Μπήκαμε στον Δεκέμβριο του 1980 εν τω μεταξύ και στον μήνα που από καιρό πριν μας είχε διαμηνύσει ο γυναικολόγος, ότι μάλλον έπρεπε να περιμένουμε την γέννηση του δεύτερου στην σειρά παιδιού μας.
Όπως ήταν φυσικό λοιπόν, όλες εκείνες τις Άγιες μέρες, πριν και μετά τα Χριστούγεννα δηλαδή, τις περάσαμε με δικαιολογημένη κατά κάποιον τρόπο αγωνία, αφού είμασταν απασχολημένοι με το πώς και το πού θα μας έβρισκε η άφιξή του, έστω κι αν καθόλου δεν ξέραμε, αν το παιδί μας ήταν αγόρι, ή κορίτσι.
Το απόγευμα της παραμονής της πρωτοχρονιάς όμως, άρχισε να δέχεται η γυναίκα μου τις γνωστές για τέτοιες περιπτώσεις ενοχλήσεις, οι οποίες και υποκίνησαν τους συγγενείς που μας συμπαραστεκόταν, να μας εκφράζουν χαρούμενοι τις ευχές τους.
– Με το καλό να δεχθείτε το παιδί που σας έρχεται. Και να το δεχτείτε με χαρά αυτό μάλιστα, ότι κι αν είναι. Όπως φαίνεται, ο καλός Θεός σας το στέλνει, είτε στο τέλος του παλιού, είτε στις αρχές του νέου χρόνου που μας έρχεται.
Κι αφού τότε ήταν που δεχθήκαμε τα πρώτα μηνύματα του ερχομού του, πειστήκαμε κι εμείς ότι όντως μας ερχόταν το παιδί και μάλιστα πολύ ποιο γρήγορα από ότι υπολογίζαμε. Μπροστά σ’ αυτό το ενδεχόμενο λοιπόν, κανείς από τους συγγενείς μας δεν ήθελε να μας αφήσει μόνους και καλά έκαναν βέβαια, αφού συνεχώς αυξανόταν οι ενοχλήσεις της γυναίκας μου.
Αργά το βράδυ πια αποφάσισε αυτή να μιλήσει με τον γιατρό της, ο οποίος και της συμβούλεψε να επισκεφτεί αμέσως στην γνωστή μας κλινική, στην οποία κι αυτός θα έφτανε σε λίγο. Ήμασταν έμπειροι θα λέγαμε, αφού είδη είχε κάνει μια γέννα η γυναίκα μου και δεν τα χάσαμε όπως κάναμε την πρώτη μας φορά.
Πήραμε με την ησυχία μας δηλαδή τα σχετικά με την γέννα πράγματα και μετά από λίγο, όντως ξεκινήσαμε για την κλινική, συνοδευόμενοι από τους συγγενείς μας βέβαια, οι οποίοι έτσι όπως μας ακολουθούσαν τρέχοντας πίσω μας με τα δικά τους αυτοκίνητα, θύμιζαν συμμετοχή σε στρατιωτική φάλαγγα.
Όταν τελικά φτάσαμε στην κλινική, έβαλαν αμέσως την γυναίκα μου στον θάλαμο τοκετού κι αφού είχαν ενημερωθεί σχετικά από τον γιατρό μας, την ετοίμασαν κατά το γνωστόν, μέχρι να ολοκληρώσει κι αυτός την άφιξη του.
Με το που έκανε αυτός την εμφάνισή του, μπήκε αμέσως και φορτσάτος μάλιστα στην αίθουσα τοκετού, έξω από την οποία περιμέναμε όλοι εμείς να ακούσουμε από στιγμή σε στιγμή και το πρώτο κλάμα του παιδιού μας.
Μετά από τρεις ώρες περίπου έγινε αυτό βέβαια και στην εισπνοή του 1981. Ακούσαμε μεν εμείς το κλάμα του παιδιού, αλλά αργούσε να βγήκε έξω ο γιατρός προκειμένου να μας το ανακοινώσει κι αυτό μας έκανε να ανησυχούμε. Μας έφαγε η αγωνία δηλαδή, αλλά βγήκε τελικά αυτός έξω και μου έλεγε χαρούμενος.
– Να σου ζήσει ο γιος. Γεννήθηκε φυσιολογικά και είναι πολύ καλά στην υγεία τους, τόσο αυτός, όσο και η μαμά του. Περίμενε λοιπόν και σε λίγο θα δεις να σου τον φέρνουν.
Αυτό πρόσθεσε ο γιατρός και χάθηκε πάλι πίσω από την πόρτα της αίθουσας τοκετού. Χαρήκαμε εμείς το γεγονός κι αφού είδαμε για λίγο το νεογέννητο όπως μας το υποσχέθηκε, μπήκα μετά από λίγο στο δωμάτιο που είχαν την γυναίκα μου, προκειμένου να την συγχαρώ. Μόλις με είδε αυτή να την επισκέπτομαι, έλεγε απογοητευμένη από το αποτέλεσμα, δεδομένου ότι κορίτσι ήθελε να φέρει στον κόσμο.
– Πάλι αγόρι έκανα.
Διασκεδάζοντας την απογοήτευση της, της έλεγα κι εγώ με κατανόηση τα υπόλοιπα.
– Γερό να είναι το παιδί και μη σε νοιάζει τι είναι. Όλα παιδιά του Θεού είναι κι αυτός αποφασίζει για το ποιος θα εμφανιστεί να αντιμετωπίσει αυτήν την ζωή. Ησύχασε λοιπόν τώρα και κοίταζε τον εαυτό σου.
Την επομένη το πρωί, πήγα να ενημερώσω και τους γονείς μου για το ευτυχές γεγονός, δεδομένου ότι δεν μπορούσαν να παραβρεθούν κι αυτοί στην χαρά μας καθώς θα ήθελαν, λόγω του βασανιστηρίου που ζούσε ο πατέρας μου.
Και στο γραφείο μου που έφτασα μετά από λίγο, μου έφεραν την πρωινή εφημερίδα να διαβάσω οι συνάδελφοί μου, στην κοινωνική στήλη της οποίας μου έδειξαν να αναφέρτε το επίθετο του παιδιού μου, ως δεύτερο στην σειρά γεννηθέν την ημέρα της πρωτοχρονιάς.
Το πρώτο παιδί που γεννήθηκε ήταν κοριτσάκι και βγήκε στο κόσμο το πρώτο λεπτό της νέας μας χρονιάς, το 1981 δηλαδή, ενώ το δικό μας αγοράκι, βγήκε τρία λεπτά μετά από αυτό κι έτσι ήταν διπλά δεύτερος. Μια γιατί ήταν δεύτερος στην οικογένειά μας και μια γιατί γεννήθηκε δεύτερος στην σειρά εκείνης της χρονιάς.
Όπως μας το επέβαλαν όμως αυτό η λοχεία, η κλινική κι ο γιατρός μας, έμεινε η γυναίκα μου μαζί με το νεογέννητο για λίγες μέρες ακόμη στην κλινική κι όταν πια ήταν όλα καλά, τους πήρα και τους πήγα στο σπίτι μας.
Μετά από λίγες μέρες βέβαια κι όπως είθισται σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ενταχθήκαμε στα νέα δεδομένα και σ’ αυτά που μας ήθελαν γονείς με δύο παιδιά και με περισσότερες υποχρεώσεις προς αυτά. Χαρήκαμε λοιπόν εμείς, χάρηκαν οι γονείς μας, χάρηκαν και οι συγγενείς μας για το ευτυχές γεγονός κι έτσι, άρχισε πάλι να γεμίζει το σπίτι μας από επισκέπτες.
Ησυχία δηλαδή δεν εύρισκε η γυναίκα μου με όλες εκείνες τις επισκέψεις, αλλά και μας άρεσε να βλέπουμε τους φίλους, γνωστούς και συγγενείς να μας επισκέπτονται, αφού μόνον με αυτόν τον τρόπο μπορούσαν να μας δείξουν αυτοί την αγάπη τους.
Το σπίτι που ενοικιάζαμε όμως, ήταν ακατάλληλο κατασκευαστικά όπως πολλές φορές σας το ανάφερα στα προηγούμενα κι ως τέτοιο, δεν μπορούσε να μας δροσίσει το καλοκαίρι, αλλά ούτε και να μας ζεστάνει μπορούσε τον χειμώνα. Αυτό βέβαια καθόλου άγνωστο δεν μας ήταν, αλλά επειδή μας προέκυψε κάτι κακό μετά από λίγες μέρες, το αποδώσαμε κι αυτό στην πρόχειρη κατασκευή του, θεωρώντας ότι εξαιτίας του κρύωσε το μωρό μας.
Ανησυχήσαμε και μάλιστα πολύ μια μέρα, όταν είδαμε το μικρό σωματάκι του να είναι γεμάτο από κάτι περίεργες κοκκινίλες κι αυτό μας έκανε να καλέσουμε αμέσως τον συγγενή μας παιδίατρο. Εξετάζοντας τον αυτός καθόλου δεν ανησύχησε, αλλά και μας πρότεινε μια περίεργη λύση για την αποθεραπεία τους.
– Τίποτε σοβαρό δεν είναι. Επιβάλλεται όμως να κάνετε καθημερινά μπάνιο το μωρό σας μέσα στο μπανάκι του, αλλά με την συμμετοχή άφθονου πίτουρου στο νερό του.
Τελειώνοντας όμως από αυτό, θέλω να στεγνώνετε καλά το σωματάκι του κι αμέσως μετά να το αλείφετε ολόκληρο με κόκκινο ιώδιο για λίγο καιρό. Θα μιλάμε βέβαια κι από τηλεφώνου, οπότε θα σας πω και τι άλλο θα κάνετε αν χρειαστεί.
Έφυγε ικανοποιημένος ο γιατρός από την κατανόηση που βρήκε, αλλά μετά απ’ αυτές τις οδηγίες, έτρεχα εγώ να φέρνω κάθε τόσο πίτουρα στο σπίτι από τον φούρνο της γειτονιάς μας κι επειδή μετά από το μπάνιο που έπρεπε να κάνουμε στον μικρό μας, τον αλείφουμε όπως είπαμε και με κόκκινο ιώδιο, αυτός ήταν συνεχώς κόκκινος σαν ινδιάνος.
Έγινε καλά όμως με αυτήν την περίεργη θεραπεία κι όπως το ήλπιζε αυτό ο παιδίατρός μας, εξαφανίστηκαν τελικά εκείνες οι κόκκινες κηλίδες από το σωματάκι του. Εξαφανίστηκαν αυτές βέβαια και μαζί με την εξαφάνιση τους, επανήλθε και η δική μας ηρεμία από το άγχος που φορτωθήκαμε, αλλά νέο πρόβλημα μας προέκυψε και μάλιστα από το πρώτο μας παιδί.
Ήταν πέντε χρονών αυτός τότε κι όπως ήταν αναμενόμενο, έχασε τα πρωτεία που κατείχε για πέντε ολόκληρα χρόνια κι όταν το εμπέδωσε αυτό, έδειχνε με περίεργο τρόπο την δυσαρέσκεια του. Δεν πήρε καλά δηλαδή την άφιξη του αδελφού του, με αποτέλεσμα να μετανιώνουμε εμείς, γιατί δεν κάναμε νωρίτερα το δεύτερο παιδί.
Δεν ενοχλούσε βέβαια τον μικρό του αδελφό, αλλά και πολύ δύσκολα έμπαινε στο δωμάτιό του να τον δει έστω. Για να μη πληγώνετε ο εγωισμός του, τον κρατούσε στην αγκαλιά της η γυναίκα μου μέχρι να φροντίσει τον μικρό μας, αλλά μόλις τον άφηνε για λίγο, προκειμένου να κάνει πιο εύκολα τα αναγκαία στον μικρό, έφευγε αυτός από κοντά της και χωνόταν κάτω από τα τραπεζάκια.
Αν και λίγο δύσκολα ομολογώ, αλλά αποδέχτηκε τελικά έστω κι εν μέρει την παρουσία του αδελφού του και κάπως έτσι συμβιβασμένοι, βεβαίως και συνεχίσαμε να αντιμετωπίζουμε την μετέπειτα ζωή μας, όπως κι αν ήθελε αυτή να μας παρουσιαστεί. Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως, πέρασε ο καιρός κι όπως από μικρός συνήθιζα να το κάνω κι αυτό, έκανα πάλι τον απολογισμό της κατάστασής μου.
Ήθελα δηλαδή να συνοψίσω όπως και να εκτιμήσω τα δεδομένα μου. Το που βρίσκεται δηλαδή η κατάστασή μου, τι έχω και τι δεν έχω, πού οδεύω και πως θα αντιμετωπίσω αυτά, που από εμένα περιμένουν την λύση τους.
Έτσι σκεπτόμενος λοιπόν, έλεγα στον εαυτό μου. Έχω ασθενή τον πατέρα μου, ο οποίος βασανίζεται από φρικτούς πόνους κι εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο γι’ αυτόν, εκτός από το να παρακαλώ τον θεό να τον πάρει γρήγορα.
Έχω μια γυναίκα με πολλές υποχρεώσεις και δύο μικρά παιδιά, τα οποία από εμένα περιμένουν να δουν πως θα μεγαλώσουν. Ήμαστε όλοι υγιείς βέβαια, αλλά και δεν απολαμβάνω την οικονομική ευχέρεια που θα ήθελα από την δουλειά. Δεν μπορώ να βρω μια άλλη δουλειά, που να έχει μεν τα δεδομένα προκειμένου να απασχολεί όλες μου τις δυνατότητες, αλλά και να μου αποδίδει τα ανάλογα.
Είμαι χρήσιμος για όλους όπως αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων, αλλά δεν μπορώ να δώσω εγώ στον εαυτό μου αυτά που θέλει, αφού άλλοι είναι αυτοί που πρέπει να εκτιμήσουν την προσφορά μου κι αυτοί, την εκτιμούν όπως θέλουν κι όπως τους συμφέρει. Όσα πάλι επιχείρησα να κάνω εγώ για τον παραπάνω σκοπό, παράλληλα, ή μέσα από την δουλειά μου, προκειμένου να καλυτερεύσω την οικονομική μου κατάσταση, για κάποιο λόγο που δεν μπορώ να κατανοήσω, ποτέ δεν ευδοκιμεί.
Δυσκολεύομαι να συμβιβασθώ είναι αλήθεια, με όσα δεν μου αρέσουν απ’ αυτά που γίνονται γύρω μου κι αυτό είναι κάτι που με κρατάει συνεχώς σκοτισμένο, αλλά εγώ μπορώ και κάνω πολλά και τα κάνω για όλους ανεξερέτως, αν και δεν βρίσκω χώρο ικανό να κάνω το ίδιο και για μένα.
Παράλληλα με αυτά, βασανίζομαι ακόμη από εκείνο το πολύ σοβαρό πρόβλημα της δυσκοιλιότητας, το οποίο από τα παιδικά μου χρόνια επιμένει να με ταλαιπωρεί και δεν λέει να με εγκαταλείψει. Το ίδιο μου ακριβώς συμβαίνει και μ’ εκείνο το πρόβλημα της ανορθογραφίας, το οποίο λόγω κάποιας αδυναμίας δεν μπορώ να αντιμετωπίσω κι ακόμη με υποχρεώνει να αισθάνομαι άσχημα.
Αυτός είναι κι ο λόγος άλλωστε, πού ότι θέλω να γράψω, το γράφω με λατινικούς χαρακτήρες, για να προστατέψω δήθεν τα γραφόμενά μου από τους περίεργους, όπως σε όλους το λέω αυτό ως δικαιολογία.
Και δίπλα από όλα αυτά, ήρθε να μου προστεθεί κι ένα νέο πρόβλημα. Με πονούν δηλαδή και οι πατούσες των ποδιών μου τώρα για κάποιον λόγο και με πονούν τόσο πολύ αυτές, που και τα παυσίπονα που παίρνω προκειμένου να ανακουφιστώ, τίποτε δεν μου κάνουν.
Εξαιτίας τους λοιπόν, ούτε να ησυχάσω μπορώ, αλλά ούτε και σαν άνθρωπος να κοιμηθώ μπορώ. Αυτό βέβαια, δεν γίνεται μόνον από τους πόνους, αλλά κι από την ανεπάρκεια των οικονομικών μου, αφού μονίμως είναι οριακά αυτά κι όχι αρκετά, ώστε να καλύψω και το παραμικρό εκ των αναγκών μου.
Ολοκλήρωσα στεναχωρημένος κατά κάποιον τρόπο κι εκείνον τον απολογισμό, αλλά κι όπως μου συνέβαινε πάντα μετά από κάθε τέτοια κίνηση, έβλεπα ξανά κρατημένη την ίδια σκέψη στο βάθος του μυαλού μου, η οποία σαν φωτεινή επιγραφή ήταν εκεί να μου διαμηνύει περίτρανα, αυτό που αυτονόητο είναι, αλλά και πολύ εύκολα το ξεχνούσα.
– Ναι. Καλά τα λες. Όμως δεν είσαι μόνος σου σ’ αυτήν την ζωή. Είμαι κι Εγώ εδώ.
Ανακουφίστηκα όπως καταλαβαίνεται, βλέποντας για πολλοστή φορά την συγκεκριμένη δήλωση να ερεθίζει φωτεινά το πίσω μέρος το μυαλό μου κι όλες εκείνες οι κακές σκέψεις που το σκότιζαν, χάθηκαν από τον ορίζοντά μου. Μία όμως έμεινε στην θέση της και με ωθούσε, ώστε να πω και πάλι στον γενικό μας διευθυντή των Αθηνών, αυτό που πολλές φορές του έλεγα αλλά και πάντα το κορόιδο έκανε.
Κι αυτό που του έλεγα, ήταν σταθερά και ξεκάθαρα διατυπωμένο. Να μου δώσει δηλαδή την αύξηση που από καιρό μου υποσχόταν, αλλά ποτέ μου δεν την έβλεπα. Μαζί με αυτήν, δεν έβλεπα κι κείνα τα μπόνους που έπαιρναν οι άλλοι προϊστάμενοι στο τέλος της χρονιάς, αλλά όχι εγώ, και κάθε φορά που του τα ζητούσα, με έπαιζαν Πινγκ Πονγκ παρέα με τον Γερμανό διευθυντή μας κι έτσι, ποτέ δεν είχα εγώ αυτό που είχαν οι άλλοι.
Με έστελνε δηλαδή ο γενικός μας στον Γερμανό διευθυντή να μου επιλύσει το θέμα κι εκείνος με την σειρά του με έστελνε στον γενικό μας διευθυντή να πάρει θέση. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που στην πρώτη επίσκεψη που μας έκανε αυτός στα μέσα του Φεβρουάριου της νέας χρονιάς, του υπενθύμισα ξανά το αίτημά μου, όπως και το πόσες φορές αυτός μου το υποσχέθηκε, αλλά και ποτέ του δεν το έκανε.
– Μη στεναχωριέσαι. Μου έλεγε κατευναστικά αυτός. Θα ανέβω μετά από λίγο στο γραφείο σου κι εκεί θα τα πούμε με την ησυχία μας.
Όταν μετά από λίγο ανέβηκε τελικά αυτός στο προσωπικό μου γραφείο, τον ενημέρωσα καθώς είχα υποχρέωση, για όλα όσα έκανα εκείνο το διάστημα, προκειμένου να επιστρέψω στον κατάλογο των πελατών μας, αυτούς που από καιρό πριν μας έφυγαν και δεν ήθελαν να επανέλθουν. Όπως του έδειξα και τους νέους πελάτες που έφερα στην εταιρεία μας ως υπεύθυνος των πωλήσεων τους και μαζί με αυτά, του θύμισα όπως ήταν φυσικό και την υπόσχεσή του.
Ευχαριστήθηκε βέβαια αυτός από το αποτέλεσμα των ενεργειών μου, αλλά και για το θέμα που απασχολούσε εμένα, μου έλεγε τα ίδια.
– Δεν μπορώ να δείξω διαφορετική μεταχείριση σε σένα, γιατί τότε θα σηκωθούν όλοι οι συνάδελφοί σου και θα ζητούν αύξηση πάνω από τα συνήθη κι όπως καταλαβαίνεις, εγώ δεν θέλω να τους την δώσω. Κάνε όμως κάτι άλλο. Όπως αυτό δηλαδή, που κάνουν και οι προϊστάμενοι των άλλων τμημάτων. Πλήρωσε τον εαυτό σου μόνος σου κι όσο θέλεις.
Έπεσα από τα σύννεφα ακούγοντας την λύση που με πρότεινε και με μεγάλη απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό μου του έλεγα τα παρακάτω και κουβέντα πιάσαμε.
– Μα είναι δυνατόν να μου ζητάς κάτι τέτοιο; Είναι καλύτερα για σένα, να σε κλέβω δηλαδή, από το να μου δώσεις αυτά που ούτως ή άλλως απέδειξα ότι τα αξίζω;
– Ναι? Αλλά, αν τα πάρεις μόνος σου, αυτό θα το ξέρω εγώ κι εσύ. Αν σου τα δώσω φανερά, αυτό θα το μάθουν οι υπόλοιποι και τότε θα έρθουν σαν κι σένα να μου τα ζητούν. Αν πάρεις από μόνος σου όμως αυτά που θέλεις, αυτό δεν θα το μάθει κανείς άλλος εκτός από εμένα κι εσένα κι έτσι, το κακό θα είναι λίγο. Δεν το καταλαβαίνεις;
Βεβαίως και καταλάβαινα τι έλεγε, αλλά όση λογική κι αν ήθελε αυτός να τοποθετήσει μέσα σ’ εκείνες τις προσωπικές του σκέψεις, εμένα όντως με αδικούσε. Κι όχι μόνον με αδικούσε, αλλά και πολύ με μείωνε δηλώνοντας, ότι προτιμούσε να με στηρίζει ως εν γνώσει του κλεπταποδόχο, από το να με αξιολογεί δίκαια ως εργαζόμενο, μη τυχών και υποχρεωθεί να αναγνωρίσει αυτός και στους υπόλοιπους εκ των συναδέλφων μου, την δίκαιη οικονομική μεταχείριση που τους όφειλε.
Αυτά σκεπτόμενος λοιπόν, του έλεγα και πάλι με την σειρά μου.
– Δεν θέλω να γίνω κλέφτης για να μην έχεις εσύ το πρόβλημα που μου λες, αλλά και δεν έχω αντικείμενο τέτοιο που να μου επιτρέπει χρηματική συναλλαγή με τους πελάτες μας. Οπότε, εκτός του ότι δεν μπορώ να σε κλέψω, δεν θέλω και να το κάνω.
– Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να ρυθμίσεις το θέμα σου. Γι’ αυτό λοιπόν, ή βρίσκεις τρόπο να πληρωθείς μόνος σου, ή δεν παίρνεις τίποτε. Αλλά γιατί λες ότι θα είσαι κλέφτης, αφού εγώ το ξέρω κι εγώ είμαι αυτός που σου το προτείνει σαν λύση; Ποιον κλέβεις λοιπόν κι από πού;
Βρες εσύ τρόπο να κάνεις αυτό που σου λέω κι εγώ θα το δεχτώ. Μη βγεις όμως και το φωνάζεις, γιατί, για τους ίδιους λόγους που σου εξήγησα λίγο πριν, δεν θα παραδεχτώ ότι σου είπα να κάνεις κάτι τέτοιο. Θα με υποχρεώσεις δηλαδή να τους πω, ότι δεν ξέρω τίποτε από όσα ισχυρίζεσαι. Κατάλαβες;
Κατάλαβα του είπα πικρόχολα κι όπως καταλαβαίνετε κι εσείς, τίποτε δεν έκανα από όσα μου ζήτησε, αφού ούτε τον τρόπο είχα, ούτε και το ήθελα, αλλά και κάτω από αυτές τις συνθήκες ούτε και το εισόδημά μου μπόρεσα να ενίσχυσα όπως πολύ το ήλπιζα.
Μετά από όσα είπαμε λοιπόν οι δύο μας, στο προσωπικό μου γραφείο, έφυγε ο γενικός μας για την Αθήνα κι εγώ έμεινα άφωνος εκεί να σκέφτομαι, όχι μόνον την συμπεριφορά του, αλλά και με ποιόν άλλον τρόπο θα μπορούσα να λύσω εγώ το δικό μου οικονομικό πρόβλημα.
Αυτόν πάλι, δεν μπορούσα να τον κατακρίνω, αφού όπως κάνουν και οι περισσότεροι εκ των ανθρώπων, δεν ήθελε να ζει με βάση το δίκαιο, αλλά με βάση το όπως με συμφέρει. Έτσι συμπεριφερόμενοι όμως αυτοί, καταλήγουν στο τέλος να ζουν επιλεγμένα χωρίς προδιαγραφές. Πρόχειροι δηλαδή, αλαζόνες, εγωιστές, κακοί, καταστροφικοί και προπαντός άδικοι.
Το άδικο βέβαια, μια λέξη σαν όλες τις άλλες είναι, αλλά περιλαμβάνει τα πάντα, αφού όταν κάποιος αδικεί, προκαλεί κακό παντιοτρόπως και προς πάσαν κατεύθυνση, τόσο φανερό όσο και κρυφό. Κι αυτό το κακό, όντως δεν έχει, ούτε σύνορα ούτε και περιορισμούς. Απομακρύνεται μεν για λίγο από την θέση του προκαλούντος, αλλά αμέσως σχεδόν του επιστρέφεται από τον δέκτη και μάλιστα με πολύ και δυσάρεστο γι’ αυτόν τόκο.
Εγώ προσωπικά, έχω δει πολλές φορές την έντοκη επιστροφή της αδικίας προς τους εκάστοτε προκαλούντες κι ομολογώ ότι καθόλου δεν μου άρεσε το αποτέλεσμα της ανεπανόρθωτης ζημιάς που τους προκάλεσε, πράγμα βέβαια, που θα δείτε να σας αναφέρω σε πολλά από τα παρακάτω αναγραφόμενα.
Μιχάλης Αλταλίκης