Επέστρεψα από την περιπετειώδη μου επίσκεψη στην πόλη του Ζάγκρεμπ όπως σας ανέφερα στο προηγούμενο κι όπως έκανα πάντα, μπήκα και πάλι με πολύ διάθεση στους ρυθμούς της δουλειάς μου.
Έτρεχα βέβαια και πίσω από την παρακολούθηση της υγείας του πατέρα μου και πολλές ώρες βρισκόμουν δίπλα του προκειμένου να αισθάνεται αυτός ασφαλής, αφού άρχισε πλέον να ανησυχεί πολύ για το αποτέλεσμα της αποθεραπείας του, αν και με κάθε τρόπο προσπαθούσε να μας κρύψει την ανησυχία του.
Αυτήν λοιπόν θέλοντας να απαλύνω κάπως και κατά το δυνατόν βέβαια το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς, δεν ήθελα να κάνω διακοπές, για να μη φύγω μακριά του κι εξαιτίας αυτού αυξήσει αυτός την ανησυχία του.
Έπρεπε όμως να ξελαφρώσουμε και λίγο την πεθερά μου, η οποία, όλον τον χρόνο κρατούσε τον μικρό μας Κωνσταντίνο στο σπίτι της, γι’ αυτό κι αποφασίσαμε να κάνουμε για τον παραπάνω λόγο και μόνο, έστω και για λίγες μέρες διακοπές.
Προκειμένου να μην απομακρυνθούμε και πολύ όμως από την περιοχή μας, πήγαμε να κάνουμε τις διακοπές μας στο σπίτι την αδελφή μου, παρέα με τα μέλη την οικογένειά της.
Σε ένα παραθαλάσσιο χωριό της Χαλκιδικής είχε αυτή το σπίτι της κι αυτό δεν απείχε ούτε μισή ώρα από την Θεσσαλονίκη. Αφού λοιπόν δεν θέλαμε να λείψουμε για πολλές ημέρες από την έδρα μας, είπαμε στην αδελφή μου ότι μόνον για μια εβδομάδα θα μέναμε μαζί τους, η οποία βέβαια, αποδέχτηκε την δικαιολογημένη, όσο και περιορισμένη χρονικά επίσκεψη μας στο σπίτι της.
Κι αφού αυτό συμφωνήσαμε να κάνουμε, αρχίσαμε να ζούμε όλοι μαζί μέσα στον μικρό άλλωστε οικογενειακό της χώρο, συμβάλλοντας κι εμείς βέβαια, τόσο στην δική τους, όσο και στην δική μας καθημερινότητα, αποσκοπώντας να την κάνουμε εξίσου ευχάριστη για όλους μας.
Συμπληρώσαμε ήδη τρεις ημέρες εκεί κι όπως ήταν αναμενόμενο αυτό, βεβαίως κι πετύχαμε τον σκοπό μας κι αφού όλα ήταν καλά, μέχρι και μερικές βόλτες με την ιστιοπλοϊκή μου βάρκα πρόλαβα να κάνω στην παραλία της περιοχής τους, δεδομένου ότι κι αυτήν την είχα πάρει μαζί μου.
Και λέω πρόλαβα, γιατί όπως σας είπα, είχαμε σκοπό να φύγουμε από το σπίτι της αδελφής μου στο τέλος της εβδομάδας. Να όμως που ένιωσα ξαφνικά μια πολύ μεγάλη κι απροσδιόριστη ανησυχία για το δικό μας σπίτι στην Θεσσαλονίκη, η οποία και με υποχρέωνε να φύγω αμέσως από εκεί που βρισκόμασταν, πράγμα βέβαια που ανακοίνωσα τόσο στην γυναίκα μου, όσο στην αδελφή μου.
Στεναχωρήθηκε αυτή είναι αλήθεια από την ξαφνική μας επιθυμία να διακόψου τις διακοπές μας, αλλά και να αναχωρήσουμε τόσο ξαφνικά από το σπίτι της, γι’ αυτό και μας έλεγε με παράπονο σχεδόν.
– Μα καθίστε λίγες μέρες ακόμη τουλάχιστον. Γιατί θέλετε να φύγετε; Δεν σας άρεσε εδώ; Σας κάναμε κάτι εμείς μήπως;
– Μας άρεσε βρε αδελφή εδώ και μάλιστα πολύ. Αλλά να που θέλω να φύγω και τώρα αμέσως μάλιστα, αν και πράγματι δεν ξέρω το γιατί.
– Μείνετε σήμερα τουλάχιστο και φεύγετε αύριο.
Αυτά μας έλεγε αυτή, απορώντας για την συμπεριφορά μας, αλλά εγώ δεν μπορούσα πλέον, ούτε λεπτό να συγκρατήσω τον εαυτό μου εκεί, ο οποίος με έσπρωχνε να φύγω αμέσως, γιατί το σπίτι μας κινδύνευε από κάτι που δεν μπορούσα να ξέρω, αλλά ούτε και να υπολογίσω μπορούσα βεβαίως.
Δεν γνώριζα την πηγή αυτής της πληροφόρησης, ούτε και είχα κάποια ένδειξη περί αυτής, αλλά και να την κατανοήσω δεν μπορούσα. Μια εσωτερική και ανεξέλεγκτη από μένα ανησυχία ήταν αυτή που με φούσκωνε το στήθος κι αυτό ήταν που με ανάγκαζε να φύγω και μάλιστα πολύ γρήγορα από την περιοχή που βρισκόμασταν.
Κατά την δήλωση της αίσθησής μου, το σπίτι μας ήταν αυτό που κινδύνευε κι αυτό έλεγα στην γυναίκα μου ως δικαιολογία προκειμένου να την ησυχάσω, αφού κι αυτή δυσανασχετούσε με την στάση μου, μη μπορώντας να καταλάβει τι ήταν αυτό που μου συνέβαινε.
Φύγαμε λοιπόν από τον χώρο της παραθέρισής μας και φύγαμε όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε να το κάνουμε αυτό και για να προλάβω το κακό που αισθανόμουν να έρχεται αν και δεν το έβλεπα, έτρεχα με όλες τις δυνάμεις του αυτοκινήτου μου στον δρόμο, αλλά και με έντονη αγονία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό μου. Βλέποντας την όμως η γυναίκα μου, δυσανασχετούσε μαζί μου μη μπορώντας να την δικαιολογήσει, γι’ αυτό και μονολογούσε κάθε τόσο.
– Μα επιτέλους, τι γίνεται με σένα; Αλαφροΐσκιωτος είσαι;
Ότι κι αν μου έλεγε αυτή όμως, εγώ τίποτε δεν άκουγα. Έτρεχα να προλάβω το απροσδιόριστο κακό κι επειδή δεν ήξερα ποιό ήταν κι από που θα ερχόταν, έψαχνα ακόμη και στον ουρανό. Έκανα δηλαδή το ίδιο, όπως έκανα όταν βρισκόμουν μέσα στην βάρκα μου ψαρεύοντας μεσοπέλαγα και με πολύ προσοχή έψαχνα στον ορίζοντα την αιτία που υποχρέωνε τα ψάρια να σταματούν ξαφνικά τα τσιμπήματά τους.
Αυτό λοιπόν έκανα κι εκείνο το απόγευμα, που με τόση μεγάλη αγωνία επέστρεφα στο σπίτι μας, αλλά και τίποτε το ανησυχητικό δεν έβλεπα γύρο μου. Ο καιρός ήταν πολύ καλός δηλαδή, αφού από πουθενά δεν φυσούσε, όπως κι ο ουρανός άλλωστε, αφού ούτε ένα σύννεφο δεν τον χρωμάτιζε. Ο ορίζοντάς μας, ήταν κι αυτός καθαρός κι έτσι τίποτε δεν έπρεπε να με ανησυχεί, αλλά, ο φόβος του επερχόμενου κακού δεν έλεγε να υποχωρήσει. Παρέμενε στην θέση του κι αισθητά μάλιστα μου δήλωνε την παρουσία του.
Ωστόσο όμως, πλησιάσαμε πια στα όρια του νομού της πόλης μας και ανεβήκαμε το γνωστό ύψωμα που υπάρχει στην περιοχή και μας εμποδίζει να την αντικρίσουμε όταν ερχόμαστε από την Χαλκιδική. Μετά από αυτήν αρχίσαμε να κατηφορίζουμε τον ίδιο δρόμο, από όπου και βλέπαμε πλέον την Θεσσαλονίκη μας να είναι στην θέση της μεν και σαν σε ταψί τοποθετημένη βεβαίως, αλλά κι όπως πάντα αρχοντικά απλωμένη πάνω στον παραθαλάσσιο χώρο του Θερμαϊκού.
Ο ουρανός της όμως, δεν ήταν καθόλου μα καθόλου καθαρός. Ήταν βαριά φορτωμένος από πολλά μαύρα και θυμωμένα μαζί της σύννεφα, τα οποία ευθαρσώς απειλούσαν, ότι από λεπτό σε λεπτό θα την έπνιγαν από τα πολλά νερά που συγκρατούσαν με πάρα πολύ κόπο στα σωθικά τους.
Αυτό το θέαμα βλέποντας λοιπόν, έλεγα φωναχτά προς τον εαυτό μου τις σκέψεις που έκανα εκείνη την στιγμή, αλλά και προς την γυναίκα μου βεβαίως, η οποία όντως και συνέχιζε να με κοιτάει ανήσυχη.
– Αληθώς και είναι κακό αυτό που βλέπουμε, αλλά εμείς μένουμε στον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας μας. Γιατί λοιπόν κι από τι να κινδυνεύει άραγε το σπίτι μας;
Ούτε η γυναίκα μου βέβαια μπορούσε να απαντήσει τα ερωτήματά μου αλλά ούτε κι εγώ. Μέχρι να φτάσουμε όμως στα μισά της διαδρομής, από αυτήν που είχαμε να διανύσουμε πηγαίνοντας προς το σπίτι μας, άρχισε να βρέχει γερά και μάλιστα με πολύ κακές διαθέσεις.
Βλέποντας λοιπόν την δυνατή βροχή να μας επιτίθεται και η γυναίκα μου πια έλεγε φανερά την σκέψη της, αλλά και αρκετά προβληματισμένη ήταν μαζί μου.
– Μια δυνατή βροχή είναι. Τι κακό μπορεί να μας κάνει αυτή και τόσο πολύ πια εσύ ανησύχησες;
Σημασία δεν μπορούσα να δώσω εγώ στις σκέψεις της γυναίκας μου, γι’ αυτό και συνέχισα να οδηγώ αμίλητος. Πριν τους πάω στο σπίτι μας όμως, προτίμησα να περάσω πρώτα από το σπίτι της πεθεράς μου, προκειμένου να της αφήσουμε τον μικρό μας Κωνσταντίνο. Ελεύθεροι μετά από την δική του παρουσία, φύγαμε αγωνιωδώς και πάλι για την δική μας γειτονιά.
Όταν μπήκαμε στο στενό που ήταν το σπίτι μας, παρκάρισα στα γρήγορα κι όπως, όπως, το αυτοκίνητό μου στο δρόμο και τρέχοντας σχεδόν ανέβηκα τους τρεις ορόφους με τα πόδια, αφού δεν είχαμε ασανσέρ.
Ήθελα να δω τον λόγο της ανησυχίας μου όπως καταλαβαίνεται. Άνοιξα γρήγορα λοιπόν την εξώπορτα του σπιτιού μας και με μπόλικη αγωνία μπήκαμε μέσα. Άναψα τα φώτα του χολ στην συνέχεια κι αυτό που αντίκρισα εκεί, ήταν όντως πολύ κακό, αλλά κι αδιανόητο συγχρόνως.
Το χολ, όπως κι ο διάδρομός μας, ήταν γεμάτα από πολλά νερά, τα οποία ετοιμαζόταν από λεπτό σε λεπτό να βγουν έξω από το σπίτι μας κα να κατηφορίσουν μάλιστα προς τις σκάλες, πιεζόμενα βέβαια από εκείνα τα νερά που έβλεπα να βγαίνουν γρήγορα μέσα από το σαλόνι μας.
Το να πέφτουν νερά στο διάδρομο ενός σπιτιού, από το πατάρι μιας τουαλέτας, κατά κάποιον τρόπο είναι λογικό, αφού εκεί πάνω υπάρχει το ντεπόζιτο που τα συγκεντρώνει, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για τους γνωστούς μας λόγους.
Το να τρέχουν όμως νερά από το σαλόνι μας προς τα έξω, αυτό βεβαίως και μου φαινόταν αδιανόητο, αφού κανένας λογικά σκεπτόμενος εργολάβος, δεν επιτρέπει να περνούν σωλήνες μεταφοράς νερού μέσα από τα σαλόνια της οικοδομής που χτίζει.
Με το δίκαιό μου λοιπόν απορούσα, με όσα έβλεπα να γίνονται εκεί. Κι αφού έτσι είχε τα ο πράγμα, με πολύ επιφύλαξη μπήκα στο σαλόνι μας, αναζητώντας συγχρόνως και τον λογικό λόγο πού υποχρέωσε τα νερά να βρεθούν στον συγκεκριμένο χώρο. Όταν άναψα και τα φώτα του σαλονιού μας όμως, έμεινα και πάλι άναυδος από αυτό που αντίκριζα, δεδομένου ότι από το ταβάνι μας έβλεπα να τρέχουν τα νερά κι αυτά που έτρεχαν, ήταν όντως πάρα πολλά.
Πάνω από το δικό μας ταβάνι ήταν η ταράτσα της πολυκατοικίας μας βέβαια κι αυτό με έκανε να υποθέτω εκείνη την στιγμή, ότι μάλλον η δυνατή βροχή μας τα έφερε. Αν απλώς έσταζε σε κάποιο σημείο από το ταβάνι μας, θα μπορούσε να θεωρηθεί κατά κάποιο τρόπο λογικό, αφού σε πολλές κακές κατασκευές, συμβαίνουν παρόμοια πράγματα.
Το να τρέχουν όμως στο σαλόνι ενός διαμερίσματος, όλα τα νερά της βροχής που συγκεντρώνονται στην ταράτσα και να απλώνονται με ορμή μάλιστα αυτά στους χώρους του, αυτό βεβαίως και δεν είναι λογικό.
Μπροστά στον κίνδυνο να γεμίσει το ξύλινο πάτωμα του σαλονιού μας με νερά και να στραγγίζουν μάλιστα αυτά στο διαμέρισμα του σγουρομάλλη γείτονά μου, αυτού δηλαδή που έμενε κάτω από μας όπως σας ανάφερα στα προηγούμενα και μονίμως διαμαρτυρόταν ότι του ρίχνουμε νερά στο δικό του σαλόνι, αυτό καθόλου δεν μου άρεσε.
Αυτός λοιπόν ήταν κι ο λόγος που έλεγα εκείνη την στιγμή στην γυναίκα μου, η οποία ανέβηκε τις σκάλες εν τω μεταξύ και βρισκόταν πίσω μου.
– Φέρε ότι έχεις και δεν έχεις να μαζέψουμε τα νερά, γιατί αν τα αφήσουμε να απλωθούν, βλέπω να παθαίνουμε πολύ μεγάλη ζημιά.
Μέχρι να μου φέρει όμως αυτή, όσα κατσαρόλια είχαμε στο σπίτι μας, πήγα στο μπάνιο εγώ και πήρα το πλαστικό μπανάκι του Κωνσταντίνου μας, το οποίο κι έβαλα στην συνέχεια να μαζεύει τα νερά από το ταβάνι, νομίζοντας βέβαια ότι θα ήταν αρκετό, αλλά τίποτε δεν κατάφερα. Και δεν κατάφερα τίποτε, αφού δεν έτρεχαν νερά μόνον από ένα σημείο, αλλά από το μισό ταβάνι του σαλονιού μας σχεδόν.
Στον νοτισμένο σουβά του ταβανιού μας δηλαδή, σχηματίστηκε μια τεράστια κηλίδα, από την οποία κι έτρεχαν σαν από σουρωτήρι τα νερά στο πάτωμα. Στο κέντρο δε αυτής, υπήρχε σχηματισμένο ένα τεράστιο Π, από τα όρια του οποίου έπεφταν και τα περισσότερα νερά μέσα στο σαλόνι μας.
Κάτω από αυτήν την κηλίδα λοιπόν, τοποθετήσαμε κι εμείς τελικά όλα μας τα σκεύη, πλαστικά και μεταλλικά και τα αφήσαμε εκεί να γεμίζουν από τα νερά της ταράτσας. Μόλις γέμιζε κάποιο από αυτά, το έπαιρνα εγώ και τα άδειαζα μέσα στην μπανιέρα και πάλι το επέστρεφα στην θέση του.
Λέξη δεν αλλάζαμε με την γυναίκα μου, αφού δεν είχαμε χρόνο για κάτι τέτοιο, αλλά και νόημα δεν είχε. Όλο το ενεργητικό μας, ήταν αφιερωμένο στην συλλογή των υδάτων στα σκεύη μας και η μόνη επικοινωνία που είχαμε οι δύο μας, ήταν αυτή που μας ανάγκαζε, να δίνουμε ο ένας στον άλλον κατσαρόλες, ταψιά, κανάτες, κουβάδες, λεκάνες, ακόμη και ανθοδοχεία που εμπλέξαμε στην μεταξύ μας επικοινωνία, προσπαθώντας να μαζέψουμε μέσω αυτών, όσα περισσότερα νερά μπορούσαμε στον ίδιο χρόνο.
Από την ώρα που μπήκαμε εκείνο το απόγευμα στο σπίτι μας όμως και μέχρι να έρθει το επόμενο πρωί, δεν είμαι σε θέση να σας πω, πόσα τελικά από εκείνα τα βρόχινα νερά αδειάσαμε στο μπάνιο μας. Είχαμε γίνει πτώματα από την κούραση όπως καταλαβαίνεται, γι’ αυτό και πολύ χαρήκαμε όταν επιτέλους είδαμε να σταματούν αυτά σιγά, σιγά κι από απλή περιέργεια και μόνον, σηκώσαμε τα κεφάλια μας να δούμε, από πού και γιατί κατέβαιναν τόσα πολλά νερά από την ταράτσα μας.
Αυτό που αντικρίζαμε όμως, ήταν και το ποιο τρελό θέαμα, από αυτά που θα μπορούσε κανείς να υπολογίζει, ότι θα έβλεπε ποτέ σε κάποια περίπτωση της ζωής του. Και ήταν όντως τέτοιο αυτό, αφού μέσα από τις χαραμάδες που άφηναν τα όρια του μεγάλου Π στο ταβάνι μας, βλέπαμε εμείς τον ουρανό.
Ανέβηκα αμέσως επάνω στην ταράτσα, προκειμένου να εξετάσω από κοντά τον λόγο που μας παρουσιάστηκε το Π κι όταν έσκυψα να δω, πώς και με ποιό τρόπο θα μπορούσαν να κλείσουν οι χαραμάδες του, έβλεπα την γυναίκα μου να με κοιτά μέσα από το σαλόνι μας.
Όταν πάλι κατέβηκα κάτω και βρέθηκα ξανά δίπλα από την γυναίκα μου, είδα να μας περιμένει ακόμη μια και πιο τρελή έκπληξη, την οποία βεβαίως και δεν προσέξαμε μέσα στη αγωνία μας να μαζέψουμε τα νερά που έτρεχαν από το ταβάνι μας.
Κι αυτό που δεν προσέξαμε, ήταν ότι μας κοιτούσαν πέντε τεράστιες και διάσπαρτες φούσκες από τον τοίχο της βορινής πλευράς του σαλονιού μας, όπως κι άλλες δυό κι όμοιες με αυτές, από την επιφάνεια της κολόνας, που βρισκόταν ανάμεσα από τις δύο μπαλκονόπορτές μας.
Βλέποντας όλα εκείνα τα περίεργα φαινόμενα, φωναχτά πια έλεγα την σκέψη μου. Αυτό πάλι, τι να είναι άραγε; Με επιφύλαξη και πάλι πλησίασα στην πρώτη από αυτές που βρισκόταν στον τοίχο, ενώ η γυναίκα μου φοβισμένη κάπως τραβήχτηκε πιο πίσω.
Άρπαξα στην συνέχεια έναν κουβά από αυτούς που δεν προλάβαμε ακόμη να μαζέψουμε από το πάτωμα του σαλονιού μας και τον έβαλα να ακουμπά στον τοίχο, αλλά και κάτω ακριβώς από τα όρια της φούσκας που πλησίασα, την οποία και πίεσα με το δάχτυλό μου, αν κι ελάχιστα μπορώ να πω.
Όταν το έκανα όμως αυτό, σκίστηκε η μαλακή επιφάνεια του στόκου που κάλυπτε τον σοβά και σαν σακούλα συγκρατούσε αυτός τα βρόχινα νερά στο εσωτερικό του, τα οποία αμέσως και με πίεση θα έλεγα πετάχτηκαν έξω λόγου το βάρους τους, δεδομένου ότι κατάφεραν να γεμίσουν αυτά τρέχοντας τον κουβά που κρατούσα.
Είναι αλήθεια τώρα, ότι, ούτε κι αυτό το φαινόμενο μπορούσα να καταλάβω. Απορούσα δηλαδή, για το πώς έγινε και διαπέρασαν τα νερά της βροχής, τον εξωτερικό σοβά της τοιχοποιίας. Πως μπόρεσαν να περάσουν μέσα από τα τούβλα που μεσολαβούν και πως συγκρατήθηκαν εκεί από την ελαφρά επίστρωση του στόκου, διαπερνώντας τον εσωτερικό σουβά που κάλυπτε.
Ότι κι αν είχε γίνει όμως, όντως και βρέθηκαν πολλά νερά εγκλωβισμένα μέσα σ’ εκείνες τις σακούλες, οι οποίες ήταν επτά κι από στιγμή σε στιγμή απειλούσαν να σκάσουν και να ρίξουν τα νερά τους μέσα στο σαλόνι μας.
Για να προλάβω αυτό το ενδεχόμενο λοιπόν, τις τρύπησα όλες μια, μια κι όπως έκανα με την πρώτη, τις άδειασα από τα νερά τους. Πίεσα στην συνέχεια τους ξεχειλωμένους στόκους να κολλήσουν πάλι στον υγρό τοίχο κι αφού έκανα το ίδιο και με τις υπόλοιπες, πήγα στο τέλος σ’ εκείνες τις δύο που κάλυπταν την επιφάνια της κολόνας.
Όταν πήγα κοντά τους όμως, διαπίστωσα ότι και οι δυό φούσκες ήταν απείραχτες, αλλά και άδεις από νερά. Ώσο κι αν έψαχνα να τα βρω αυτά απλωμένα πάνω στο ξύλινο πάτωμα του σαλονιού μας, θεωρώντας ότι χύθηκαν από μόνα τους κάτω, πουθενά δεν τα έβλεπα. Το πάτωμα μας σ’ εκείνο το σημείο δηλαδή, ήταν εντελώς στεγνό.
Άλλο πάλι κι αυτό σκέφτηκα. Αφού πάτησα στην συνέχεια κι αυτές τις σακούλες από στόκο να κολλήσουν στην επιφάνεια της κολόνας, έσκυψα μετά κάτω και στο πάτωμα να δω, που ενδεχομένως να πήγαν τα νερά. Για καλύτερα αποτελέσματα όμως, έβγαλα την σανίδα του σουβατεπί κι έκπληκτος τότε έβλεπα, ότι όλα τα νερά ήταν εκεί κι απλωμένα στο γκρο μπετόν, αλλά κάτω από το ξύλινο πάτωμα του σαλονιού μας.
Μαζί με αυτά βέβαια, διαπίστωσα ότι η κολόνα με τις σακούλες, ήταν και από τις τρεις πλευρές της υπενδεδυμένη με γυψοσανίδες κι αυτό την έκανε να παρουσιάζεται με διπλάσια διάσταση, από αυτήν που πραγματικά της είχε δώσει ο εργολάβος της.
Σ’ αυτόν λοιπόν, τον κενό χώρο δηλαδή, κατρακυλούσαν όλα τα νερά που κατέβαιναν από τις σχισμές της ταράτσας κι αφού λίμναζαν στον δικό μας όροφο κάτω από το ξύλινο πάτωμα, κατέληγαν ύστερα και με την ησυχία τους στο σαλόνι του γείτονα μας, ο οποίος βέβαια δικαίως μας έκανε συνεχώς παρατηρήσεις, θεωρώντας ότι εμείς του τα ρίχναμε κι από το δικό μας μπαλκόνι.
Μετά από όλα αυτά, βεβαίως κι ενημέρωσα τον σγουρομάλλη γείτονα μας, για τα καμώματα του εργολάβου στην ταράτσα μας κι αφού τον έβαλα να δει κι αυτός μέσα από το σπίτι μας τον ουρανό, όπως και τον κενό χώρο στην κολόνα από όπου έτρεχαν κρυφά τα νερά της ταράτσας στο σαλόνι του, πήγαμε μαζί μετά να βρούμε τον εργολάβο.
Μας άκουσε αυτός είναι αλήθεια, αλλά και αναιδέστατα μας έλεγε, ότι παρέδωσε πια την οικοδομή κι ότι δεν είχε καμιά ευθύνη για τον λόγο που τα βρόχινα νερά βρήκαν τρόπο να κινούνται κρυφά και να κάνουν ζημιές στα διαμερίσματα.
Μας είπε όμως και το άλλο κουφό. Ότι στο συγκεκριμένο σημείο που εμφανίστηκε το μεγάλο Π στην ταράτσα μας, ήταν η τρύπα από όπου ανέβαινε και κατέβαινε με υλικά το ανεβατόρι μέχρι που να χτιστεί όλη η οικοδομή κι ότι αυτήν την τρύπα, την έκλεισαν όταν πια είχαν τελειώσει όλες οι οικοδομικές του εργασίες.
Το πως όμως ξεκόλλησε το πρόσθετο γκρο μπετόν, από εκεί που έπρεπε να είναι κολλημένο, αυτό βέβαια με τίποτε δεν μπορούσε να μας εξηγήσει, αλλά ούτε και το πώς πέρασαν τα νερά της βροχής από τον εξωτερικό τοίχο στο εσωτερικό του σαλονιού μας μπορούσε να μας δικαιολογήσει.
Αφού λοιπόν δεν μπορούσα να κάνω τίποτε μ’ εκείνον τον περίπου εργολάβο, έκλεισα τις χαραμάδες και μόνωσα λίγο αργότερα την ταράτσα μας. Αλλά και τον εξωτερικό τοίχο μόνωσα στην συνέχεια κι έτσι, ησυχάσαμε εμείς όπως κι ο γείτονάς μας, από τις ζημιές που του προκαλούσαμε εν αγνοία μας.
Δεν ήταν βέβαια δικό μας το διαμέρισμα, αφού το νοικιάζαμε, αλλά, αν δεν το προσέχαμε εμείς που το χρησιμοποιούσαμε, πως θα μπορούσε να το προσέξει ο ιδιοκτήτης του, ο οποίος ζούσε τότε στην Γερμανία;
Μιχάλης Αλταλίκης