Φόβοι ότι καιγόταν το Μοναστήρι

 Ξενύχτησα όμως με όλα αυτά, δεδομένου ότι έγινε τρείς το πρωί όταν έφτασα στο σπίτι μου, οπότε, έβαλα το ξυπνητήρι να με ξυπνήσει στις επτά εκείνο το πρωινό, προκειμένου να πάω μέχρι την Λαχαναγορά. Είχα να πάρω φρούτα και λαχανικά από εκεί για τις ανάγκες της μονής μας, τα οποία βέβαια από την προηγούμενη μέρα τα είχα παραγγείλει.

Με το που έφτασα τελικά εκεί, κατά τις οκτώ και μισή δηλαδή, ούτε καλημέρα δεν πρόλαβα να πω στους ανθρώπους, γιατί με διέκοψε μια κλήση στο τηλέφωνό μου, η οποία από τον πατέρα Γρηγόριο της μονής μας προερχόταν. Αυτός δε, κατά την μόνιμη συνήθειά του, ρωτούσε να του πω εκείνη την στιγμή, πού βρισκόμουν.

Στην λαχαναγορά του απαντούσα, ξαφνισμένος κάπως από την επιθυμία του να μάθει που βρισκόμουν κι όπως έπρεπε, περίμενα να ακούσω τον λόγο που με καλούσε. Φύγε γρήγορα από εκεί που είσαι έλεγε κι έλα γρήγορα να με βρεις στο Πανόραμα. Οι μοναχές χρειάζονται βοήθεια κι ο γέροντας εμένα έστειλε να τις συμπαρασταθώ.

Δεν είναι κανείς εκεί του απαντούσα, γιατί τα χαράματα μεταφέραμε τις μοναχές σε κάποιο σπίτι της Μητρόπολης. Το ξέρω, έλεγε αυτός με σιγουριά. Επέστρεψαν όμως στο μοναστήρι τους αφού τις είπαν ότι έσβησε η φωτιά, αλλά επειδή αναζωπυρώθηκε αυτή εν τω μεταξύ, πάλι γύρισαν στο σπίτι που φιλοξενήθηκαν. Κάνε γρήγορα λοιπόν εσύ κι έλα να με βρεις εδώ που σε περιμένω.

Ανέβαλα λοιπόν τις αγορές μου για την επομένη κι αφού χαιρέτησα τους ανθρώπους που περίμεναν να συναλλαγώ μαζί τους, αμέσως έφυγα για το σπίτι μου πρώτα, προκειμένου να αλλάξω τα ρούχα που φορούσα και να βάλω ρούχα εργασίας πλέον, μια και θα πήγαινα σε χώρο όπου υπήρχαν φωτιές όπως μου έλεγε.

Κι αφού έπρεπε να κάνω γρήγορα, έτρεχα στον δρόμο. Για να μάθω δε νεότερα για το δάσος που καιγόταν, άνοιξα το ραδιόφωνο. Ο εκφωνητής του σταθμού που έπιασα, έλεγε κείνη την στιγμή, ότι ήταν εννέα η ώρα, ότι η φωτιά αναζωπυρώθηκε, ότι μεγάλωσε πολύ το μέτωπο της κι ότι ανεξέλεγκτη πλέον, έφτασε μέχρι και τα πρώτα σπίτια του Πανοράματος.

Εννιά και μισή έγινε όταν έφτασα στο σπίτι μου και μέχρι να αλλάξω ρούχα, έβλεπα στην τηλεόραση ότι καιγόταν σπίτια πλέον στο Πανόραμα και ανάμεσα σ’ αυτά, καιγόταν και το γυναικείο μοναστήρι μας. Μα πώς έγιναν όλα τόσο γρήγορα έλεγα στον εαυτό μου, αφού στις τρείς το πρωί ήταν υπό έλεγχο η φωτιά;

Αυτά μελετώντας λοιπόν, άρπαξα το σάντουιτς που μου ετοίμασε εν τω μεταξύ η γυναίκα μου και τρέχοντας όπως έπρεπε πήγαινα προς το Πανόραμα, γιατί ήθελα να προλάβω τον πατέρα Γρηγόριο ζωντανό, αφού όπως έβλεπα πριν από λίγο στην τηλεόραση καιγόταν το μοναστήρι, οπότε κι αυτός κινδύνευε να γίνει κάρβουνο αν αργούσα.

Έχοντας αυτές τις σκέψεις λοιπόν στο μυαλό μου, θυμήθηκα εκείνη την στιγμή, ότι αυτός ιδικά, όταν άκουγε να λέω στους υπόλοιπους μοναχούς της μονής μας μερικές από τις ιστορίες της ζωής μου, καμιά δεν πίστευε κι όταν του έλεγαν οι υπόλοιποι ότι πραγματικές ήταν, αυτός μονίμως το ίδιο τους έλεγε με υπονοούμενα. Μα πώς γίνεται να του συμβαίνουν συνεχώς τόσα πολλά και περίεργα όπως μας λέει;

Τίποτε δεν πίστευε δηλαδή από αυτά που άκουγε, αλλά και την ημέρα που κινδύνευε να καεί ζωντανός από την πυρκαγιά που εξαπλώθηκε ανεξέλεγκτα και κινδύνευε να γίνει κάρβουνο, εμένα καλούσε να τον βγάλω από το μοναστήρι γρήγορα όπως μου είπε.

Ανεβαίνοντας όμως από την Καλαμαριά προς το Πανόραμα, βρέθηκα μπροστά σε ένα μπλόκο που προνόησαν να στήσουν οι άνθρωποι της τροχαίας, οι οποίοι και με παρότρυναν να επιστρέψω, γιατί σε πολλά σημεία του δρόμου υπήρχαν φωτιές. Δεν μπορώ να επιστρέψω τους έλεγα, γιατί ένας μοναχός είναι αποκλεισμένος στο μοναστήρι και πρέπει να τον πάρω τώρα, πριν είναι πολύ αργά γι’ αυτόν.

Τέτοια τους έλεγα προκειμένου να περάσω από το μπλόκο τους, αλλά αυτοί τίποτε δεν άκουγαν. Αντιθέτως, εμπόδιζαν την προσπάθειά μου να τους προσπεράσω. Τους ξέφυγα όμως κάποια στιγμή κι όπως το είχα αποφασίσει, συνέχισα ανένδοτος τον δρόμο μου προς το Πανόραμα και μάλιστα, τρέχοντας πήγαινα.

Πριν φτάσω εκεί βέβαια, άλλα δύο μπλόκα συνάντησα καθ’ οδόν, τα οποία έκλειναν τον κεντρικό δρόμο με αρκετά αυτοκίνητα της τροχαίας, όπως και της πυροσβεστικής. Ούτε και αυτοί όμως μου επέτρεπαν να περάσω, οπότε, μέσα από τα χαντάκια τους ξέφυγα, πριν προλάβουν να με εμποδίσουν.

Μέχρι να μπω στο χωριό όμως, πράγματι πέρασα ανάμεσα από φωτιές και σε μερικά σημεία της διαδρομής μάλιστα, τις είδα να περνούν από την μια πλευρά του δρόμου στην άλλη και να συνεχίζουν την πορεία τους καίγοντας όποιο δένδρο εύρισκαν μπροστά τους.

Χαζομάρα είναι αυτό που κάνω, έλεγα στον εαυτό μου, γιατί πράγματι ήταν επικίνδυνο αυτό που επιχειρούσα, αφού δεν ήξερα και σε ποια κατάσταση θα εύρισκα τον πατέρα Γρηγόριο. Θα μπορούσε να είχε καεί και να έβαζα άδικα τον εαυτό μου σε τόσο κίνδυνο. Ναι, αλλά αν ζούσε και περίμενε από μένα να τον βγάλω έξω από εκεί που εγκλωβίστηκε;

Αυτό το ενδεχόμενο σκεπτόμενος λοιπόν, σε μηδέν χρόνο πέρασα μέσα από το χωριό όταν έφτασα κι όταν βρέθηκα στην έξοδο του, σε τέταρτο μπλόκο με σταμάτησαν κι όπως έπρεπε, μου απαγόρευαν την πορεία μου προς το γυναικείο μοναστήρι.

Προκειμένου δε να δικαιολογήσουν την απαγόρευσή τους, έντονα μου έλεγαν, ότι δεν ήταν κανείς εκεί μέσα κι ότι τόσο τις μοναχές, όσο και τους εργάτες που βρήκαν, τους έβγαλαν πριν από μια ώρα έξω από το μοναστήρι. Αυτό υποστηρίζοντας κι ο αξιωματικός της αστυνομίας, με αυστηρό τρόπο μου έλεγε, ότι δεν είχα κανένα λόγο να πάω στον συγκεκριμένο χώρο, αφού κανέναν δεν άφησαν σε αναμονή εκεί, ώστε να τον γλυτώσω εγώ.

Στάσου εδώ που είσαι συνέχισε να μου λέει, γιατί τίποτε δεν μπορείς να κάνεις εκεί που σκέπτεσαι να πας, αφού όπως βλέπουμε στις κάμερες, καίγεται αυτή την στιγμή το μοναστήρι. Αυτά λοιπόν μου έλεγε αυτός και δεν με άφηνε να περάσω. Προκειμένου να κάνω κι εγώ το καθήκον μου όμως, με θάρρος του έλεγα, ότι βρισκόταν άνθρωπος μέσα στο μοναστήρι και προφανώς δεν τον είδαν μέσα στην φούρια τους να αδειάσουν το μοναστήρι από ανθρώπους.

Κι αφού όπως μου έδωσε να καταλάβω ο πατήρ Γρηγόριος, βρισκόταν μέσα στο μοναστήρι, ήταν ποτέ δυνατόν να τον άφηνα να καεί ζωντανός; Αφήστε με να περάσω τους έλεγα με αγωνία, αλλά αυτοί τίποτε, δεν μου το επέτρεπαν. Βλέποντας την αδιαλλαξία τους λοιπόν, πάλι μπήκα μέσα στο χαντάκι και πριν προλάβουν να μου κόψουν τον δρόμο, έφυγα από κοντά τους τρέχοντας για το μοναστήρι.

Δεν ξέρω αν έλεγαν κάτι πίσω μου αυτοί ή όχι, αλλά κανείς τους δεν με ακολούθησε. Προσπερνώντας τους όμως, είδα ότι εκείνο το μπλόκο ήταν πολύ μεγαλύτερο σε σχέση με τα προηγούμενα, γιατί κι ο στρατός ήταν εκεί με τα οχήματά τους και ασθενοφόρα υπήρχαν αραγμένα.

Και οι πυροσβέστες ήταν εκεί, όπως και οι δασοπυροσβέστες βεβαίως με τα δικά τους οχήματα κι αφού όλοι τους ήταν εκεί, άρχισα να αισθάνομαι πολύ ασφαλής, γιατί στην περίπτωση που ο πατήρ Γρηγόριος είχε πάθει κάτι, γρήγορα θα τους τον πήγαινα να τον περιθάλψουν.

Αυτά μελετώντας όμως, καθόλου δεν σταμάτησα στην πύλη της μονής, την οποία βρήκα διάπλατα ανοικτή. Κι έτσι όπως έτρεχα, με την ίδια ταχύτητα μπήκα στον εσωτερικό της χώρο, όπου και στάθμευσα τελικά το φορτηγάκι μου στην μικρή της πλατεία.

Βλέποντας και την πύλη του εσωτερικού τους χώρου διάπλατα ανοιχτή, τρόμαξα. Πλήρη εγκατάλειψη μου θύμισε, αλλά και χαρά με κυρίευσε συγχρόνως, γιατί όπως έβλεπα εκείνη την στιγμή με τα μάτια μου, δεν καιγόταν το μοναστήρι. Από το σημείο που έδειχνε την φωτιά η κάμερα της τηλεόρασης, φαινόταν ότι καιγόταν. Ναι αλλά όχι το μοναστήρι. Το σπίτι ενός γιατρού καιγόταν για την ακρίβεια όπως παρατηρούσα, το οποίο βρίσκεται στο σύνορο σχεδόν με τον εξωτερικό χώρο του μοναστηριού.

Παρατηρώντας την ορθάνοιχτη εσωτερική τους πύλη στην συνέχεια, έλεγα στον εαυτό μου, ότι μάλλον πολύ βιαστικά αναγκάστηκαν να φύγουν από τον χώρο τους οι μοναχές. Μπαίνοντας και στα ενδότερα της μονής όμως μετά από λίγο, έβλεπα ότι όχι μόνον την πύλη τους, αλλά κι όλες τις εσωτερικές τους πόρτες άφησαν ανοικτές.

Πριν δω λοιπόν να λεηλατείτε το μοναστήρι από τους επιτήδειους, έκλεισα όλες τις πόρτες κι αφού έψαξα παντού για τον πατέρα Γρηγόριο χωρίς να τον συναντήσω πουθενά, ανέβηκα στο φορτηγάκι μου και πήγα γρήγορα μέχρι το μπλόκο.

Εκεί πια ευρισκόμενος σε δυό λεπτά, έλεγα πολύ σοβαρά προς τους υπευθύνους, ότι έπρεπε να έρθουν γρήγορα στο μοναστήρι, γιατί δεν καιγόταν αυτό όπως κι εγώ είδα από την τηλεόραση, αλλά το σπίτι του γιατρού. Προλαβαίνουμε να κάνουμε κάτι τους έλεγα, ώστε να το προστατεύσουμε αν θέλετε.

Κι αν δεν καίγεται τώρα, απαντούσε κάποιος από αυτούς που είχε πολλά άστρα κρεμασμένα στις επωμίδες του, θα καεί σε λίγο, οπότε τίποτε δεν προλαβαίνουμε να κάνουμε. Μέχρι να γίνει αυτό που μας λες, του έλεγα κι εγώ με τον ίδιο τρόπο, κάτι θα προλάβουμε να κάνουμε. Ελάτε λοιπόν και μη χασομεράτε με ανούσιες δικαιολογίες.

Αντιδρούσε αυτός βέβαια, αλλά στην συνέχεια πείστηκε τελικά ότι κάτι θα μπορούσαν να κάνουν, οπότε μπήκαν στο φορτηγάκι μου ο αρχηγός της πυροσβεστικής, όπως κι αυτός των δασοπυροσβεστών, προκειμένου να δουν με τα μάτια τους όσα τους έλεγα για το μοναστήρι.

Όταν βεβαιώθηκαν κι αυτοί ότι δεν τους έλεγα ψέματα κι ότι πράγματι δεν καιγόταν αυτό, αμέσως κάλεσαν με τα υπηρεσιακά τους ένα πυροσβεστικό όχημα να μπει στον χώρο της μονής και μέχρι να έρθει αυτό, έψαχναν να δουν από πού και πως θα μπορούσαν να προφυλάξουν τελικά το μοναστήρι ώστε να μην καεί.

Αυτό λοιπόν μελετώντας, μου ζήτησαν να τους ανεβάσω κάπου ψηλά, προκειμένου να βλέπουν καλύτερα την περιοχή, όπως και την πορεία της φωτιάς βέβαια, η οποία δεν είχε φτάσει ακόμη σε επικίνδυνη απόσταση, καθώς κι αυτοί το εκτιμούσαν εκείνη την στιγμή.

Ανοίγοντας ξανά λοιπόν τις πόρτες του εσωτερικού της μονής, έβαλα τους υπευθύνους μέσα κι αφού βρήκα μια σκάλα που οδηγούσε προς την μικρή τους ταράτσα, εκεί τους ανέβασα, από όπου πράγματι είχαν πολύ καλή ορατότητα για όσα ήθελαν να μελετήσουν.

Μέχρι να πάρουν τις αποφάσεις τους όμως, για το τι έπρεπε να κάνουν στην συνέχεια, εγώ κατέβηκα από την ταράτσα κι έφερα τρέχοντας ακόμη ένα γύρο περιμετρικά της μονής, στην προσπάθειά μου να βρω κάπου τον πατέρα Γρηγόριο. Αντί αυτού όμως, συνάντησα ένα παππού στην νότια πλευρά της να ρίχνει νερό με ένα λάστιχο στα χόρτα του φράχτη, ελπίζοντας ότι κάτι θα προστάτευε με την προσπάθειά του.

Τον παρακάλεσα πολλές φορές, ώστε να φύγει από εκεί, γιατί με το λάστιχο που κρατούσε κι έριχνε νερό στα χόρτα τίποτε δεν θα έκανε, αλλά και κινδύνευε να καεί ζωντανός αν πλησίαζε περισσότερο η φωτιά, η οποία όπως έβλεπα από εκεί, βρισκόταν στα διακόσια μέτρα περίπου από τα νοτιοδυτικά όρια της μονής.

Δεν ήθελε να φύγει όμως ο παππούς και μάλλον προτιμούσε να καεί ζωντανός όπως μου έλεγε, από το να αφήσει απροστάτευτη την μονή που αγαπούσε, αλλά και ως εργάτης την υπηρετούσε καθώς τον γνώριζα.

Τον άφησα να κάνει ότι αποφάσισε λοιπόν αφού δεν μπορούσα να τον μεταπείσω και μη ξεχνώντας τον λόγο που ανάγκασε κι εμένα να βρεθώ εκεί, ακόμη κι αυτόν ρώτησα να μου πει, αν είδε πουθενά τον μοναχό που έψαχνα.

Κι επειδή ούτε κι αυτός τον είδε, όπως και κανέναν άλλον δεν είδε να βρίσκετε στο μοναστήρι από τότε που κατέβηκε εκεί κάτω, επέστρεψα στα ενδότερα στην συνέχεια και τρέχοντας ανέβαινα τις σκάλες να δω τι αποφάσισαν οι αξιωματικοί, τους οποίους συνάντησα να τις κατεβαίνουν αρκετά προβληματισμένοι.

Αυτό κουβεντιάζοντας για λίγο μαζί τους, μου έλεγαν ότι δεν μπορούσαν να κάνουν και πολλά πράγματα, γιατί η φωτιά ερχόταν με δύναμη προς το μέρος της μονής κι ότι, αν επιχειρούσαν να κάνουν οτιδήποτε για την προστασία της, μάλλον σε κίνδυνο θα τους οδηγούσε.

Επέμεναν αυτοί υπερασπιζόμενοι τις θέσεις τους, επέμενα κι εγώ όμως, οπότε δέχτηκαν στο τέλος να δοκιμάσουν κάτι θετικό τουλάχιστον, αλλά μόνον με το πυροσβεστικό όχημα που κάλεσαν, οπότε, μόλις έκανε αυτό την εμφάνισή του, έδωσαν εντολή στους δύο πυροσβέστες που το χειριζόταν να κατεβάσουν το πυροσβεστικό τους όχημα στα νότα της μονής, εκεί δηλαδή που έβρεχε ο παππούς τα χόρτα με το λάστιχο.

Μέχρι να κάνουν αυτοί την δουλειά τους, έβαλα τους προϊσταμένους τους στο φορτηγάκι μου και πάλι τους πήγα στο συντονιστικό τους κέντρο. Επιστρέφοντας από εκεί, έβλεπα ότι έδειξαν αρκετό ζήλο οι πυροσβέστες, οι οποίοι έριξαν πολύ νερό γύρο από τον φράχτη, τόσο προς την εσωτερική του, όσο και προς εξωτερική του πλευρά, αλλά βλέποντας την φωτιά να κάνει κινήσεις ανάλογα με την δύναμη του αέρα που την κατηύθυνε, φοβήθηκαν ότι θα καούν κάποια στιγμή κι αφού παρότρυναν κι εμένα, όπως και τον παππού να τους ακολουθήσουμε, έφυγαν από τον χώρο γρήγορα, χωρίς να κάνουν τίποτε περισσότερο.

Βλέποντας την Μονή να εγκαταλείπεται αν και δεν κινδύνευε ακόμη, όπως εγώ υπολόγιζα, αποφάσισα να βγω από τον χώρο της και να πάω ξανά εκεί που ήταν όλοι τους συγκεντρωμένοι, ώστε να τους πίσω να επιστρέψουν και να κάνουν κάτι ακόμη, γιατί όπως πολύ το πίστευα, προλάβαιναν να σώσουν το μοναστήρι, αν βέβαια έκαναν μια ποιο εμπεριστατωμένη προσπάθεια.

Στην εξώπορτα της Μονής όμως καθώς έβγαινα, συνάντησα μια ομάδα νεαρών παιδιών, μεταξύ δεκαπέντε και δεκαοκτώ ετών δηλαδή, τα οποία ενθουσιασμένα όπως τα έβλεπα, μου ζητούσαν να τους πω, πώς μπορούσαν να με βοηθήσουν, ρίχνοντας νερό τουλάχιστον.

Είχαν όλα τους από μια βρεγμένη πετσέτα περασμένη στον λαιμό τους και αποφασισμένα ήταν να βοηθήσουν, ώστε να μην καεί το μοναστήρι. Σας ευχαριστώ πολύ βρε παιδιά τους έλεγα, αλλά έφυγαν από εδώ οι πυροσβέστες, φοβούμενοι ότι θα καούν και ήρθατε εσείς με τις πετσέτες στον λαιμό να μας συμπαρασταθείτε;

Δυστυχώς βρε παιδιά τους έλεγα, δεν μπορούμε να κάνουμε εμείς τίποτε χωρίς την υποστήριξη των ιδικών μηχανημάτων και πριν καείτε ζωντανοί, καλά θα κάνετε να φύγετε το συντομότερο από εδώ. Δεν πάμε πουθενά έλεγαν αυτά, γι’ αυτό λοιπόν, πες μας που να πάμε και με τι να ρίξουμε νερό στους φράχτες, ώστε να μην προχωρήσει η φωτιά προς στα κτήρια της μονής.

Μπροστά στην επιμονή τους λοιπόν, έστειλα τα παιδιά να βρουν τον παππού μέχρι να επιστρέψω, εξηγώντας τους συγχρόνως, ότι πήγαινα προς το Πανόραμα, προκειμένου να μεταπείσω τους υπευθύνους των πυροσβεστών να επιστρέψουν.

Μέχρι να φτάσω σ’ αυτούς όμως, σκεφτόμουν, ότι πράγματι ήθελα να επιστρέψουν στην μονή και να κάνουν τα πάντα εκεί, γιατί προλάβαιναν από πλευράς χρόνου να αντιμετωπίσουν την πορεία όπως και την δύναμη της φωτιάς. Και δεν το ζητούσα αυτό κινούμενος από κάποια αισθήματα αισιοδοξίας, η από κάποια άγνοια προς την δύναμη της φωτιάς.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *