2ο Μέρος

  Για την ημέρα των Χριστουγέννων όπως το συνηθίζουμε κάθε χρόνο, είχαμε καλεσμένα τα παιδιά μας με τις οικογένειές τους, οπότε, με το που μπήκαν και τα εγγόνια μας στο σπίτι, από το μανίκι με τραβούσαν, ώστε να τους διηγηθώ την συνέχεια της ιστορίας που αφήσαμε στην μέση.

Ήταν γεμάτο το σπίτι μας εκείνη την ώρα από τα μέλη των οικογενειών τους κι εφόσον συμφώνησαν να φροντίσουν όλοι μαζί τα του Χριστουγεννιάτικου τραπεζώματος προκειμένου να βοηθήσουν την μητέρα τους, εμένα όπως το σκέφτηκαν, με έστειλαν να απασχολήσω τα παιδιά για να μην τους ενοχλούν.

Όταν κάθισαν τελικά αυτά δίπλα μου, τους ζήτησα να μου πουν αν θυμόταν που σταματήσαμε, ώστε από εκεί και μετά να συνεχίσω την ιστορία που τους έλεγα. Θυμόμαστε βέβαια, έλεγε ο μεγάλος, αλλά και η μικρή μας το επιβεβαίωσε, οπότε άρχισα κι εγώ την αφήγησή μου.

Όπως σας έλεγα κι εχθές παιδιά, στο βασίλειο που έφτιαξε ο καλός Βασιλιάς να ζουν τα παιδιά του, οι άνθρωποι δηλαδή και στρατιώτες τους διέθετε ως στοργικός πατέρας, προκειμένου να τους προστατέψει από οτιδήποτε θα μπορούσε ενδεχομένως να τους βλάψει, για τον λόγο ότι αγνοούσαν οι άνθρωποι αυτόν τον κίνδυνο.

Μαζί με τους στρατιώτες μάλιστα και αξιωματικούς τους διέθετε για την ασφάλειά τους, μόνον που αυτοί δεν ήταν τόσοι πολλοί όσοι ήταν οι στρατιώτες. Ήταν όμως για όλους και για όλα υπεύθυνοι, οπότε κι αυτοί πρόσεχαν πάρα πολύ για το τι θα έλεγαν και τι θα έκαναν για την ασφάλεια των στρατιωτών και των ανθρώπων, ώστε ούτε κι αυτοί να κάνουν κάποιο λάθος στην συμπεριφορά τους.

Για την ασφάλεια την δική τους όμως, των στρατιωτών τους όπως και των ανθρώπων που προστάτευαν και οι αξιωματικοί ανέφεραν στον βασιλιά τις σκέψεις που έκαναν, όσο σίγουροι κι αν ήταν, ότι οι δικές τους ήταν πράγματι πολύ σωστές, όπως και δοκιμασμένα σταθερές στα πρότυπα του Βασιλιά των όλων.

Και για να γίνεται γρήγορα αυτός ο απαιτούμενος έλεγχος της αξιοπιστίας των σκέψεών τους πριν γίνει κάποιο σοβαρό λάθος, όλοι τους είχαν την δυνατότητα να επικοινωνούν μεταξύ τους, αλλά και με τον βασιλιά τους συγχρόνως, με έναν εντελώς πνευματικό τρόπο, αφού όπως είπαμε, ο βασιλιάς ήξερε όχι μόνον ποιες σκέψεις έκαναν όλοι τους, αλλά και για ποιόν λόγο τις έκαναν κι ας έμενε πολύ μακριά απ’ αυτούς.

Ζώντας κάτω από αυτές τις προσεγμένες συνθήκες λοιπόν, κανένα λάθος δεν τους προέκυψε στις μεταξύ τους σχέσεις και κανείς τους δεν στεναχωρήθηκε ποτέ από κάποια προχειρότητα, γι’ αυτό και όλοι τους, μα άνθρωποι ήταν, μα στρατιώτες και αξιωματικοί ήταν, ζούσαν πολύ ευχαριστημένοι.

Θα ήθελα τώρα να κρατήσετε στην μνήμη σας αυτά που σας είπα μέχρι στιγμής και να ακούστε με πολύ προσοχή αυτά που έχω να σας πω παρακάτω, για πράγματα και συμπεριφορές που μεσολάβησαν κι έγιναν σε προγενέστερο χρόνο και πολύ πριν ακόμη δημιουργήσει ο καλός Βασιλιάς το βασίλειο για τους ανθρώπους, με όλα αυτά τα ωραία που το στόλιζαν όπως σας ανέφερα.

Θα σας πω κι αυτά που συνέβησαν τότε λοιπόν, για να δικαιολογήσετε κι εσείς με καλή πρόθεση βέβαια, την έννοια που είχε ο καλός Βασιλιάς και πατέρας μαζί για τα παιδιά Του αλλά για τον κίνδυνο που ήξερε ότι θα τους προκύψει, από τις πρόχειρες σκέψεις που θα έκαναν αργότερα.

Οι στρατιώτες λοιπόν όπως και οι αξιωματικοί τους, υπήρχαν γύρο από τον καλό Βασιλιά, πολύ πριν δημιουργήσει Αυτός τους ανθρώπους όπως σας είπα και φυσικά πολύ πριν ετοιμάσει το βασίλειο που τους έβαλε να ζουν.

Τότε λοιπόν και ανάμεσα σ’ αυτούς τους πολύ προσεκτικούς αξιωματικούς και στρατιώτες, υπήρχε ακόμη ένας αξιωματικός ο οποίος είχε μια ιδιαίτερη σχέση με τον βασιλιά, όπως και μια ιδιαίτερη θέση που του επέτρεπε Αυτός να υπηρετεί, για τον λόγο ότι ήταν κι ο μόνος που είχε την άδεια να τον πλησιάζει όταν έπρεπε να μεταφέρει κάποιο μήνυμα από τους στρατιώτες προς τον βασιλιά, ή απ’ Αυτόν προς τους στρατιώτες.

Όλοι οι υπόλοιποι δηλαδή, μα στρατιώτες ήταν αυτοί, μα αξιωματικοί ήταν, δεν τους επιτρεπόταν να τον πλησιάσουν. Όχι γιατί δεν ήθελε ο Βασιλιάς να Τον πλησιάζουν τα παιδιά Του, αλλά γιατί δεν ήθελε να πάθουν κάποιο κακό αυτά, από την δική Του δύναμη.

Κινδύνευαν να καούν δηλαδή από την δύναμη Του, ή και να τρελαθούν ακόμη ποιο εύκολα, από το μεγαλείο που θα έβλεπαν να περιβάλετε Αυτός στον ιδιαίτερο χώρο που ζούσε. Κι αφού όλοι τους ήξεραν αυτόν τον κίνδυνο, απέφευγαν και να σκεφτούν ακόμη μια επίσκεψη σ’ Αυτόν από μόνοι τους.

Οπότε, όλοι τους ζούσαν χαρούμενοι κι ευχαριστημένοι στην ασφαλή απόσταση που τους έβαλε να υπάρχουν ο καλός πατέρας τους κι έτσι, τίποτε δεν μπορούσε να χαλάσει την υπέροχη ζωή τους.

Παρ’ όλα αυτά τα προσεγμένα όμως, ο αξιωματικός που είχε την άδεια να τον πλησιάζει, τρελάθηκε κάποια στιγμή και ζηλεύοντας την δόξα που έβλεπε να είχε ο βασιλιάς των όλων, θέλησε να την αποκτήσει κι αυτός.

Δεν του έφτανε δηλαδή που βρισκόταν ανά πάσα στιγμή στον ιδιαίτερο χώρο Του, που μπορούσε να μιλάει μαζί Του πρόσωπο με πρόσωπο όπως λέμε, που αυτός μετέφερε την αλήθεια και την γνώση του Βασιλιά προς τους υπόλοιπους, που δεχόταν την εκτίμηση και τον σεβασμό όλων για όσα τους έκανε, αλλά θέλησε να έχει ως πλεονέκτης και την δόξα Του Βασιλιά κι ας μη μπορούσε να γίνει τέτοιος.

Φορτωμένος λοιπόν από αχαριστία προς τον πατέρα του για όσα του επέτρεπε να απολαμβάνει αυτός μόνον, από απληστία για όσα περισσότερα από αυτά θέλησε να έχει κι από εγωισμό για όσα ήθελε να απολαμβάνει και αυτός ως βασιλιάς, έβαλε με τον νου του να αποκτήσει το δικό του, έστω και ψεύτικο βασίλειο. Και για να το καταφέρει αυτό, άρχισε να σκέφτεται εντατικά πλέον, το πώς θα μπορούσε να το επιχειρήσει.

Από εδώ το είχε με τον νου του, από εκεί το είχε, βρήκε κάποια στιγμή μελετώντας τις σκέψεις του, ότι εύκολο θα ήταν σ’ αυτόν να βρει πρόχειρους ανάμεσα στους στρατιώτες και τους αξιωματικούς να τον δεχθούν ως βασιλιά τους, όπως και να τον ακολουθήσουν βέβαια, ώστε με την δική τους συμμετοχή, να οργανώσει τελικά το προσωπικό του βασίλειο.

Κι αυτό που σκέφτηκε να επιβάλει ως κανόνα στο βασίλειό του, ήταν να υποχρεώσει τους υπηκόους του να υπηρετούν αδιαμαρτύρητα μόνον αυτόν και μόνον τις δικές του σκέψεις αλλά και να τον δοξάζουν συνεχώς σαν πολύ μεγάλο βασιλιά όπως ήθελε, αφού οι χαλασμένες σκέψεις του, αυτό μόνον του επέτρεπαν να βλέπει ως σκοπό για την από εκεί και πέρα ζωή του.

Όπως καταλαβαίνετε παιδιά, τρελάθηκε για τα καλά ποια ο σπουδαιότερος από τους αξιωματικούς του Βασιλιά και για να πετύχει αυτόν τον άρρωστο σκοπό, καθόλου δεν τον ενδιέφερε, αν με την τρέλα που απέκτησε, κατέστρεφε μαζί με την δική του και την ήρεμη ζωή όλων των στρατιωτών και αξιωματικών του Βασιλιά.

Αφού τα σχεδίασε όμως όλα αυτά κι αφού τα οργάνωσε όλα μέσα στον θολωμένο νου του, πήγε στον βασιλιά μια μέρα να του ανακοινώσει την απόφασή του, όπως και να του ζητήσει την άδεια, να πάρει ένα μέρος από τους στρατιώτες Του, ή και όλους αν θελήσουν να τον ακολουθήσουν, ώστε να κάνει κι αυτός το δικό του βασίλειο.

Ήξερε βέβαια ο καλός βασιλιάς τι σκεφτόταν ο αξιωματικός Του, όπως ήξερε και σε ποιο βαθμό είχε φτάσει την τρέλα που απέκτησε και αντί να τον μαλώσει για την αναίδειά του, ή να τον τιμωρήσει επιτρέποντας να καεί από την δύναμή Του, τίποτε από αυτά δεν έκανε. Του είπε όμως.

Εγώ σας έκανα ελεύθερους και σας έδωσα το δικαίωμα να ζείτε και να σκέφτεστε ελεύθερα μέσα στον χώρο που σας τοποθέτησα, εφόσον κι εσείς βέβαια συμφωνείτε, ή κι εσείς θέλετε να ζείτε γύρο μου, εκμεταλλευόμενοι την αγάπη που σας έχω, αλλά και όλα αυτά που σας προσφέρω χωρίς να σας ζητώ κανένα αντάλλαγμα.

Αν δεν θέλετε τίποτε από όλα αυτά όμως, όπως εσύ τώρα σκέφτεσαι να κάνεις, μπορείς να φύγεις και να πας όπου θέλεις κι αν βρεις στρατιώτες και αξιωματικούς να σε ακολουθήσουν, κάνε το βασίλειό σου όπου βρεις κι όπως εσύ νομίζεις.

Να ξέρεις μόνον, ότι δεν θα σου βγει σε καλό αυτό που πέρασε από τον νου σου και για όσους από τους στρατιώτες και αξιωματικούς καταφέρεις να πάρεις μαζί σου, εσύ θα δώσεις λόγο, γιατί με δική σου ευθύνη θα τους απομακρύνεις από την ασφάλεια της ζωής τους.

Άκουσε μεν ο φορτωμένος από εγωισμό αξιωματικός αυτά που του είπε ο καλός βασιλιάς ως φιλόστοργος πατέρας, αλλά και τίποτε από αυτά δεν τον εμπόδισε να ενεργοποιήσει τελικά τον άρρωστο σκοπού του.

Έφυγε δηλαδή από κοντά του και από τότε και μετά ζει στο πουθενά, αφού μακριά από τον βασιλιά ποτέ δεν υπήρχε κάτι που θα μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει. Αλλά και σώμα δεν έχει ο εν λόγω αξιωματικός ώστε να χρειάζεται να πατάει κάπου, αφού ως πνεύμα υπάρχει.

Από την στιγμή που έφυγε όμως από τον χώρο του βασιλιά, αμέσως άρχισε να πιέζει με διάφορα ψέματα και φαντασίες τον νου των στρατιωτών και των αξιωματικών Του, ώστε να τους πείσει να τον ακολουθήσουν ως βασιλιά τους, στο ψεύτικο βασίλειο που σκέφτηκε να κάνει.

Επειδή τον εμπιστευόταν όμως αυτοί, λόγω της θέσης και της σχέσης που είχε προηγουμένως με τον βασιλιά τους, όπως και την συχνή συναναστροφή που είχαν όλοι αυτοί μαζί του, όλοι τους ξεγελάστηκαν από τα λόγια του κι όπως αυτός το υπολόγιζε, πράγματι όλοι ετοιμάστηκαν να τον ακολουθήσουν.

Ένας απλός στρατιώτης μόνον στάθηκε μπροστά από όλους την τελευταία στιγμή κι αυτός τους είπε κάτι, αντιδρώντας για την πρόχειρη απόφαση που πήραν, να ακολουθήσουν δηλαδή τον αξιωματικό που πολύ καθαρά του φάνηκε ότι τρελάθηκε μάλλον.

Ας το ξανασκεφτούμε αυτό που πάμε να κάνουμε τους είπε, γιατί πολύ μεγάλος κίνδυνος υπάρχει να βρεθούμε σε λάθος δρόμο αν ακολουθήσουμε αυτόν, φεύγοντας απρόσεκτα από την ασφάλεια του Βασιλιά και πατέρα μας.

Ακούγοντας αυτοί τον λόγο του νεαρού στρατιώτη, πράγματι στάθηκαν κι όπως έπρεπε για προσεκτικούς στρατιώτες, πήραν την απόφαση να ξανασκεφτούν επί τόπου το θέμα που τους προέκυψε, οπότε, αυτό κι έκαναν. Άρχισαν να συζητούν μεταξύ τους λοιπόν, την περίπτωση να είναι σωστό, η και να είναι λάθος αυτό που πήγαιναν να κάνουν.

Μόλις συνειδητοποίησαν όμως, ότι πράγματι θα ήταν λανθασμένη η ενέργειά τους, αμέσως έφυγαν από κοντά του, αφήνοντάς τον μπερδεμένο αξιωματικό να παλεύει μόνος με την τρέλα που απέκτησε, ενώ αυτοί τρέχοντας θα λέγαμε πήγαν στις θέσεις τους.

Φτάνοντας εκεί βέβαια, αμέσως ζήτησαν συγνώμη από τον βασιλιά για την προχειρότητα που έδειξαν έστω και για πρώτη τους φορά, αλλά και του εξομολογήθηκαν πολύ ειλικρινά, ότι εξαιτίας της προχειρότητάς τους μάλλον κινδύνεψαν να χαθούν μαζί με τον αξιωματικό που τρελάθηκε όπως διαπίστωσαν.

Μερικοί από αυτούς ωστόσο δεν επέστρεψαν στις θέσεις τους αλλά ούτε και συγνώμη ζήτησαν από τον Βασιλιά για την στάση που κράτησαν απέναντί Του, αφού νόμισαν ότι καλά έκαναν και ακολούθησαν τον αξιωματικό που εμπιστευόταν.

Ξεγελάστηκαν θα λέγαμε από τα ψέματα που τους είπε, αλλά κι από αυτά που μάλλον τους υποσχέθηκε ως εφευρέτης της ψευτιάς, οπότε, πράγματι πήγαν μαζί του όπως ήταν και αναμενόμενο πλέον για πλανεμένους οπαδούς.

Από τότε και μετά όμως, συνεχώς τον ακολουθούν και ακόμη δεν κατάλαβαν το λάθος που έκαναν ως αποδεδειγμένα πολύ απρόσεκτοι, αν και πέρασαν πολλές χιλιάδες χρόνια από τότε.

Κι όχι μόνον δεν εντόπισαν το πρώτο λάθος τους, αφού και σε δεύτερο έμπλεξαν στην συνέχεια και μάλιστα ακόμη χειρότερο από το πρώτο, γιατί φεύγοντας από την ασφάλεια του Βασιλιά και πατέρα τους, έπεσαν από απροσεξία όπως είπαμε, στην διάθεση αυτού που ο εγωισμός του, τους επέβαλε να τον δεχθούν ως αρχηγό τους, από τον οποίο πολύ δύσκολα τώρα ποια θα καταφέρουν να φύγουν, αν κάποτε το θελήσουν.

Φτάνοντας σ’ αυτό το σημείο την ιστορία μου όμως, άκουσα τους υπόλοιπους να μου υπενθυμίζουν ότι έπρεπε να την σταματήσω, προκειμένου να τιμήσουμε και το εορταστικό μας τραπέζι μια κι όλα ήταν ήδη έτοιμα. Να συνεχίσουμε μετά είπαν και τα μικρά, οπότε πήγαμε να τιμήσουμε το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι μας.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *