Διέταζαν λοιπόν τον διοικητή μας εκείνοι οι τέσσερις συνταγματάρχες, να εγκαταστήσει και τους δικούς του στρατιώτες πάνω στην αμμουδιά της παραλίας που αυτοί επέλεξαν, προκειμένου να κάνουν στον ίδιο χώρο με τους υπόλοιπους στρατιώτες της μεραρχίας, πέντε χιλιάδες άνθρωποι δηλαδή, την θερινή τους διαβίωση.
Και δεν τον διέταζαν μόνον, αλλά και τον ανάγκαζαν να υπακούσει στις διαταγές τους, τοποθετώντας τα αντίσκηνα των στρατιωτών του πάνω στην αμμουδιά και πίσω από εκεί που ήδη είχαν στήσει τα αντίσκηνα τους οι στρατιώτες των άλλων μονάδων.
Εκεί δηλαδή που έπρεπε να διαβιώσουν για το πρώτο δεκαπενθήμερο πάνω από δύο χιλιάδες στρατιώτες και άλλοι τόσοι για το δεύτερο. Και όλοι αυτοί μάλιστα να ζήσουν εκεί, όπου δεν μπορούσε να υπάρχει καμιά μα καμιά υποδομή για τις ανάγκες τόσων πολλών ανθρώπων.
Βλέποντας λοιπόν ο διοικητής μας ξανά και ξανά εκείνον τον τόσο ακατάλληλο για θερινή διαβίωση χώρο, όπως και τους κινδύνους υγείας που διέτρεχαν οι στρατιώτες του, δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί, γι’ αυτό και τους έβαλε τις φωνές.
– Δεν ξέρω με ποια λογική επιλέξατε αυτόν τον χώρο, προκειμένου να διαβιώσουν εδώ τέσσερις και πλέον χιλιάδες στρατιώτες για ένα μήνα. Από όσα κι εσείς μπορείτε να διαπιστώσετε τώρα, ούτε και αναπνοή δεν μπορεί να πάρει κανείς εδώ πάνω στην άμμο και ακόμη είναι πρωί.
Σκεφτείτε τι θα γίνετε το μεσημέρι κατά τις δύο, όταν θα βρίσκονται οι στρατιώτες μας κάτω από τα μικρά τους ατομικά αντίσκηνα και τίποτε δεν θα τους προστατεύει από τον καυτό Ήλιο και την αναμμένη άμμο.
Σας διαβεβαιώνω λοιπόν, ότι εκείνη την ώρα, ούτε και σκορπιοί θα μπορούν να ζήσουν εδώ που μας υποχρεώνετε να εγκατασταθούμε. Για τους παραπάνω λόγους, όπως και για πολλούς άλλους που ευκόλως μπορείτε να προσθέσετε κι εσείς, ευθαρσώς σας δηλώνω, ότι τους δικούς μου τουλάχιστον στρατιώτες, δεν θα τους υποχρεώσω να ζήσουν εδώ. Θα τους πάρω τώρα και θα φύγω.
Θύμωσαν οι συνταγματάρχες όταν άκουσαν τις θέσεις του διοικητού μας και φορτωμένοι από αλαζονεία, αλλά και από ανωτέρων βαθμολογικά εγωισμό, του έλεγαν πολύ αυστηρά.
– Θα μείνεις εδώ που επέλεξαν να εγκατασταθούμε, οι αρμόδιοι γι’ αυτόν τον σκοπό αξιωματικοί της μεραρχίας.
Βλέποντας την αδικαιολόγητη επιμονή τους αυτός, τους απαντούσε με την σειρά του, αλλά και με πολύ θάρρος μάλιστα τους έλεγε.
– Όπως σας το δήλωσα, δεν αφήνω τους στρατιώτες μου να ζήσουν εδώ πάνω στην άμμο και μάλιστα για ένα μήνα. Τους παίρνω και φεύγω.
Και δεν τους το είπε μόνον, αλλά και αμέσως διέταξε τους δικούς μας αξιωματικούς να τον ακολουθήσουν. Μαζί με τις διαταγές προς τους δικούς μας αξιωματικούς, έστειλε και ένα υστερόγραφο προς τους κατά τα άλλα ανωτέρους του συνταγματάρχες.
– Καταλάβετε επιτέλους, ότι για να χαλαρώσουμε ήρθαμε εδώ και όχι να τηγανιστούμε. Όπως το βλέπετε κι εσείς, ο χώρος που επιλέξατε γι’ αυτόν τον σκοπό, δεν είναι κατάλληλος να φιλοξενήσει πέντε χιλιάδες περίπου στρατιώτες.
Τρελάθηκαν οι συνταγματάρχες όταν άκουσαν τον κατώτερο τους βαθμολογικά να τους ανταπαντά με τέτοιο σθένος, γι’ αυτό και πάλι τον διέταζαν φορτωμένοι από μπόλικη ανοησία.
– Εδώ αποφασίσαμε να μείνουμε κι εδώ θα μείνεις κι εσύ, όπως όλοι εμείς, υπακούοντας στις διαταγές των ανωτέρων σου.
Ενδεχομένως και να αντελήφθησαν το λάθος τους οι συνταγματάρχες, αλλά εκείνη την στιγμή τουλάχιστον δεν ήθελαν να παραδεχθούν την αλήθεια που από μόνη της φώναζε. Προφανώς δεν ήθελαν και να φανεί, ότι αυτοί αν και συνταγματάρχες, δεν τα υπολόγισαν και τόσο καλά τα πράγματα.
Μη μπορώντας λοιπόν να παραδεχθούν το πασιφανές λάθος τους, πίεζαν βαθμολογικά τον διοικητή μας όπως βλέπαμε, προκειμένου να συναινέσει αυτός στην επιλογή τους. Δεν ήταν δυνατόν να καταλάβουμε τον λόγο που τους ανάγκαζε να κάνουν κάτι τέτοιο, γι’ αυτό και πιθανολογώντας λέγαμε κι εμείς μεταξύ μας, ότι ζητούσαν μάλλον την ανοχή του διοικητού μας στο δικό τους λάθος, προφανώς για να μην αναγκαστούν να απολογηθούν αργότερα κάπου, για αυτήν την λανθασμένη τους επιλογή.
Ναι αλλά ήταν τέτοιος αξιωματικός αυτός, που δεν μασούσε, ούτε από συνταγματάρχες, ούτε και από τα λάθη τους, γι’ αυτό και έγινε πολύ μεγάλη φασαρία στην συνέχεια παρουσία του στρατηγού. Αυτός δε; Καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα όσο κρατούσε εκείνη η έντονη διαμάχη μεταξύ των αξιωματικών του.
Ήταν και αυτός υπεύθυνος για όσα στραβά και ανάποδα θα τους έφερνε ενδεχομένως η λανθασμένη επιλογή χώρου, αφού την εντολή ανεύρεσης κατάλληλου τόπου για τις διακοπές των στρατιωτών της μεραρχίας, ο στρατηγός την έδωσε σ’ εκείνους τους τέσσερις συνταγματάρχες.
Αν την κατέκρινε και αυτός ως όντως ακατάλληλη, τότε θα έπρεπε να παραδεχθεί ότι έκανε λανθασμένη επιλογή αξιωματικών γι’ αυτόν τον σκοπό. Αν συμφωνούσε μαζί τους για το κατάλληλο της περιοχής, τότε θα έφερνε εξ’ ολοκλήρου αυτός την ευθύνη της κακής επιλογής.
Το πιο ανώδυνο για όλους λοιπόν, ήταν να υπακούσει και ο διοικητής μας στις διαταγές τους, αφού όλοι οι άλλοι διοικητές των μονάδων, δεν τολμούσαν να τους φέρουν κάποια αντίρρηση, έστω και αν έβλεπαν το ακατάλληλο του χώρου.
Ποτέ δεν μάθαμε γιατί έγινε εκείνη η τόσο λανθασμένη επιλογή. Εκείνο όμως που ήταν πιο λανθασμένο απ’ όλα, ήταν ότι η επιτροπή των τεσσάρων συνταγματαρχών, επέμενε να την παρουσιάζει ως την καλύτερη λύση.
Και δεν την παρουσίαζαν μόνον, αλλά και επέβαλλαν στους κατωτέρους τους να την δεχθούν ως τέτοια, έστω και αν οι στρατιώτες τους ήταν αυτοί που θα πλήρωναν τις συνέπειες των δικών τους λαθών.
Ναι αλλά; Δεν υπολόγισαν όπως είπα, ότι θα μπορούσε ο δικός μας διοικητής να κάνει τόση φασαρία για τούς στρατιώτες του και ότι μπροστά απ’ αυτούς, δεν θα έβαζε τίποτε και κανέναν από τους ανωτέρους του.
Εξαιτίας της δικής του αντίδρασης όμως, έγινε απ’ όλους αντιληπτό πλέον το λάθος τους, γι’ αυτό και οι συνταγματάρχες θύμωσαν πολύ μαζί του. Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε που τον αποκαλούσαν απείθαρχο αφού δεν υπάκουε στις διαταγές τους.
Στο άκουσμα εκείνης της κατηγορίας, έγινε πολύ μεγάλος καβγάς και έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, δεν μπορούσε πλέον να βγει κανένα καλό αποτέλεσμα. Αλλά και οι αντιπαραθέσεις που βαθμολογικά και εγωιστικά εκτοξεύονταν προς και από τον διοικητή μας, χειροτέρευαν όλο και περισσότερο την ήδη σκοτισμένη κατάσταση.
Θέλοντας να τους συμμαζέψει κάπως ο στρατηγός, όπως και να μην αφήσει τους αξιωματικούς του να γίνονται θέαμα μπροστά στους στρατιώτες, τους κάλεσε να μπουν στην σκηνή του. Σκέφτηκε προφανώς, ότι εκεί μέσα θα μπορούσε να κατευνάσει κάπως τα πνεύματα και ότι ήρεμοι πλέον, θα έβγαζαν μια πιο σωστή απόφαση για το τι θα έπρεπε να κάνουν για όσα τους προέκυψαν.
Όλοι οι υπόλοιποι αξιωματικοί, όπως και οι στρατιώτες τους άλλωστε, κατανοούσαν όπως είπα το οφθαλμοφανές του λάθους, αλλά φοβούμενοι μην βρεθούν και αυτοί αντιμέτωποι με τον εγωισμό των ανωτέρων τους, δεν τολμούσαν να μιλήσουν.
Όση ώρα όμως συσκέπτονταν μεγαλόφωνα οι αξιωματικοί μέσα στην σκηνή του στρατηγού, όλοι εμείς οι πάνω από δύο χιλιάδες στρατιώτες, όπως και οι μικρότεροι σε βαθμό από τους διοικητές μας αξιωματικοί, ήμασταν όρθιοι κάτω από τον καυτό ήλιο. Πατούσαμε δηλαδή πάνω στην άμμο και περιμέναμε υπομονετικά εκεί, το αποτέλεσμα της διαμάχης τους. Θα φεύγαμε άραγε όπως έλεγε ο διοικητής μας, ή θα μέναμε εκεί να βράζουμε για δεκαπέντε μέρες μέσα στα αντίσκηνα μας και έξω από αυτά;
Μας έφαγε η αγωνία λοιπόν περιμένοντας την απόφαση τους και όπως σας το είπα, πράγματι γινόταν δύσκολα η αναπνοή μας. Και η άπνοια που υπήρχε εκείνη την ώρα δυσκόλευε την παραμονή μας πάνω στην άμμο, την οποία όπως διαπιστώναμε, η ιδιομορφία του χώρου την προκαλούσε.
Υπήρχε ένα πεντάμετρο περίπου σε ύψος ανάχωμα σ’ εκείνη την περιοχή, το οποίο και λειτουργώντας σαν φράγμα, εγκλωβίζοντας με τον όγκο του τον αέρα που ερχόταν από την θάλασσα προς την ξηρά. Εγκλωβίζοντας όμως τον θαλασσινό αέρα εκεί πάνω στην ζεστή άμμο, θέλοντας και μη, γινόταν αποπνικτικός αυτός. Αλλά και ο ψυχρός αέρας που κυκλοφορούσε μονίμως πάνω από εκείνο το ανάχωμα, δεν έφτανε εξαιτίας του ποτέ στην αμμουδιά, γι’ αυτό και η άπνοια ήταν εκεί σε μόνιμη κατάσταση.
Από όσα ακούγαμε να λέει αργότερα στους ανωτέρους του ο διοικητής μας, διαπιστώσαμε ότι εντόπισε αυτός το πρόβλημα, γι’ αυτό και με το δίκαιο του ονόμαζε εκείνο τον χώρο ακατάλληλο. Και το δεν έκανε αυτό μόνον για τους δικούς μας, αλλά για όλους τους στρατιώτες της μεραρχίας, αφού για όλους ήταν ακατάλληλος ο χώρος.
– Ήρθα στην περιοχή πριν από λίγες μέρες, τους έλεγε, και έκανα από μόνος μου την απαιτούμενη αυτοψία. Και δες σας κρύβω, ότι εξέτασα με πολύ προσοχή όχι μόνον αυτήν την αμμουδιά, αλλά και όλους τους πιθανά κατάλληλους χώρους της περιοχής, αυτούς δηλαδή που θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν για ένα μήνα όλους τους στρατιώτες μας. Θα σας το ανέφερα αυτό, εάν και εσείς ερχόσασταν την ίδια ώρα με μένα. Για τους δικού σας λόγους όμως εσείς, προτιμήσατε να έρθετε κατά μία ώρα νωρίτερα από το πρόγραμμα που δώσατε σε μένα. Όταν ήρθα εδώ λοιπόν, δεν έψαχνα μόνος μου. Μίλησα και με τους ανθρώπους της περιοχής. Αφού τους εξέθεσα τον λόγο που αναζητούσα κατάλληλο χώρο για τους δύο χιλιάδες στρατιώτες μας, αυτοί μου υπέδειξαν έναν πολύ μεγάλο και όντως κατάλληλο χώρο, ακριβώς πάνω από εδώ που βρισκόμαστε τώρα. Όπως με διαβεβαίωσαν αυτοί, όχι μόνον μας δέχονται ευχαρίστως στον χώρο τους, αλλά και πόσιμο νερό θα μας διαθέσουν, όπως και όσο θέλουμε από αυτό για όλες τις άλλες ανάγκες μας. Έκανα αυτήν την αυτοψία, όχι για να φανώ απείθαρχος όπως μου λέτε, αλλά επειδή έχω την ευθύνη της υγείας των δικών μου στρατιωτών, αφού από μένα περιμένουν να τους την εξασφαλίσω, όσο αυτοί είναι μαζί μου και υπηρετούν την πατρίδα τους. Για την δική τους υγεία λοιπόν και χώρο για τουαλέτες εξασφάλισα εκεί πάνω, τον οποίο και θα διαμορφώσω με την μπουλντόζα που έφερα μαζί μου για παρόμοιες ανάγκες.
Αυτά έλεγε ο διοικητής μας σ’ εκείνη επιτροπή των συνταγματαρχών, που δεν φρόντισαν να κάνουν και αυτοί αυτοψία στον χώρο πριν από την άφιξη μας, γι’ αυτό και δεν είχαν εμπεριστατωμένη άποψη.
Τον ζήλευαν λίγο είναι αλήθεια, γι’ αυτό και σκοπίμως πιθανόν να του έδωσαν λανθασμένη ώρα άφιξης στον χώρο, αποβλέποντας στο να τον εκθέσουν. Θέλοντας όμως και να προλάβουν κάπως την γνωστή σε όλους δυναμική, όσο και σωστή στρατιωτική του παρουσία, έκαναν βιαστικά και πρόχειρα την εγκατάσταση των στρατιωτών τους, πάνω σ’ εκείνη την καυτή άμμο.
Όπως και αν είχε το πράγμα όμως, δεν μπορούσαν να παραδεχθούν το λάθος τους, γι’ αυτό και υποχρεωτικά πλέον υποστήριζαν την άποψή τους. Απτόητος όμως και ο δικός μας διοικητής, επέμενε και αυτός να τους απαντάει με θάρρος λέγοντας τους.
– Πέστε μου σας παρακαλώ. Που θα βρούμε χώρο για τουαλέτες πάνω στην άμμο; Πού θα κάνουν τις ανάγκες τους οι δύο χιλιάδες και πλέον στρατιώτες μας; Που θα βρούμε νερό για την καθαριότητα όλων μας και μάλιστα για ένα μήνα; Και πέστε μου σας παρακαλώ, που θα κολυμπούν όλοι αυτοί οι άνθρωποι, όταν αναγκαστικά πλέον θα κάνουν τις ανάγκες τους μέσα στην θάλασσα; Εκεί πάνω ψηλά που σας λέω όμως, είναι χαρά Θεού. Είναι πολύ δροσερά αφού φυσά συνέχεια και η θέα είναι απερίγραπτη. Μας χωράει όλους και μπορούμε να φιλοξενηθούμε με κάθε άνεση και μάλιστα υγιεινά.
Ότι και αν τους έλεγε όμως, μάταια το προσπαθούσε. Δεν ήταν δυνατόν να δεχόταν οι συνταγματάρχες τις δικές του υποδείξεις, γι’ αυτό και πολύ εγωιστικά, επέμεναν να του υποδεικνύουν, την θέση που αυτός έπρεπε να τοποθετήσει τους δικούς του στρατιώτες πάνω στην άμμο.
Έλεγαν αυτοί, επέμενε ο διοικητής μας και οι φωνές τους δεν μπορούσαν να κρυφτούν, γι’ αυτό και ακουγόταν προς όλους τους στρατιώτες όχι μόνον δυνατά, αλλά και πολύ καθαρά. Ο εγωισμός τους ήταν πολύς λοιπόν, αλλά και η επιμονή τους ήταν μεγάλη, γι’ αυτό και η μεταξύ τους ρήξη ήταν αναπόφευκτη.
Εμείς βέβαια με υπομονή αλλά και με αγωνία περιμέναμε την απόφαση τους και πράγματι δεν ξέραμε τι να κάνουμε, όταν ακούγαμε την διαταγή που ερχόταν από τον διοικητή μας να λέει.
– Μαζέψτε τα πράγματα σας. Θα πάμε να μείνουμε μόνοι μας πάνω στο ύψωμα.
Αλλά και ο στρατηγός διέταζε όταν έλεγε στον διοικητή μας χάριν της πλειοψηφίας.
– Να μείνετε εδώ κάτω μαζί με μας και να ψήνεστε και εσείς κάτω από τον ήλιο, όπως θα κάνουν και οι υπόλοιποι. Αυτό επιβάλει η πλειοψηφία. Καταλάβετε το επιτέλους.
Θυμωμένος ο διοικητής μας και από την παράλογη διαταγή του στρατηγού, βγήκε έξω από την σκηνή του μετά και πολύ δυνατά πλέον έλεγε απευθυνόμενος προς όλους.
– Τους δικούς μου στρατιώτες, δεν τους αφήνω έρμαιο των εγωισμών σας. Θα τους πάω επάνω και θα στρατοπεδεύσουμε εκεί. Αν θέλετε ελάτε και εσείς. Μας χωράει όλους ο χώρος και σαφώς είναι καλύτερα από εδώ. Αν όμως δεν αγαπάτε τους στρατιώτες σας, αφήστε τους να ψηθούν πάνω στην καυτή άμμο και συνεχίστε να υπερασπίζεστε εγωιστικά τις πρόχειρες αποφάσεις σας, που με τόση επιμονή τις επιβάλετε σ’ αυτούς που από θέσεως, δεν μπορούν να τις αρνηθούν.
Πετάχτηκε έξω από την ίδια σκηνή εκείνη την στιγμή κάποιος από τους συνταγματάρχες, ο οποίος έλεγε και αυτός κάτι σαν υστερόγραφο.
– Αν ανεβάσεις τους στρατιώτες σου εκεί πάνω αυτοβούλως, τότε θα σε αναγκάσουμε να τους κατεβάσεις αμέσως κάτω, με τις διαταγές των ανωτέρων σου.
Στο άκουσμα εκείνου του υστερόγραφου, θύμωσε πιο πολύ ο διοικητής μας, γι’ αυτό και με πολύ νεύρο πλέον δήλωνε στους ανωτέρους του.
– Εμείς θα πάμε τώρα και θα μείνουμε επάνω. Όποιος από σας τολμάει, ας έρθει να μας κατεβάσει κάτω.
Μετά και από το δικό του υστερόγραφο, έγινε μεγάλος χαμός πάνω στην παραλία. Ο λόγος ήταν, ότι χειροκροτούσαν αυθόρμητα και όλοι μαζί οι δύο χιλιάδες στρατιώτες την δυναμική στάση του διοικητή μας, αλλά και το οφθαλμοφανές του δικαίου που υπερασπιζόταν.
Όσο άκουγαν οι συνταγματάρχες, τα αυθόρμητα χειροκροτήματα όλων των στρατιωτών της μεραρχίας, έβραζαν από θυμό και από υψηλόβαθμο εγωισμό. Όπως αποδεικνυόταν όμως, δεν μπορούσαν να τιθασεύσουν τον διοικητή μας, ο οποίος και έκανε πράξη αυτό που τους έλεγε. Μας ανέβασε εκεί που αυτός επέλεξε να εγκατασταθούμε.
Μιχάλης Αλταλίκης