Πολλά ζούσα εκεί κάτω στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό όπως είδατε, αλλά και τα προβλήματα που υποχρεωνόμουν να αντιμετωπίσω κάθε τόσο, ποτέ δεν σταματούσαν.
Έτσι λοιπόν έγινε κι ένα πρωινό, όταν με κάλεσε επειγόντως στα γραφεία μας, ο Γερμανός διευθυντής μας. Ήταν επτά το πρωί όταν δέχτηκα το κάλεσμα του και πολύ ανησύχησα, γιατί δεν μπορούσα να δικαιολογήσω, ούτε το κάλεσμα, αλλά ούτε και το επείγων του θέματος.
Αφού επειγόντως όμως έπρεπε να βρεθώ στο γραφείο του, άφησα κι εγώ στην μέση τις δουλειές μου κι όπως ήμουν υποχρεωμένος, εγκαίρως ανταποκρίθηκα.
Ούτε δέκα λεπτά δηλαδή δεν πέρασαν μετά από το τηλεφώνημα του κι εγώ τον καλημέριζα στο προσωπικό του γραφείο. Όλος αγωνία εκεί, περίμενα να ακούσω την δικαιολογία του καλέσματος, αλλά και την αιτία του επείγοντος, για τον λόγο ότι αυτός ποτέ δεν ερχόταν τόσο πρωί στα γραφεία μας, αλλά κι αυτά πάλι, στις επτά και μισή άνοιγαν τις πόρτες τους για το προσωπικό.
Αντί οποιουδήποτε χαιρετισμού όμως αυτός, μου απηύθυνε αμέσως μια πολύ περίεργη κατηγορία και ούτε λίγο, ούτε πολύ, αυτά μου έλεγε.
– Με ανάγκασες να έρθω εδώ από τις επτά το πρωί και σίγουρα δεν ξέρω εγώ τι έκανες εσύ και τι λαθραίο φόρτωσες εχθές μέσα στο βαγόνι με τα διάφορα, γιατί το κράτησαν αυτό στα σύνορα.
Από τα χαράματα μιλώ γι’ αυτό το θέμα με τους Τελωνιακούς του σταθμού της Γευγελή, οι οποίοι μου εξήγησαν, ότι υποχρεώθηκαν να κρατήσουν εκεί το βαγόνι μας, βάση μιας καταγγελίας που τους έγινε.
Αυτή δε, πολύ καθαρά αναφέρει, ότι με το συγκεκριμένο βαγόνι μεταφέρονται λαθραία εμπορεύματα. Καθώς ήταν στην υποχρέωση τους λοιπόν, κράτησαν το βαγόνι μας εκεί και δεν του επιτρέπουν την εξαγωγή του, αν δεν πάει κάποιος από εμάς να τους δώσει εξηγήσεις, για το πώς βρέθηκαν ανάμεσα στα νομίμως φορτωμένα και λαθραία.
Επειδή εσύ έκανες αυτήν την φόρτωση, καλό είναι να πας εσύ εκεί κι εσύ να τους πεις τι έκανες και τι λαθραίο πρόσθεσες στο συγκεκριμένο βαγόνι.
Γι’ αυτό λοιπόν, τώρα κιόλας πήγαινε να πάρεις το πρώτο τρένο από τον σταθμό και όταν φτάσεις εκεί, κοίταξε να καθαρίσεις μόνος σου αυτήν την υπόθεση. Από όσα θα πρέπει να ξέρεις όμως για τις δικές τους υποχρεώσεις, μέχρι να φτάσεις εσύ εκεί, αυτοί θα προβούν στην επαλήθευση της καταγγελίας. Κοίταξε λοιπόν πως θα προετοιμαστείς, γιατί θα χρειαστεί να τους δόσεις πολλές απαντήσεις.
Αυτά μου είπε σε αυστηρό τόνο ο διευθυντής μας κι αφού τελείωσε τους δικούς του λόγους, μου έδειξε την έξοδο από το γραφείο του, σίγουρος ότι κάτι κακό είχα κάνει εγώ, γι’ αυτό και αρνήθηκε να ακούσει τους δικούς μου.
Παντού και πάντα τα ίδια λοιπόν, σκέφτηκα. Όταν υπάρχουν καλές αναφορές για κάτι, αυτές τις καρπώνονται αυτοί που δεν έκαναν τίποτε γι’ αυτό. Όταν πάλι υπάρχουν κακές αναφορές για κάποιο λόγο, όλοι κρύβονται και κατηγορείται πάντα αυτός που δεν συμμετείχε σε κανένα κακό με την θέληση του.
Έφυγα προβληματισμένος όπως καταλαβαίνετε από το γραφείο του και πηγαίνοντας προς τον επιβατικό σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης μας, πολλά σκεφτόμουν καθ’ οδόν για το τι μπορεί να έγινε ενδεχομένως, ώστε να παρουσιάζομαι εγώ κατηγορούμενος.
Βεβαίως και δεν έκανα εγώ κάτι ανεπίτρεπτο, γι’ αυτό και σίγουρος ήμουν, ότι όποια κι αν ήταν η κατηγορία που με φόρτωσαν εκείνη την ημέρα, όχι μόνον ανυπόστατη θα ήταν, αλλά και από την κακία των ανταγωνιστών μας μάλλον προερχόταν.
Δεν μπορούσα βέβαια να το αποδείξω αυτό, αλλά λόγω των συνεχών μεταξύ μας προστριβών, πολύ φοβόμουν ότι αυτοί έκαναν την καταγγελία για να προκαλέσουν προφανώς κάποια εμπλοκή στις δικές μας δουλειές.
Εξαιτίας αυτής την διηνεκούς και αποδεδειγμένης κακεντρέχειας που μου έδειχναν κατά διαστήματα, πάντα φοβόμουν μη μου συμβεί κάτι παρόμοιο από αυτούς, γι’ αυτό και μονίμως είχα τα μάτια μου ανοικτά, αλλά και πολύ πρόσεχα αυτά που μου έφερναν οι πελάτες μας, πριν τα φορτώσω μέσα στα προς εξαγωγήν βαγόνια.
Πολύ δε περισσότερο πρόσεχα τα μικροδέματα που μου έφερναν αυτοί στον σταθμό, όταν μάλιστα αυτά επρόκειτο να μπουν σε βαγόνια πολλών και διαφόρων πελατών μας.
Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που αυτά ειδικά τα βαγόνια, τα είχα μονίμως κλειδωμένα έως ότου αναχωρήσουν, από φόβο μη μου βάλει κανείς ηθελημένα κάτι παράνομο μέσα, αφού όπως ήταν και λογικό αυτό, οποιαδήποτε κατηγορία σε μένα θα κατέληγε, λόγω θέσεως αλλά και σχέσεως.
Δικαιολογημένη λοιπόν ήταν η προσοχή που έδειχνα και καλά έκανα και κλείδωνα τα βαγόνια μου υποκινούμενος από το αγαθό συναίσθημα της αυτοπροστασίας, αφού σε κανέναν και για τίποτε δεν ήθελα να δώσω δικαίωμα.
Όσων αφορά αυτό το θέμα όμως, θέλω να σας πω ότι δεν είχα και πολλές ευθύνες για τα προϊόντα που φόρτωνα, δεδομένου ότι ήταν εξαγώγιμα αυτά και ως τέτοια ήταν αναγκασμένα να συνοδεύονται από την σχετική άδεια εξαγωγής, η οποία ανέφερε υποχρεωτικά το περιεχομένου ανά κιβώτιο, γι’ αυτό και η όποια ευθύνη ήταν μόνον του εξαγωγέα.
Η άδεια εξαγωγής δηλαδή, αυτόν τον λόγο ύπαρξης είχε. Το να βεβαιώνει ο εξάγων, συνυπογράφοντος και του αρμόδιου Τελωνιακού οργάνου, όχι μόνον το είδος του περιεχομένου στα κιβώτια, αλλά και τον αύξοντα αριθμό αυτών, ώστε και εύκολα να ελεγχόταν αν υπήρχε λόγος.
Αν δηλαδή και για κάποιο λόγο, άλλο περιεχόμενο αναφερόταν στην άδεια εξαγωγής κι άλλο είχε μέσα ένα κιβώτιο, για κανένα λόγο δεν θα μπορούσα να ευθύνομαι εγώ ως φορτωτής, αλλά αυτός που έκανε την εξαγωγή, όπως και το Τελωνιακό όργανο που την έλεγξε.
Αν όμως βρισκόταν μέσα σε κάποιο βαγόνι ένα αδήλωτο κιβώτιο, το οποίο κανένα Τελωνιακό έγγραφο δεν το συνόδευε, όποιο κι αν ήταν αυτό, όποιο κι αν ήταν το περιεχόμενο του, η ευθύνη αυτής της παρανομίας, θα μπορούσε να είναι αποκλειστικά δική μου και κανενός άλλου.
Αυτός λοιπόν ήταν κι ο λόγος που ο διευθυντής μας ήταν τόσο αυστηρός μαζί μου εκείνη την ημέρα, κατανοώντας ότι θα μπορούσα να κάνω κάτι κακό αν ήθελα. Κι αφού αυτό που άκουσε από τους Τελωνιακούς, ήταν ότι κάτι αδήλωτο δηλαδή βρέθηκε στο βαγόνι μας, με το δίκαιο του ζητούσε από εμένα να δώσω εξηγήσεις, ως άμεσα υπεύθυνος.
Εγώ βέβαια δεν είχα λόγους να φοβάμαι την απολογία μου, αφού τίποτε παράνομο δεν πρόσθεσα στο βαγόνι όπως σας είπα, αλλά και κλειδωμένο το είχα μη τυχόν κι από υστεροβουλία μου βάλει κάποιος κάτι μέσα σ’ αυτό, έστω κι αν αυτό ήταν ένα απλό κιβώτιο κενού περιεχομένου.
Αφού έπρεπε να απολογηθώ λοιπόν, πήρα τελικά το πρώτο τρένο και σε λιγότερο από μια ώρα βρισκόμουν στον σταθμό της Γευγελή. Μόλις κατέβηκα από το τρένο, πήγα αμέσως στο Τελωνείο κι όπως ήταν απαραίτητο αυτό, ζήτησα από τον Τελώνη να μου πει τον ακριβή λόγο που μας κάλεσε στα σύνορα επειγόντως.
Θορυβήθηκε αυτός θα έλεγα με την παρουσία μου, γι’ αυτό και μου έλεγε κάτι που κατευναστικά το έθετε.
– Όχι ρε αδελφέ. Αλλά να. Είχαμε μια καταγγελία από κάποιον κι αυτή έλεγε ότι κάτι λαθραίο μεταφέρετε μέσα στο βαγόνι που η εταιρία σας φόρτωσε εχθές κι όπως καταλαβαίνεις, ήμασταν υποχρεωμένοι να εξετάσουμε το ενδεχόμενο.
Όταν τελείωσε αυτός την αναφορά του, τον ρώτησα κι εγώ με την σειρά μου.
– Βρήκατε τίποτε το επιλήψιμο μέσα στο βαγόνι κύριε Τελώνα;
– Όχι είπε αυτός. Όλα ήταν σωστά κι όπως περιγράφονται στα Τελωνειακά έγγραφα που τα συνοδεύουν. Ήμασταν υποχρεωμένοι όμως να το επιβεβαιώσουμε. Καταλαβαίνεις.
Ήμουν σίγουρος εγώ ότι δεν θα έβρισκαν τίποτε το επιλήψιμο μέσα στο βαγόνι μου, αλλά αφού με κάλεσαν εκεί άδικα, όχι μόνον επίτηδες του έκανα το ερώτημα, αλλά και τα ρέστα ήθελα να του ζητήσω.
Και με το δίκαιο μου θέλησα να το κάνω αυτό, γιατί με το που μπήκε το τρένο μέσα σε κείνο τον μικρό σταθμό, είδα το βαγόνι μου να βρίσκετε παράμερα τοποθετημένο κι εντελώς άδειο από το περιεχόμενο του.
Μαζί με αυτό δε, είδα και όλα τα κιβώτια που με τόση προσοχή και τάξη φόρτωνα εγώ εχθές, να είναι εκτεθειμένα και παρατημένα πάνω σε μια υποτυπώδη ράμπα κι αυτό; Αρκετά με ενόχλησε.
Όπως καταλάβαινα από το αποτέλεσμα των ενεργειών τους, άνοιξαν το βαγόνι μας μέχρι να φτάσω κι όπως έδειχνε το πράγμα, έκαναν και τον σχετικό έλεγχο. Τίποτε το επιλήψιμο δεν βρήκαν όμως, γι’ αυτό και περίμεναν την άφιξη μου για τα περεταίρω. Αυτά σκεπτόμενος λοιπόν, έλεγα κι εγώ στον εαυτό μου. Αυτοί έκαναν την δουλειά τους και καλά έκαναν. Δεν πρέπει τώρα να κάνω κι εγώ τώρα την δική μου; Κι αφού είχα αυτό το δικαίωμα, έλεγα στον Τελώνη.
– Δεν ξέρω τι θα κάνετε κύριε Τελώνα. Αλλά αφού δεν βρήκατε τίποτε το επιλήψιμο στο βαγόνι μου, θέλω να το δω και πάλι φορτωμένο και με τα συνοδευτικά του χαρτιά έτοιμο να είναι σε γραμμή αναχώρησης.
Θέλω δε να συμπεριληφθεί αυτό αμέσως στον επόμενο συρμό που έρχεται από τον σταθμό της Θεσσαλονίκη με προορισμό την Γερμανία, γιατί εκεί θα πήγαινε το βαγόνι μας κι όπως διαπιστώθηκε αυτό, χωρίς σοβαρό λόγο καθυστερήσατε την εξαγωγή του από την χώρα.
Άκουσε αυτός την τοποθέτηση μου και πολύ σωστά αμέσως μου έδωσε την απάντηση του.
– Αυτή η διαδικασία φόρτωσης και αναχώρησης του βαγονιού σου είναι μέσα στα πλαίσια της δικής μας υποχρέωσης, γι’ αυτό και μην ανησυχείς. Θα φροντίσουμε εμείς για όλα και με δικούς μας εργάτες θα κάνουμε την φόρτωση των κιβωτίων σου.
Το μόνο που θέλουμε όμως από σένα και αυτό για λόγους ασφαλείας των εμπορευμάτων και μόνο, να βρίσκεσαι εδώ κατά την φόρτωση, για να λες στους εργάτες μας τι να βάλουν πού και πάνω από τι, ώστε να μη προκαλέσουμε καμιά ζημιά άθελα μας, στα εμπορεύματα που είναι μέσα στα κιβώτια.
Αναμενόμενη αλλά και λογική μου φάνηκε η απάντηση του, γι’ αυτό και την δέχτηκα. Κι αφού δεν είχα τι άλλο να κάνω εκεί μέχρι να έρθει η ώρα της επιστροφής μου στις εργασίες μου, βοηθούσα με την συμμετοχή των εργατών τους στην επαναφόρτωση του βαγονιού μου, επιβλέποντας όπως μου το ζήτησε ο Τελώνης.
Σε μισή ώρα ήταν όλα έτοιμα κι εγώ προσωπικά έδωσα τα συνοδευτικά χαρτιά στον Σταθμάρχη, ο οποίος αμέσως έδωσε εντολή στο προσωπικό του, ώστε να βάλουν το βαγόνι μου εκεί κι όπου έπρεπε.
Με αυτήν την ευκαιρία όμως, ζήτησα να μάθω από αυτόν και τι ώρα θα μπορούσα να επιστρέψω στην έδρα μου, ελπίζοντας βέβαια να ήταν νωρίς αυτό, δεδομένου ότι ήταν πρωί ακόμη.
Απογοητευτικά όταν άκουσα να μου λέει, ότι η επόμενη επιβατική αμαξοστοιχία για Θεσσαλονίκη, θα περνούσε στις πεντέμισι το απόγευμα από τον σταθμό τους κι ότι μόνον τότε θα μπορούσα να επιστρέψω.
Όσο κι αν επέμενα να τον ρωτώ για την ύπαρξη κάποιας άλλης και εναλλακτικής ενδεχομένως λύσης για την επιστροφή μου, αυτός μου την απέκλειε εντελώς.
Αφού δεν γινόταν διαφορετικά λοιπόν, αποφάσισα τελικά να δεχθώ ήρεμα την παραμονή μου σ’ εκείνον τον μικρό συνοριακό σταθμό και σε αναμονή μάλιστα της αμαξοστοιχίας των πεντέμισι όπως μου είπε εκείνος ο σταθμάρχης, τον οποίον έβλεπα να είναι λιγάκι κολλημένος με τα υπηρεσιακά του.
Δεν τον είχα συναντήσει άλλη φορά στους διάφορους σταθμούς που επισκεπτόμουν για δουλειές κι εντελώς ξένος μου φαινόταν. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά όλο και για κάποιο λόγο με παρακολουθούσε όπως πρόσεξα.
Δεν μου ήταν και ευκολοχώνευτο όμως το να περιμένω εκεί μέχρι τις πεντέμισι το απόγευμα, γι’ αυτό και όποιον έβρισκα μπροστά μου τον ρωτούσα να μου πει, αν υπήρχε άλλος τρόπος να επιστρέψω, αλλά από όλους έπαιρνα αρνητική απάντηση.
Από μια περίεργη σύμπτωση όμως, ο σταθμάρχης ήταν συνεχώς πίσω μου και πάντα επιβεβαίωνε την αρνητική απάντηση που άκουγα από τους ερωτηθέντες κι αυτός ήταν ο λόγος που με υποχρέωνε να θεωρώ ότι μάλλον με παρακολουθούσε.
Μιχάλης Αλταλίκης