία του κινητού μου και δεν είχα τρόπο να τους ενημερώσω για την επιστροφή μου.

Μια και ξενύχτισαν όμως από την αγωνία τους να με περιμένουν, δήλωσε την επιθυμία του να με συνοδεύσει ο μικρός μας μέχρι την Ουρανούπολη, ο οποίος ήταν δεκαπέντε ετών τότε και ήθελε να δει τί και πώς έκανα εγώ προκειμένου να ξεφορτώσω τις προμήθειές μου στο καραβάκι, αλλά και να δει ήθελε, πώς ήταν ένα τόσο μεγάλο ψάρι, αφού πρώτη του φορά θα το έβλεπε.

Τον πήρα μαζί μου αφού το ήθελε, μιας και Σάββατο ξημέρωνε και σχολείο δεν είχε κι όπως το συνήθιζα, κάναμε μαζί το απόδειπνο καθ’ οδόν αντί για όρθρο κι ευτυχώς για μας, κανέναν άλλον σαν κι εμένα δεν βρήκαμε στο καράβι να εμποδίζει την τοποθέτηση των δικών μας αναγκών στο κατάστρωμά του, οπότε, κάναμε την τοποθέτησή μας με την ησυχία μας θα λέγαμε.

Κατά τις πέντε πια τα χαράματα, άρχισαν να έρχονται οι ταξιδιώτες και πριν ακόμη τελειώσουμε εμείς, γέμισε η παραλία από ανθρώπους, ανάμεσα στους οποίους ήταν και μια ομάδα Γερμανών, οι οποίο ήταν Ορθόδοξη όπως μου είπαν κουβεντιάζοντας μαζί τους και μέλη ενός συλλόγου με τίτλο, Φίλοι Αγίου Όρους, ο οποίος απαριθμούσε μάλιστα οκτακόσια μέλη.

Ενώ τακτοποιούσαμε τα πράγματά μας δηλαδή κάναμε την κουβέντα μας κι όταν πια ήρθε η ώρα να κατεβάσουμε και τον ροφό από το αυτοκίνητο, με σκοπό να τον τακτοποιήσουμε κι αυτόν ανάμεσα στα άλλα και στον χώρο που ήδη κράτησα, μαζί με τον μικρό μας Νικόλαο προσπαθούσαμε να τον βγάλουμε έξω από το αυτοκίνητο.

Τον τραβούσαμε εμείς βέβαια, αλλά αυτός δεν έλεγε να υπακούσει. Κώλυσε θα λέγαμε. Κι όταν πήγα να τον σηκώσω μόνος μου στα χέρια, σήκωνα την ουρά και το κεφάλι του μόνον. Το σώμα του έμενε κολλημένο θαρρείς στο πάτωμα. Μετά από πολλές άκαρπες προσπάθειες, το τράβηξα δυνατά κάποια στιγμή και το έριξα κάτω από το αυτοκίνητο. Στο τσιμέντο της προβλήτας δηλαδή.

Τραβώντας το από τα τσουβάλια στην συνέχεια μαζί με τον Νικόλαο, καταφέραμε να το σύρουμε τελικά μέχρι τον καταπέλτη του καραβιού, αλλά εκεί ακριβώς μας έφυγε το ένα τσουβάλι κι εξαιτίας αυτού, φάνηκε ο μισός ροφός για κακή μας τύχη όπως νόμισα.

Κι ενώ σκεπτόμουν εγώ, τί να έκανα προκειμένου να έβαζα το ψάρι στην θέση του, έπεσαν οι Γερμανοί επάνω του και το έβγαζαν φωτογραφίες, γιατί ένα τόσο μεγάλο ψάρι δεν είδαν ποτέ, αλλά ούτε κι επρόκειτο να δουν ξανά.

Μαζί με τους Γερμανούς βέβαια κι ο Νικόλαος  έλεγε έκπληκτος. Τί είναι αυτό? Τί είναι αυτό? Αφού το έβγαλαν αρκετές φωτογραφίες οι Γερμανοί τους καλούσε πια κι ο καπετάνιος που ήρθε εν τω μεταξύ, ώστε να μπουν επιτέλους στο καράβι του, προκειμένου να κάνει κι αυτός το δικό δρομολόγιο.

Από την χαρά που είχαν όμως οι Γερμανοί για το ψάρι που έβλεπαν, τέσσερεις από αυτούς το έπιασαν και σαν τρόπαιο το έβαλαν στην θέση που τους υπέδειξα, αν και δεν σταμάτησαν να το φωτογραφίζουν κι εκεί ακόμη.

Έφυγαν ωστόσο αυτοί για τον προορισμό τους και συνεχώς μας χαιρετούσαν καθώς απομακρυνόταν το καράβι από την προκυμαία. Εγώ βέβαια, έδωσα την πρέπουσα αναφορά στον επίτροπο, αναφέροντάς του ότι όλα πήγαν καλά κι ότι έβαλα τα πράγματα που τους έστελνα στην γνωστή θέση, οπότε επιστρέψαμε κι εμείς στο σπίτι μας.

Κι ο μάγειρας ανακουφίστηκε όταν είδε τον μεγάλο ροφό, γιατί πολλές μερίδες θα έβγαζε από αυτόν για τους επισκέπτες της Αγίας Αναστασίας κι όταν πια τον συνάντησα μετά από λίγες μέρες, δεν σταματούσε να μου λέει, ότι καλά έκανα και πήγα να τον πάρω από την Καβάλα, γιατί χωρίς αυτόν, δεν θα μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες της πανήγυρής τους.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *