Ο γάμος του κολλητού μου και ο φίλος του

Michalis Altalikis II Ήταν μεγαλύτερος από μένα και ήταν ένας από τους πιο κολλητούς μου φίλους. Εκτός αυτού, ήταν και ο κύριος αντίπαλος του πατέρα μου στο τάβλι, αυτό που μέρα και νύχτα έπαιζαν οι δυο τους.

 Ήρθε μια μέρα λοιπόν και ζήτησε την γνώμη μου, για το αν πρέπει να παντρευτεί ή όχι, την κοπέλα που από χρόνια είχε για συντροφιά του.

 – Μετά από τόσα χρόνια που την ταλαιπωρείς, του είπα, νομίζω ότι αυτό πια είσαι υποχρεωμένος να το κάνεις. Εκτός αυτού, από την αρχή της σχέσης σας σου έλεγα, ότι αν δεν σου κάνει η κοπέλα να την αφήσεις ελεύθερη. Μετά από πέντε χρόνια σχέσης λοιπόν, εσύ ακόμη ρωτάς τι πρέπει να κάνεις μαζί της;

 – Δεν την θέλουν οι δικοί μου, επέμενε να λέει αυτός, και αυτό όπως καταλαβαίνεις, πολύ με προβληματίζει.

 – Να μη σε προβληματίζει τώρα αυτό, του είπα με την σειρά μου, γιατί όταν την κρατούσες δίπλα σου, δεν ρώτησες τους γονείς σου, για το αν συμφωνούν ή όχι με την απόφαση σου. Ωστόσο τον συμβούλευα.

 – Πήγαινε ακόμη μια φορά και παρακάλεσε τους δικούς σου να σου δώσουν την συγκατάθεση τους. Αν και πάλι δεν την δεχθούν για νύφη τους, τότε να την παντρευτείς χωρίς την συγκατάθεση τους και αν δεν έχεις κουμπάρο θα σε παντρέψω εγώ.

 Αυτά είπαμε με τον φίλο μου και πήγε όπως του ζήτησα στους γονείς του. Μετά από μια εβδομάδα όμως επέστρεψε και όπως τον είδα, ήταν πολύ απογοητευμένος από την αντιμετώπιση των οικείων του.

 – Δεν την θέλουν, είπε, γιατί δεν έχει να μου δώσει τίποτε για προίκα και αν επιμένω να την παντρευτώ μου διεμήνυσαν ότι τότε κανείς απ’ αυτούς δεν θα έρθει στον γάμο μου.

 – Μη στεναχωριέσαι καθόλου γι’ αυτό, του είπα, γιατί θα έρθω εγώ στον γάμο σου εφόσον θέλεις να την παντρευτείς και έτσι έληξε το θέμα του.

 Όταν τελικά έκαναν τον γάμο τους, πράγματι και παραβρέθηκα στο μυστήριο, αλλά μόνον εγώ ήμουν εκεί ως εκπρόσωπος της οικογενείας του, ενώ έξω από την εκκλησία ήταν η αδελφή του μαζί με τον γαμπρό του και αυτοί πάλι, παρακολουθούσαν από μακριά την γαμήλια τελετή.

 Αν και χωρίς την συγκατάθεση των δικών του λοιπόν, έκανε ο κολλητός μου την οικογένεια του και από τότε και μετά ζουν μια χαρά οι δυο τους. Μεγάλωσαν δύο παιδιά στην συνέχεια και όπως μου προέκυψε αυτό, επέχω θέση κουμπάρου ανάμεσα τους, έστω και αν άλλος ήταν αυτός που τους πάντρεψε.

 Απ’ αυτόν όμως, γνώρισα και έναν δικό του φίλο, αυτόν που ήταν μεν μικρότερος μου, αλλά λόγο του ότι ήταν αρκετά μεγαλόσωμος, έδειχνε μεγαλύτερος μου.

 Ήταν πολύ καλό παιδί αυτός, αλλά είχε και πολύ κακές συνήθειες και αυτές τον υποχρέωναν να κάνει παρέα με όλες τις μπαρόβιες κοπέλες της Θεσσαλονίκης.

 – Τι δουλειά έχεις εσύ, του έλεγα, μ’ όλες αυτές τις συμπαθέστατες κατά τα άλλα κοπέλες, που σε δέχονται στην παρέα τους, μόνον και μόνον γιατί ξοδεύεις τα λεφτά σου στα τραπέζια τους;

 – Ξέρεις, έλεγε αυτός, τι καλά κορίτσια που είναι; Ποτέ δεν μ’ αφήνουν να πληρώσω και όλες τους μ’ αγαπούν. Έλα μια φορά μαζί μου, επέμενε, και τότε θα δεις κι εσύ αυτά που σου λέω. Τις έχουν παρεξηγήσει όλοι αυτοί που τις βλέπουν από μακριά, γι’ αυτό και δεν γνωρίζουν την καλή τους την καρδιά.

 Αφού επέμενε αυτός να με πάρει μαζί του μια μέρα και αφού είχα κι εγώ περιέργεια να δω τι κάνει εκεί και τον αγαπούν τόσο πολύ οι κοπέλες όπως μου έλεγε, πήγα μαζί του όχι μόνον σε ένα, αλλά κάθε βράδυ και σε άλλο μπαρ.

 Μπαινοβγαίνοντας λοιπόν κάθε βράδυ και σε άλλο από τα μπαρ της πόλης μας, διαπίστωσα ότι πράγματι πουθενά και σε κανένα απ’ αυτά δεν μας άφηναν να πληρώσουμε. Αυτό μελετώντας όμως, του έλεγα κι εγώ προβληματισμένος από την συμπεριφορά τους.

 – Δεν είναι φυσιολογικά πράγματα αυτά. Κάτι μου κρύβεις και αν δεν μου πεις τι είναι αυτό, τότε δεν θα σε κάνω ξανά παρέα, του είπα μια μέρα. Εξηγημένα;

 Σκέφτηκε αυτός αυτό που άκουσε, γι’ αυτό και μετά από λίγο μου έλεγε.

 – Πράγματι και κάτι συμβαίνει και όντως σου το έκρυψα, αλλά τώρα θα σου το πω αφού με στρίμωξες. Είναι καιρός τώρα που τα έχω με μία από αυτές τις κοπέλες και από συναδελφική μεταξύ τους αλληλεγγύη, δεν μ’ αφήνουν να πληρώνω τα  έξοδα που κάνω. Και όπου δεν είναι δυνατόν να γίνει αυτό, τότε η δικιά μου πληρώνει τους λογαριασμούς μου, αφού αλώστε όλοι ξέρουν ότι τα έχω μαζί της και όλοι ξέρουν ότι αγαπιόμαστε.

 – Κατάλαβα, του είπα, γι’ αυτό και από τώρα σου το λέω. Δεν μπορούμε πλέον να κάνουμε ξανά παρέα μαζί, αν δεν μου υποσχεθείς, ότι θα ξεκόψεις τώρα αμέσως απ’ αυτήν και ότι θα φύγεις όσο μπορείς πιο μακριά της, έστω και αν χρειαστεί να ζητήσεις μετάθεση από την υπηρεσία σου σε άλλη περιοχή.

 Θύμωσε αυτός με όσα άκουσε και έφυγε τρέχοντας από κοντά μου. Αφού χάθηκε εντελώς για μια ολόκληρη εβδομάδα, ήρθε μετά και με βρήκε εκεί όπου ήξερε ότι συχνάζω, μόνον που έφερε μαζί του και την κοπέλα του.

 Μόλις μας σύστησε ο φίλος και πριν ακόμη καθίσουν στο τραπέζι της καφετέριας που καθόμουν, μου έβαλε τις φωνές αυτή και έδειχνε να είναι πολύ θυμωμένη μαζί μου.

 – Εσύ είσαι αυτός που δεν εγκρίνει την σχέση μας; Ποιος νομίζεις ότι είσαι; Που τα ξέρεις όλα και ανακατεύεσαι σε ξένες υποθέσεις; Εμείς ετοιμαζόμαστε να παντρευτούμε και εσύ τώρα μπαίνεις ανάμεσα μας και γίνεσαι εμπόδιο στην ζωή μας; Ποιος σου έδωσε αυτό το δικαίωμα και ποιος σου είπε να ανακατευτείς;

 – Αυτός, της απάντησα και όπως ήταν επόμενο, της έδειξα τον φίλο μου και συνοδό της, αυτόν που άκουγε όσα μου έλεγε η κοπέλα του αλλά και τίποτε δεν έλεγε. Ζήτησε την γνώμη μου, της είπα, και του την έδωσα. Αλλά κι εσύ να με ρωτούσες, το ίδιο θα σου έλεγα. Φανερά σας το λέω όμως, ότι ούτε ξέρετε τι κάνετε, αλλά ούτε και τι προγραμματίζετε απερίσκεπτα ξέρετε. Αυτός εδώ, τίποτε δεν μου είπε για τον γάμο που εσύ μου αναφέρεις και αν ήθελε να μάθει την γνώμη μου και γι’ αυτό το θέμα, θα του έλεγα ότι αυτό που σκέφτεται να κάνει για τους δύο σας, είναι επικίνδυνο και να το αναφέρει κανείς.

 Και όπως πήρα φόρα λέγοντας της φανερά πλέον τις σκέψεις μου, της πρόσθεσα ακόμη περισσότερα.

 – Δεν μου λες; Εσύ είσαι αυτή που θέλεις να σε δένει στο κρεβάτι αυτός εδώ και να σε δέρνει με το καμουτσίκι πριν βγάλετε τα μάτια σας;

 Έμεινε άφωνη αυτή με όσα άκουσε, γιατί δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ήξερα το κρυφό τους μυστικό.

 Μου το είχε εκμυστηρευτεί ο φίλος μου κάποια στιγμή, λέγοντας μου ότι κάνει κάτι τέτοια περίεργα σε μια μπαρόβια όπως έλεγε, αλλά δεν μου είπε ποια ήταν αυτή που της τα έκανε, γιατί και σ’ αυτόν δεν άρεσε το γεγονός, αν και συμμετείχε ενεργά σ’ αυτό.

  Το διακινδύνευσα όπως καταλαβαίνετε όταν της το ανάφερα, αλλά και διάνα έπεσα.

 – Μπορείς να μου πεις, της πρόσθεσα, τι θα πάθει το παιδί που θα κάνετε αφού θα παντρευτείτε, όταν θα σηκωθεί την νύχτα να πάει προς νερού του και δει την μάνα του να είναι γυμνή και δεμένη χειροπόδαρα στα κάγκελα του κρεβατιού σας και τον πατέρα του με το καμουτσίκι στα χέρια να την βαράει αλύπητα;

 Άχνα δεν έβγαζαν αυτοί με όσα άκουγαν να τους λέω. Έσκυψαν όμως και οι δύο τα κεφάλια τους μέχρι τα γόνατα και έμειναν κάμποση ώρα στην ίδια θέση να σκέφτονται αυτά που για πρώτη φορά συνειδητοποίησαν, ότι ήταν απαράδεκτα για ανθρώπους που θέλουν να κάνουν οικογένεια.

 Συνειδητοποιώντας λοιπόν την κατάσταση τους, έμεινε αυτός βουβός να σκέφτεται το ενδεχόμενο να δει το παιδί τους όσα τους φανέρωσα, ενώ εκείνη έκλαιγε γοερά. Όταν ποια σταμάτησε να κλαίει, ψέλλιζε με αναφιλητά.

 – Δεν το σκέφτηκα αυτό που μας είπες.

 – Μήπως μπορείς να μου πεις εκτός απ’ αυτό που δεν σκέφτηκες, τι θα κάνει αυτός εδώ και της έδειξα πάλι τον φίλο μου, όταν θα του αφήνουν υπονοούμενα αυτοί που σε γνώρισαν, την ώρα και την στιγμή που θα σε συνοδεύει στον δρόμο; Απ’ όσο τον γνωρίζω εγώ τουλάχιστον, κανέναν δεν θα αφήσει να ζήσει για πολύ, όταν χωρίς να το σκεφτεί κάποιος, θα σε προσβάλει. Όπως καταλαβαίνεις λοιπόν, μετά από τον γάμο που σκέφτεσαι να κάνεις, αυτός εδώ θα καταλήξει στην φυλακή και το παιδί που τυχόν αποκτήσετε, θα καταλήξει εξ αιτίας σας στο ψυχιατρείο.  Αν θέλεις τώρα λοιπόν, πήγαινε να κάνεις τον γάμο που έβαλες στο μυαλό σου και καθόλου μη σκέφτεσαι αυτά που άκουσες να σου λέω.

 Αφού έμειναν ξανά σιωπηλοί εκεί και για αρκετή ώρα προβληματισμένοι για όσα άκουγαν να τους λέω, έσπασε την σιωπή της αυτή μετά από λίγο και έλεγε.

 – Δεν περίμενα να ακούσω τέτοια πράγματα. Εγώ νόμισα ότι κάτι άλλο είχες εσύ στο μυαλό σου. Αφού έτσι όμως έχουν τα πράγματα, θα πάμε να σκεφτούμε ξανά το θέμα και να ξέρεις ότι θα σε ενημερώσουμε για ό,τι αποφασίσουμε.

 Βαριά προβληματισμένοι λοιπόν οι δυο τους, με άφησαν εκεί που με βρήκαν και έφυγαν με σκυμμένο το κεφάλι για να επιστρέψουν μετά από δύο μέρες όπως μου το υποσχέθηκαν.

 Με βρήκαν στο ίδιο σημείο και στο ίδιο τραπέζι όταν ήρθαν, αφού ήξεραν τις συνήθειες μου, όπου και μου ανακοίνωνε αυτή τις αποφάσεις που πήραν, προκειμένου να αντιμετωπίσουν το μέλλον τους.

 – Όπως θα το κατάλαβες αυτό, εμείς δεν μπορούμε να χωρίσουμε γιατί αγαπιόμαστε. Σκεφτήκαμε όμως πολύ αυτά που μας είπες προχθές και έτσι σκεπτόμενοι ήρθαμε να σου πούμε ότι εγώ μεν θα σταματήσω από την δουλειά που κάνω και ήδη την σταμάτησα, αφού βρήκα άλλη δουλειά και μάλιστα φυσιολογική όπως την αποκάλεσες και συ. Μαζί μ’ αυτό, σταμάτησα και το πάθος μου με το καμουτσίκι, αυτό που από χρόνια με είχε κυριεύσει και δεν το έβλεπα ως ανωμαλία. Αυτός εδώ, είπε αναφερόμενη στον φίλο μου, μου υποσχέθηκε ότι θα σκύβει το κεφάλι του και θα κλείνει τα αυτιά του, όταν ακούει υπονοούμενα στον δρόμο από τους γνωστούς της γυναίκας του και δεν θα απαντά σε κανέναν, γιατί με την θέληση του δέχτηκε να υποστεί τις συνέπειες αυτής της δύσκολης σχέσης. Θα παντρευτούμε λοιπόν εμείς και συ να είσαι σίγουρος ότι θα κάνουμε υποδειγματική οικογένεια, αφού αυτό είναι που ενδιαφέρει εσένα.

  Μετά από όσα μου είπε αυτή για τους δυο τους, έφυγαν ανακουφισμένοι από εκεί που με συνάντησαν και ήταν αποφασισμένοι να αντιμετωπίσουν την ζωή τους έστω και αν οι συνθήκες ήταν δύσκολες γι’ αυτούς.

 Όντως λοιπόν παντρεύτηκαν από ότι έμαθα αργότερα, αν και δεν με κάλεσαν στο γάμο τους. Εγώ όμως δεν τους είδα ποτέ ξανά αλλά ούτε και αυτοί επιδίωξαν ποτέ να με συναντήσουν.

 Τους συνάντησα όμως τυχαία μια μέρα στον δρόμο, αλλά μετά από είκοσι χρόνια.  Ήταν στο απέναντι πεζοδρόμιο απ’ αυτό που εγώ βάδιζα ένα πρωινό στην οδό Τσιμισκή και όταν με είδαν, δεν λογάριασαν τίποτε. Ούτε καν το πόσο κινδύνευαν από τα διερχόμενα αυτοκίνητα, γιατί πέρασαν τον δρόμο τρέχοντας προκειμένου να με πλησιάσουν.

 Έπεσαν χαρούμενοι επάνω μου και δεν ήξεραν πως να δείξουν την χαρά τους και τι πρώτα απ’ όλα τα νέα που είχαν να μου πουν, αφού τόσα πολλά χρόνια είχαμε να ιδωθούμε.

 – Παντρευτήκαμε, έλεγε αυτή, και κάναμε παιδιά που είναι μεγάλα τώρα.

 Ο φίλος μου πάλι τίποτε δεν έλεγε, μόνον μου έσφιγγε συγκινημένος το μπράτσο μου.

 – Κάναμε καλή οικογένεια, έλεγε αυτή με ικανοποίηση, και κανείς και ποτέ δεν μας ενόχλησε στον δρόμο όπως πολύ το φοβόσουν. Να ξέρεις πάντως, ότι ποτέ δεν σε ξεχνάμε. Πάντα σε αναφέρουμε και όσα σου υποσχεθήκαμε τότε, τα τηρούμε μέχρι και σήμερα ακόμη και μάλιστα κατά γράμμα.

 Αυτά και άλλα πολλά είπαμε εκεί και για μια ώρα όρθιοι στο πεζοδρόμιο και όταν πια ήρθε η ώρα, χωρίσαμε και από τότε ποτέ ξανά δεν τους συνάντησα.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *