Καλοκαίρι ήταν λοιπόν κι όπως το έβλεπα αυτό πάνω από το μπαλκόνι της καφετέριας πίνοντας τον καφέ μου, απολάμβαναν κι εκείνο το απόγευμα οι άνθρωποι κατά την συνήθεια τους, την αμέριμνη βόλτα τους στην παραλία του Λευκού πύργου.
Το σχολίασε θετικά αυτό που έβλεπε και κάποιος άλλος από την παρέα μας, γι’ αυτό και ζήτησε να απολαύσουμε κι εμείς μια τέτοια βόλτα και μάλιστα όλοι μαζί, αν και δεν ήμασταν λίγοι.
Το σκεφτήκαμε για λίγο, αλλά επειδή οι περισσότεροι τουλάχιστον ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του, παρατήσαμε τους καφέδες μας στο τραπέζι κι αμέσως σχεδόν κατεβήκαμε από το μπαλκόνι στο ισόγειο.
Παραξενεύτηκαν με την μαζική μας κάθοδο αυτοί που βρισκόταν κάτω, γι’ αυτό και ζητούσαν από μας να τους δώσουμε εξηγήσεις. Αφού τους ενημερώσαμε για τον σκοπό μας, αρκετοί από αυτούς δέχτηκαν να μας ακολουθήσουν.
Μοιάζαμε με εκδρομείς βέβαια έτσι όπως κινηθήκαμε όλοι μαζί προς την παραλία, αλλά αδιαφορώντας για την εικόνα που δείχναμε, μετά από πέντε βήματα που μας χρειάστηκαν, βρεθήκαμε να βαδίζουμε όλοι μαζί ανάμεσα στους υπόλοιπους της παραλίας.
Και το κορίτσι με τα γαλανά μάτια ήταν μαζί μας εκείνο το απόγευμα κι όπως έκανε πάντα αυτό, διασκέδαζε με την χαρούμενη συμπεριφορά μας. Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε που την έκανε και πάλι να ξεχαστεί, πράγμα που κάποιος από την παρέα μας φρόντισε να της θυμίσει την υποχρέωση της, αυτήν που την ήθελε να επιστρέφει έγκαιρα στο σπίτι της.
Τρόμαξε αυτή βλέποντας την ώρα να είναι περασμένη, γι’ αυτό κι έλεγε φωναχτά αλλά και με φόβο σχεδόν στον εαυτό της.
– Πω, πω; Τι θα κάνω τώρα;
Ακούγοντας εγώ την αγωνία της, προθυμοποιήθηκα να την συνοδεύσω και με ΤΑΞΙ μάλιστα μέχρι το σπίτι της, ώστε να βρεθεί σ’ αυτό πριν από τον πατέρα της, για να μην υποχρεωθεί να του δίνει εξηγήσεις, για τον λόγο που την έκανε να καθυστερήσει τόσο πολύ την επιστροφή της.
Μ’ αυτήν την ευκαιρία όμως, γνώρισα και την γειτονιά της όταν φτάσαμε έξω από την πολυκατοικία τους, όπως και την πόρτα του σπιτιού τους όταν την είδα να μπαίνει γρήγορα, γρήγορα στο ισόγειο διαμέρισμα τους.
Πρώτη μου φορά βρέθηκα στην περιοχή του Αγίου Ιωάννη, αλλά είδα έστω και στα γρήγορα μέσα από το ΤΑΞΙ την στάση του λεωφορείου τους, γι’ αυτό και έλεγα στον εαυτό μου. Αν ερχόταν το κορίτσι με το αστικό εδώ, σίγουρα θα είχε μπελάδες. Το σπίτι τους βρίσκεται πολύ μακριά από το κέντρο της πόλης μας και οι στάσεις που θα πρέπει να κάνει το αστικό μέχρι να έρθει εδώ, είναι αναλόγως πολλές.
Αυτά σκεφτόμουν εγώ ενώ ξεκινούσε το ΤΑΞΙ για την επιστροφή μου στην παραλία του Λευκού πύργου, όταν διαπίστωσα πια, ότι μια φυσική μου ανάγκη που από πολύ ώρα πριν με ενοχλούσε, δήλωνε με την συμπεριφορά της ότι δεν άντεχε περισσότερο την πίεση που δεχόταν.
Μπροστά στο ενδεχόμενο να βρεθώ και πάλι μουσκεμένος στην μπροστινή μου πλευρά, ζήτησα από τον Ταξιτζή να με αφήσει στον κεντρικό δρόμο, ώστε να πάω προς νερού μου στα χωράφια που τότε υπήρχαν εκεί. Όσο για ΤΑΞΙ; Θα έβρισκα άλλο, αφού όπως και το έβλεπα αυτό να γίνεται, περνούσαν πολλά από εκεί και συχνά μάλιστα.
Μόλις κατέβηκα λοιπόν απ’ αυτό, τρέχοντας σχεδόν πήγα παράμερα και καμιά πενηνταριά μέτρα μακριά από τον κεντρικό δρόμο, στην προσπάθεια μου να κρυφτώ κάπως από τα διερχόμενα αυτοκίνητα, μη τυχόν και γίνει το πρόβλημα μου αντικείμενο κοινής θέας.
Αφού από πολύ ώρα όμως πριν μου το ζητούσε αυτό η κύστη μου, έκανα υπομονή και περίμενα εκεί μέχρι να ελευθερωθεί εντελώς αυτή από το περιεχόμενο της, ώστε να ανακουφιστεί και αυτή μαζί με μένα.
Είχα βέβαια την πλάτη μου γυρισμένη προς τον δρόμο, αλλά όλο και κοιτούσα προς αυτόν να δω, μη τυχόν και γίνομαι θέαμα χωρίς να το θέλω όπως είπα, γι’ αυτό και πρόσεξα να κατεβαίνει ένα ι.χ. αυτοκίνητο από εκείνον τον απομακρυσμένο αλλά και πολυσύχναστο δρόμο.
Τα αυτοκίνητα που περνούσαν εκείνη την ώρα δεν ήταν λίγα, αλλά αυτό που σας αναφέρω ήταν από εκείνα τα γνωστά της ασφάλειας, τα οποία διέθεταν τότε μια πολύ μεγάλη κεραία στο πίσω μέρος τους.
Κατέβαινε τον δρόμο αυτό όπως είπα και τον κατέβαινε από το ύψος του στρατοπέδου που υπάρχει στην περιοχή, έχοντας φορά προς την περιοχή που βρέχεται από την θάλασσα.
Το στρατόπεδο βέβαια απείχε καμιά τριακοσαριά μέτρα από το σημείο που εγώ άδειαζα την κύστη μου κι όπως το υπολόγιζα κι αυτό, ούτε από τον δρόμο μπορούσε να δει κανείς καθαρά τι έκανα εγώ εκεί, αφού και από αυτόν απείχα αρκετά, αλλά και νύχτα ήταν πια.
Για παν ενδεχόμενο όμως και την πλάτη μου τους γύρισα όπως είπα, ώστε στα σίγουρα να κρύψω απ’ αυτούς, αυτό που δεν ήθελα να τους δείξω. Αν για κάποιον λόγο πάλι εντόπιζαν αυτοί την παρουσία μου στα χωράφια, εκ της στάσεως και μόνον θα μπορούσαν να υπολογίσουν το τι επιχειρούσα να κάνω εκεί, έστω και αν νόμιζα εγώ ότι τους το κρύβω.
Παρόλες τις προφυλάξεις που πήρα όμως, κάποιος ήταν εκεί κοντά και όχι μόνον έβλεπε τι έκανα, αλλά και μου μιλούσε κιόλας. Μάλλον δεν τον πρόσεξα μπαίνοντας στο χωράφι έλεγα στον εαυτό μου και ενστικτωδώς σχεδόν γύρισα να δω που ήταν, αλλά και να ακούσω καλύτερα θέλησα αυτά που μου έλεγε.
Μέχρι να τον εντοπίσω όμως, είδα σταματημένο στον δρόμο εκείνο το αυτοκίνητο με την μεγάλη κεραία, όπως κι έναν από τους επιβάτες του να έρχεται προς το μέρος μου κι όπως το διαπίστωνα αυτό, αυτός ήταν που με μιλούσε και αυτά έλεγε.
– Τι θα γίνει ρε νεαρέ; Θα κατουράς πολλή ώρα ακόμη; Άλογο είσαι;
Αυτό μας έλειπε τώρα είπα και πάλι στον εαυτό μου. Να δίνουμε λογαριασμό στους περαστικούς και για το πόση ώρα θα κατουράμε.
Τα έλεγα αυτά, αλλά και θορυβήθηκα όπως καταλαβαίνετε από την επιμονή εκείνου του ανθρώπου να βρίσκετε δίπλα μου, όπως και από το να θέλει μάλιστα να με δει τελειωμένο, από κάτι που λογικά δεν θα έπρεπε να τον ενδιαφέρει.
Το ότι κατέβηκε όμως από εκείνο το αυτοκίνητο με την μεγάλη κεραία, με έκανε να ανησυχήσω ακόμη περισσότερο με την παρουσία του, αφού ήταν εύκολο να υπολογίσω ότι τόσο αυτός, όσο και οι υπόλοιποι που έβλεπα να τον περιμένουν καθισμένοι στις θέσεις τους, μάλλον ανήκαν στην ασφάλεια.
Δεν μπορούσα να εξηγήσω τον λόγο που στάθηκαν αυτοί εκεί, όπως και το γιατί να τους ενδιέφερε η δική μου ανάγκη και μάλιστα γιατί περίμεναν να δουν το πότε θα την διακόψω, γι’ αυτό και πάλι έλεγα μέσα μου.
– Ωχ. Πάλι έμπλεξα. Για να δούμε τώρα, πως θα ξεμπλέξω. Τρέχε τώρα να τους εξηγήσεις γιατί κατουρήθηκες και γιατί χωρίς να τους ρωτήσεις κατουρούσες στα χωράφια. Και μήπως αυτό να είναι το πρόβλημα τους;
Σκεπτόμενος λοιπόν ότι μάλλον κακό συναπάντημα θα ήταν αυτό που ήθελαν αυτοί να έχω μαζί τους εκείνη την ώρα, μου πέρασε από το μυαλό το να την κοπανίσω τρέχοντας μέσα στα χωράφια, αφού δεν ήξερα πως αλλιώς θα μπορούσα να τους αποφύγω ανώδυνα για μένα.
Εικοσιτριών χρονών είμαι σκέφτηκα, αν κάνω πως τρέχω, θα μπορέσουν να με πιάσουν άραγε αυτοί οι μπαρμπάδες; Θα είναι όμως αυτό καλύτερο για μένα; Ή μήπως μπλέξω ακόμη περισσότερο;
Προσπαθώντας λοιπόν να βρω διέξοδο στα ερωτήματα που έθετα στον εαυτό μου, είδα τον επισκέπτη μου να με πλησιάζει ακόμη περισσότερο, αλλά και τους άλλους πέντε είδα να βγαίνουν έξω από εκείνο το αυτοκίνητο με την μεγάλη κεραία, οι οποίοι και περίμεναν στον δρόμο να δουν, το τι θα έκανε μαζί μου αυτός που με πλησίαζε.
Με ενοχλούσε πολλή ώρα η κύστη μου όπως είπα, γι’ αυτό και της επέτρεπα να αδειάσει το περιεχόμενο της αφού βρήκα χρόνο και χώρο ελεύθερο. Αυτός που με πλησίαζε όμως, νόμιζε ότι το έκανα επίτηδες αυτό, γι’ αυτό και ήρθε να δει από πολύ κοντά αν χασομερούσα εσκεμμένα ή όχι, γι’ αυτό και μου έλεγε.
– Και μέχρι το πρωί να κατουράς, εμείς θα σε περιμένουμε. Γι’ αυτό λοιπόν, τελείωνε.
Όταν βεβαιώθηκε όμως, ότι όντως και κατουρούσα εκεί, επανέλαβε.
– Από πέρσι έχεις να κατουρήσεις ρε φίλε;
Δικαίωμα μου ήταν, το πόση ώρα θα διέθετα εγώ για το δικό μου πρόβλημα, αλλά αφού ήθελε αυτός να του δώσω εξηγήσεις για όσα έκανα εκεί, του έλεγα κι εγώ με κάθε ειλικρίνεια.
– Από πολύ ώρα πριν έπρεπε να το είχα φροντίσει αυτό. Αλλά όπως κάνουν και οι περισσότεροι από τους ανθρώπους, αδιαφόρησα. Μην μπορώντας όμως να το αναβάλω περισσότερο, αναγκάστηκα τελικά να το επιχειρήσω τώρα, μια και βρέθηκα εδώ έξω στα χωράφια.
Αν επέμενα το αναβάλλω για ύστερα, μάλλον θα βοηθούσα στο να τα κάνω επάνω μου, γιατί όπως και το διαπίστωσα αυτό ερχόμενος εδώ με το ΤΑΧΙ από το κέντρο, θα μου έπαιρνε πολύ ώρα μέχρι να επιστρέψω πίσω, έστω και με τον ίδιο τρόπο.
Αυτό όμως είναι κάτι που πρέπει να ενδιαφέρει εσένα; Όπως και τους συναδέλφους σου; Αυτούς που βλέπω να σε περιμένουν στο αυτοκίνητο σας;
Άκουσε την απολογία μου ο συνομιλητής μου και κουνώντας το χέρι του αποδοκιμαστικά, μου έλεγε κάτι ακόμη πιο περίεργο όπως το άκουσα, αδιαφορώντας τελείως για τις δικές μου εξηγήσεις.
– Αυτό καθόλου δεν μας ενδιαφέρει. Το γιατί όμως πήδηξες από τον μαντρότοιχο του στρατοπέδου; Πως το βλέπεις; Δεν είναι κάτι που πρέπει να μας ενδιαφέρει; Έλα λοιπόν τώρα να μας εξηγήσεις γιατί το έκανες; Που αποβλέπεις; Και μετά θα έχουμε να πούμε πολλά ακόμη και για τα υπόλοιπα που μας αράδιασες.
Όλο αυτό παράλογο σενάριο που άκουσα να μου χρεώνει αυτός, με έκανε να ανατριχιάσω όπως καταλαβαίνετε, γιατί ήμουν μόνος εγώ εκεί και χωρίς κανένα μάρτυρα κοντά μου, ότι ήθελαν μπορούσαν αυτοί να μου φορτώσουν, για τους δικούς τους λόγους.
Άκουγα από τους γνωστούς μου, ότι έπαθαν πολλά απ’ αυτούς τους περίεργους που παρίσταναν τότε τους αστυνομικούς, είχα κι εγώ ένα μικρό επεισόδιο πριν από ένα χρόνο περίπου στην γειτονιά μας όπως σας το ανέφερα στα προηγούμενα, αλλά αυτό που μου συνέβαινε εκείνο το βράδυ στα χωράφια και την ώρα που έκανα την ανάγκη μου, ήταν γερό μπλέξιμο και μάλιστα με άγνωστες προεκτάσεις για μένα.
Ακολούθησα λοιπόν εκείνον τον άνθρωπο αφού δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά κι όταν πια πλησιάσαμε τους υπόλοιπους που μας περίμεναν στον δρόμο, με παρουσίασε στον προϊστάμενος τους όπως το έδειχνε εκείνος με την συμπεριφορά του, ο οποίος και ζητούσε την ταυτότητα μου.
– Έχεις ταυτότητα επάνω σου;
Και πριν ακόμη προλάβω εγώ να του δώσω κάποια απάντηση για το ερώτημα που μου έκανε, έβγαλε αυτός από την θήκη του το πιστόλι που διέθετε και προτείνοντας μου το, ζήτησε να σηκώσω τα χέρια μου ψηλά, όπως και το να ανοίξω τα πόδια μου.
Στον κινηματογράφο έβλεπα να εξελίσσονται τέτοιες σκηνές, ανάμεσα στους αστυνομικούς και στους κάθε λογής υπόπτους, γι’ αυτό και ήξερα τι να κάνω αφού μου το ζητούσε, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω τον λόγο για τον οποίο επιχειρούσε εκείνος ο προϊστάμενος με τα πολιτικά, να κάνει και σε μένα μια τέτοιου είδους έρευνα.
Συμφώνως με όσα σας ανάφερα παραπάνω, βεβαίως και δεν τους έδωσα εγώ κάποιο δικαίωμα, ικανό να δικαιολογήσει κανείς τις δικές τους ενέργειες, αλλά αφού έτσι ήθελαν να κάνουν αυτοί τότε, όντως και με έψαξαν διεξοδικά από μπροστά.
Αμέσως μετά, μου ζήτησαν να τους γυρίσω την πλάτη μου και έχοντας τα πόδια μου ανοιχτά, να σταθώ στραμμένος προς το αυτοκίνητο τους και να ακουμπώ μάλιστα τα χέρια μου στον ουρανό του, ώστε να ψάξουν και τα νότα μου.
Έψαξαν λοιπόν αυτοί τις τσέπες μου. Έψαξαν τις μασχάλες και τα πόδια μου κι όπως ήταν αναμενόμενο αυτό, τίποτε το ανησυχητικό γι’ αυτούς δεν βρήκαν επάνω μου. Ωστόσο όμως, επέμεναν να ζητούν την ταυτότητα μου, την οποία βέβαια, όσο και αν έψαχνα, σε καμιά από τις τσέπες μου δεν την έβρισκα.
Από τότε που κρεμάστηκα από τον μάνταλο του βαγονιού όπως σας είπα στα προηγούμενα, τότε δηλαδή που αυτός έπεσε μέσα στην τσέπη του σακακιού μου, άρχισα πλέον να φορώ στην δουλειά μου μπουφάν αντί για σακάκι κι αυτό πάλι το έκανα εσκεμμένα, προκειμένου να γλιτώσω τον εαυτό μου από κάποιο άλλο παρόμοια ατύχημα.
Το μπουφάν που έτυχε να φορώ όμως εκείνο το βράδυ, το φορούσα όλη την ημέρα και από το πρωί μάλιστα επάνω μου, δεδομένου ότι δεν είχα αλλάξει ρούχα, αφού ούτε και για φαγητό δεν πήγα εκείνη την ημέρα στο σπίτι μου.
Έπρεπε λοιπόν να είχα την ταυτότητα μου επάνω μου, αφού μονίμως την χρειαζόμουν στον χώρο της εργασίας μου κι όπως το θυμόμουν αυτό, την είχα μαζί μου. Για κάποιο περίεργο λόγο όμως δεν μπορούσα να την βρω, όσο και αν έψαχνα τις τσέπες μου.
Ίδρωνα εγώ από την αγωνία όσο δεν την έβρισκα και όσο επέμεναν αυτοί να μου την ζητούν, ίδρωνα ακόμη περισσότερο. Και όχι μόνον μου την ζητούσαν, αλλά και με απειλούσαν μάλιστα αν δεν την βρω λέγοντας.
– Βρες που έχεις βάλει την ταυτότητα σου, γιατί χωρίς αυτήν θα έχεις να αντιμετωπίσεις πολλά πρόβλημα απόψε.
Παρ’ όλες τις προσπάθειές μου όμως, δεν την έβρισκα πουθενά και αφού δεν την έβρισκα, άρχισαν αυτοί να με ρωτούν εκεί έξω από το αυτοκίνητο τους και πάνω στον κεντρικό δρόμο της περιοχής τα σχετικά.
– Ποιος είσαι; Από που κατάγεσαι; Πως λένε τον πατέρα σου και τέτοια.
Αν και τους έδωσα ευχαρίστως εγώ όσες απαντήσεις ήθελαν να πάρουν για τα ερωτήματα που μου έκαναν, αν και έγινα θέαμα σε πολλούς από τους περαστικούς που σταματούσαν εκεί με τα αυτοκίνητα τους να δουν, γιατί έψαχναν οι της ασφάλειας εκείνον τον νεαρό, αυτοί; Με τίποτε δεν έμεναν ικανοποιημένοι.
Επέμεναν μάλιστα να μου ζητούν και εξηγήσεις, για τον λόγο που πήδηξα εγώ από τον μαντρότοιχο του στρατοπέδου, πράγμα που από την αρχή βέβαια μου έλεγαν, ότι όντως και με είδαν να το κάνω.
Ζητούσαν δε να τους εξηγήσω και τον λόγο που βρέθηκα εκεί που κατουρούσα, αφού η διεύθυνση της κατοικίας μου όπως τους το δήλωσα, από μόνη της υποστήριζε ότι έμενα από την άλλη πλευρά της πόλης.
Μαζί με όλα αυτά όμως, ζητούσαν να τους εξηγήσω και τι ζητούσα εγώ εκεί, πριν ακόμη φτάσω στο σημείο να κατουρώ στα χωράφια. Μπροστά στο να γλυτώσω λοιπόν από την πίεση των ερωτήσεων τους, αλλά και από την δύσκολη θέση που με έβαλαν αυτοί να απολογούμαι, ήθελα δεν ήθελα, έπρεπε να τους φανερώσω και το ότι συνόδευσα μέχρι το σπίτι της μια κοπέλα από την παρέα μας.
– Έφερα μέχρι στο σπίτι της μια κοπέλα από την παρέας μας και αφού την άφησα αυτήν έξω από το σπίτι της, επέστρεφα με το ίδιο ΤΑΧΙ στην παραλία, όπου και με περίμεναν οι υπόλοιποι της παρέας μου.
Κατουρήθηκα όμως όπως σας είπα, γι’ αυτό και πήγα να αδειάσω την κύστη μου στα χωράφια, για να αποφύγω όπως θα έκανε κάθε λογικός άνθρωπος, τα βλέμματα των περαστικών.
Όσα και αν τους έλεγα όμως, όσα και αν τους εξηγούσα, με τίποτε δεν μπορούσα να τους πείσω. Προκειμένου λοιπόν να κάνουν έστω και μέσω της κοπέλας που τους ανάφερα, την ταυτοποίηση που ζητούσαν από μένα, αφού από πουθενά αλλού δεν ήταν δυνατόν να τους προκύψει, με υποχρέωναν να τους οδηγήσω μέχρι και την πόρτα του σπιτιού της.
Προσπάθησα να το αποφύγω είναι αλήθεια, αφού ούτε λογικό μου φαινόταν αυτό, αλλά και σε επιπλέον μπελάδες κινδύνευα να βρεθώ εξαιτίας της επίμονης δυσπιστίας τους.
Αφού έπρεπε να γίνει το δικό τους όμως και να γίνει μάλιστα αυτό έτσι όπως αυτοί το καταλάβαιναν, με υποχρέωσαν στο τέλος να το κάνω απειλούμενος, ότι μόνον έτσι θα μπορούσα να ξεμπλέξω μαζί τους εύκολα και γρήγορα.
Όσο κι αν διαφωνούσα εγώ μαζί τους λοιπόν, μου παραχώρησαν αυτοί στο τέλος δύο από την ομάδα τους για συνοδούς μου, με τους οποίους και πήγα όπως ήταν αναμενόμενο στην γειτονιά της κοπέλας, όπου διστακτικά αλλά και από μακριά μάλιστα τους έδειχνα την είσοδο της πολυκατοικίας που έμενε η κοπέλα με τα γαλανά μάτια.
Αυτοί όμως; Ούτε και σ’ αυτό αρκέστηκαν. Επέμεναν να τους δείξω όχι μόνον την πόρτα του σπιτιού της, αλλά και το όνομα που τους είπα ότι ήταν γραμμένο στο κουδούνι έξω από εξώπορτα της.
Μη μπορώντας λοιπόν να κάνω διαφορετικά, μέχρι κι αυτό τους έδειξα, με πιθανό τον κίνδυνο να βγει κάποιος από μέσα και να μην ξέρω τι να του πω, όπως και το πως να δικαιολογήσω τόσο εγώ, όσο κι εκείνοι οι δύο την παρουσία μας έξω από την πόρτα τους.
Όταν τελικά διαπίστωσαν αυτοί, ότι πράγματι ήταν αληθινά όσα τους είπα εγώ για την κοπέλα, με πήγαν πάλι πίσω και στον κεντρικό δρόμο, όπου μας περίμεναν οι υπόλοιποι.
Βεβαίως και ενημέρωσαν τον προϊστάμενο τους, για όσα διαπίστωσαν εκεί και από κοντά μάλιστα. Αυτός όμως; Τίποτε από όλα αυτά δεν θεωρούσε αρκετά, γι’ αυτό και πάλι επέμενε να ζητά την ταυτότητα μου.
Υπακούοντας στις επιθυμίες του λοιπόν, έψαχνα ξανά τις τσέπες μου αναζητώντας την και αντί αυτής, βρήκα σε μια απ’ αυτές μια απόδειξη, μέσω της οποίας δηλωνόταν ότι πλήρωσα την είσοδο ενός βαγονιού που έκανα το πρωί στο λιμάνι, την οποία και τους παρέδωσα στην συνέχεια, θέλοντας να τους αποδείξω ότι και όσα στοιχεία τους έδωσα για την δουλειά μου, ήταν κι αυτά αληθινά.
Μετά κι από την ταυτοποίηση της απόδειξης τουλάχιστον, πίστεψα ότι θα γλίτωνα από αυτούς, αλλά δυστυχώς για μένα τίποτε δεν κατάφερα, για τον λόγο ότι με απειλούσαν ακόμη με την κυρίως κατηγορία, αυτήν που με ήθελε να πηδώ από τον μαντρότοιχο του στρατοπέδου.
Όσο για το ότι εγώ βρισκόμουν τριακόσια μέτρα μακριά την στιγμή που αυτοί έλεγαν ότι με είδαν να κάνω αυτό για το οποίο με κατηγορούσαν, τίποτε, μα τίποτε δεν απαντούσαν.
Κι αφού δεν πείθονταν με τίποτε αυτοί για όσα εγώ προσπαθούσα να απαλλάξω τον εαυτό μου από εκείνη την βλακώδη κατηγορία που μου κοτσάρισαν, αποφάσισαν στο τέλος ότι μάλλον έπρεπε να με πάρουν μαζί τους και να με μεταφέρουν κάπου που αυτοί ήξεραν, γι’ αυτό και μου έλεγαν επιτακτικά πότε ο ένας και πότε ο άλλος.
– Μπες μέσα στο αυτοκίνητο κι εκεί που θα πάμε θα δούμε, τι θα έχεις να μας πεις για όλα αυτά και πως θα αποδείξεις, ότι δεν ήσουν εσύ αυτός που εμείς είδαμε να πηδά από τον μαντρότοιχο.
Άδικα επέμενα εγώ να τους λέω, ότι όταν αυτοί έβλεπαν κάποιον να πηδά από τον μαντρότοιχο, εγώ κατουρούσα και ότι για κανέναν άνθρωπο δεν θα ήταν εύκολο να κάνει δύο τέτοια πράγματα συγχρόνως και τότε μάλιστα, όταν το ένα σημείο από το άλλο να απείχε τριακόσια μέτρα.
Επιμένοντας λοιπόν αυτοί στην δική τους άποψη, όπως κι εγώ στην δική μου άλλωστε, ήταν επόμενο ότι δεν θα βγάζαμε αποτέλεσμα, γι’ αυτό και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να με βάλουν μέσα στο αυτοκίνητο τους, πράγμα που ήταν πολύ δύσκολο να γίνει, αφού αυτό ήταν μικρό και δεν μπορούσε να φιλοξενήσει στο εσωτερικό του εφτά άτομα μαζί με μένα.
Παρόλα αυτά όμως, αυτοί επέμεναν ότι μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο, αν βέβαια έμπαινα εγώ ξαπλωμένος στην αγκαλιά τους μέχρι να φτάσουμε εκεί που σχεδίαζαν να με μεταφέρουν.
Δεν ήμουν χαζός εγώ ώστε να δεχθώ κάτι τέτοιο, αλλά ούτε και θα ήθελα να βρεθώ απροστάτευτος στον χώρο που ήθελαν να με οδηγήσουν, γι’ αυτό και με τίποτε δεν δεχόμουν την λύση που μου πρότειναν. Όσο και αν τους έκανα όμως εγώ τον ζόρικο, αυτοί καθόλου δεν υποχωρούσαν από τον σκοπό τους, γι’ αυτό και ζητούσαν βοήθεια μέσω του ασυρμάτου τους από την υπηρεσία τους, όποια κι αν ήταν.
– Είμαστε έξι εμείς κι έχουμε μαζί μας έναν ύποπτο για δολιοφθορά σε στρατόπεδο. Δεν χωράμε όμως στο δικό μας αυτοκίνητο, γι’ αυτό θέλουμε να μας στείλετε ένα άλλο εδώ που βρισκόμαστε, ώστε να παραλάβει αυτό τους μισούς από μας, όπως και τον ύποπτο.
Ευτυχώς για μένα όμως, όπως το καταλάβαινα αυτό από την κουβέντα που είχαν μεταξύ τους, ούτε και αυτοί μπορούσαν να τους διαθέσουν το αυτοκίνητο που ζητούσαν, γι’ αυτό και τους το αρνήθηκαν.
Ζητούσαν όμως διευκρινίσεις για το ποιόν του υπόπτου που είχαν στα χέρια τους, όπως και λεπτομέρειες για το συμβάν που έλαβε χώρα, ώστε να αποφασίσουν αυτοί που άκουγαν για το τι έπρεπε να κάνουν με το θέμα που τους προέκυψε.
Δεν ξέρω αν εξέτασαν κάτι από τα στοιχεία που είχαν στα χέρια τους πια αυτοί που άκουγαν, γιατί αμέσως σχεδόν έδωσαν εντολή σ’ αυτούς που με κρατούσαν, ώστε να με αφήσουν ελεύθερο.
Μη μπορώντας να κάνουν διαφορετικά αυτοί, αναγκάστηκαν τελικά εκ των πραγμάτων να υπακούσουν στην εντολή που πήραν, γι’ αυτό όντως με άφησαν ελεύθερο.
Αφού λοιπόν με ταλαιπώρησαν τρείς ώρες περίπου και αφού έγινα θέαμα σε όλους όσους περνούσαν από εκεί με τα αυτοκίνητα τους, έφυγα τελικά ελεύθερος με το πρώτο ΤΑΧΙ που πέρασε, αλλά την άλλη μέρα κιόλας, πήγα πρωί, πρωί στα γραφεία της ασφάλειας, αυτά που ήταν στο κέντρο της πόλης μας.
Όπως το ανέφερα αυτό στα προηγούμενα, ήμουν γνωστός στον διοικητή της ασφάλειας, από το αφεντικό του γαμπρού μου. Πήγα λοιπόν και του ανέφερα όλα όσα μου συνέβησαν το προηγούμενο βράδυ και με κάθε λεπτομέρεια μάλιστα, διεκδικώντας το δικαίωμα να μάθω από αυτόν τουλάχιστον, ποιοι ήταν αυτοί που με ταλαιπώρησαν με ψεύτικες εις βάρος μου κατηγορίες και για ποιο λόγο με κατηγορούσαν για πράγματα που ποτέ μου δεν έκανα.
Με άκουσε με προσοχή αυτός, αλλά και όπως το δήλωνε εκείνη την στιγμή, τίποτε δεν ήξερε. Απορώντας όμως και για την συμπεριφορά αυτών που με συνέλαβαν, ζήτησε από τον αξιωματικό υπηρεσίας να τον ενημερώσει, αν έγραφε κάτι σχετικό με το επεισόδιο που τους ανέφερα, το χθεσινό τους υπηρεσιακό φύλλο αναφοράς.
Έψαχνε αυτός, αλλά τίποτε σχετικό με την περίπτωση μου δεν έβλεπε να αναφέρεται στα πρακτικά τους, γι’ αυτό και μου έλεγε ο διοικητής τους.
– Ξέχασε το περιστατικό και μην ανησυχείς για τίποτε. Όπως σου είπα και την άλλη φορά, ούτε εμείς βγάζουμε άκρη με όλους αυτούς που παριστάνουν τα τελευταία χρόνια τους αστυνομικούς.
Πες στον εαυτό σου, ότι χούντα είναι και ότι θέλει κάνει κι ότι φτηνά την γλίτωσες εχθές και καθόλου μην σκέπτεσαι το περιστατικό. Ξέχασε το….!
Μιχάλης Αλταλίκης