Η ζωή συνεχίζεται όμως κι όπως κάνουν όλοι σ’ αυτές τις περιπτώσεις, επέστρεψα κι εγώ νηφάλιος την επομένη κιόλας στην δουλειά μου και καθώς είχα υποχρέωση, ανέλαβα αμέσως τις εξειδικευμένες υποχρεώσεις μου βεβαίως, όσο κι αν μου στοίχισε αρκετά ο θάνατος του πατέρα μου.
Επιστρέφοντας λοιπόν στα καθημερινά μου καθήκοντα, δέχτηκα μετά από λίγο καιρό μια ταχυδρομική προκήρυξη μειοδοτικού διαγωνισμού στο γραφείο μου, προερχόμενη από μια πολύ γνωστή και πολύ μεγάλη μονοπωλιακή βιομηχανία της πόλης μας.
Πήρα λοιπόν την προκήρυξή τους στα χέρια μου κι αφού μελέτησα προσεκτικά τα εσώκλειστα αναφερόμενα, διαπίστωνα μετά από λίγο, ότι επρόκειτο για μια αρκετά ενδιαφέρουσα περίπτωση για τις επαγγελματικές επιδιώξεις της εταιρείας μας, δεδομένου ότι το περιεχόμενο της εν λόγω προκήρυξης, αφορούσε την ανάθεση ενός μεγάλου και διεθνούς μεταφορικού έργου, αλλά με μειοδοτικό διαγωνισμό όπως σας είπα.
Θα με χαροποιούσε σε άλλη περίπτωση μια τέτοια προκήρυξη, για τον λόγο ότι προϋπέθετε αρκετές δυσκολίες η ανάθεσή της, τις οποίες βέβαια ευχαρίστως θα ήθελα να αντιμετωπίσω. Αντί αυτού όμως, πήγα αμέσως να την δείξω και στον Γερμανό διευθυντή μας κι αυτά του έλεγα σχετικά με το περιεχόμενό της, αλλά και με την δική μου αντίδραση.
– Δεν θέλω να πάρω μέρος άλλη φορά σ’ αυτούς τους διαγωνισμούς, γιατί όπως κι εσύ το ξέρεις αυτό, μας έρχονται συνεχώς παρόμοιες προκηρύξεις από την συγκεκριμένη βιομηχανία, οι οποίες βέβαια και κατά μια περίεργη σύμπτωση, είναι μονίμως άκαρπες για μας.
Ζητούν βέβαια από εμάς να πάρουμε μέρος στους εκάστοτε διαγωνισμούς τους, αλλά ποτέ δεν μας έδωσαν έστω και μια δουλειά, αν και μονίμως είμαστε κατά πολύ φτηνότεροι από όλους τους άλλους μεταφορείς που συμμετέχουν σ’ αυτήν την διαδικασία.
Ένας από τους όρους που αναφέρεται πάντα στην τελευταία σελίδα των διαγωνισμών τους, τους δίνει το δικαίωμα να αναθέτουν σε όποιον θέλουν αυτοί το εκάστοτε μεταφορικό τους έργο, αδιάφορα για το ποιός τους έδωσε την ποιο συμφέρουσα προσφορά. Κι επειδή ακράδαντα πιστεύω, ότι ζητούν την συμμετοχή μας μόνο και μόνο για προκάλυψη και όχι για να μας δώσουν την δουλειά τους αν το αξίζουμε, αυτή τη φορά τουλάχιστον δεν θέλω θα πάρω μέρος.
Ανακοίνωσα και στους διευθυντές τους την πρόθεσή μου να μην πάρω άλλη φορά μέρος στους διαγωνισμούς τους, όταν για πολλοστή φορά με κάλεσαν αυτοί στα γραφεία τους για τον ίδιο λόγο. Τους είπα και τότε δηλαδή, ότι εμείς πλέον, δεν θέλουμε να ήμαστε τα κορόιδα. Αν εσείς θέλετε να δίνετε τις μεταφορές σας στον ανταγωνισμό μας, να το κάνετε αφού είναι δικαίωμά σας. Το να μας κοροϊδεύετε όμως, δεν θα σας το επιτρέψουμε ξανά.
Άκουσε την τοποθέτηση μου ο διευθυντής μας και θυμωμένος καθώς ήταν κι αυτός με την συμπεριφορά τους, δικαιολόγησε την στάση μου, αλλά και μου πρότεινε να τους την ξαναφρεσκάρω.
– Καλά τους τα είπες. Πήγαινε να τους τα πεις ξανά και μη τους δίνεις καμιά προσφορά. Αν θέλουν να μας δουν σοβαρά, καλώς. Διαφορετικά, ας κάνουν ότι θέλουν. Κορόιδα όμως όπως είπες, δεν είμαστε και δεν θέλουμε να γίνουμε.
Έφυγα ικανοποιημένος από το γραφείο του διευθυντού μας όπως καταλαβαίνετε κι αφού είχα καλές σχέσεις με το διευθυντικό προσωπικό της εν λόγω βιομηχανίας, όντως πήγα να τους δω ξανά, αφού και συχνά πυκνά άλλωστε επισκεπτόμουν τα γραφεία τους.
Και πήγαινα με θάρρος σ’ αυτούς θα έλεγα, αφού από όταν βρισκόμουν στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό ακόμη με χρησιμοποιούσαν, ζητώντας να τους υποδείξω τι και πώς έπρεπε να κάνουν στα εκάστοτε μεταφορικά τους έργα, προκειμένου να τύχουν ασφαλέστερες και οικονομικότερες για την βιομηχανία τους μεταφορές.
Το ίδιο ακριβώς τους έκανα κι όταν ανέλαβα το τμήμα πωλήσεων της εταιρείας μας. Όταν δηλαδή ήθελαν αυτοί να έχουν μια σίγουρη πρώτη γνώμη, για το πόσο θα τους κόστιζε το εκάστοτε μεταφορικό τους έργο, από αυτά δηλαδή που κάθε τόσο τους προέκυπταν, τότε καλούσαν εμένα στα γραφεία τους να τους πω, το ποσό που χοντρικά τουλάχιστον έπρεπε να υπολογίζουν.
Το οξύμωρο όμως σ’ αυτήν την περίπτωση ήταν, ότι, ενώ σε μας έτρεχαν να ενημερωθούν προκειμένου να σιγουρευτούν για το εκάστοτε κόστος μεταφοράς τους, το μεταφορικό τους έργο το ανέθεταν προκλητικά μόνον και πάντοτε στην ίδια ανταγωνίστρια σε μας εταιρεία.
Αφού γινόταν συστηματικά πια αυτό, άρχισα κι εγώ να κάνω και με το δίκαιο μου παρατηρήσεις στην εν λόγω βιομηχανία για την κακή τους συμπεριφορά, πράγμα που έκανα και την προηγούμενη φορά, όταν πήγα αρκετά ενοχλημένος να τους δω, αλλά και να τους διαμαρτυρηθώ.
Τους τα είπα καθαρά και ξάστερα τότε κι έξω από τα δόντια μάλιστα τους ανάφερα, ότι καθόλου δεν μου αρέσει αυτό που κάνουν κι ότι είναι εντελώς απαράδεκτη η συμπεριφορά τους. Ότι μάλλον μεροληπτούν κι εσκεμμένα μάλιστα. Ότι αυτό που κάνουν δηλαδή, το κάνουν γνωρίζοντας ότι κινούνται οικονομικά ευχάριστα μεν γι’ αυτούς, αλλά εις βάρος της βιομηχανίας για την οποία εργάζονται.
Αυτοί βέβαια επέμεναν να μου λένε ότι ήταν δικαίωμα τους, το που θα δίνουν τις μεταφορές τους, αλλά και δεν μπορούσαν να αρνηθούν το γεγονός, ότι τους προέκειπτε μια πολύ σημαντική οικονομική διαφορά, συγκρίνοντας την δική μας προεκτίμηση, με το κόστος μεταφοράς που τους προέκυπτε στο τέλος.
Μου υποσχέθηκαν βέβαια κάποια στιγμή, ότι θα μελετούσαν ξανά την περίπτωσή μας, αλλά κι έμαθε η ανταγωνίστρια σε μας εταιρεία τις διαμαρτυρίες που τους έκανα και κάτω από αυτήν πίεση, αποφάσισε να αλλάξει αυτή τρόπο συμπεριφοράς στην συνέχεια.
Έκανε δηλαδή αυτό που μονίμως επέλεγε να κάνει και σε άλλες επιχειρήσεις, αλλά και σε όλες τις περιπτώσεις που αντιμετώπιζε. Έδινε μεν φαινομενικά φτηνότερες από μας προσφορές στην εν λόγω βιομηχανία για κάθε μεταφορικό της έργο, ώστε να μη μου δίνουν αφορμές για διαμαρτυρίες, αλλά κι εξαιτίας αυτού, έπαιρνε τις δουλειές τους νόμιμα θα λέγαμε πλέον.
Εκ των υστέρων όμως, έτρεχε στα δικαστήρια την βιομηχανία και με την ανοχή αυτής, διεκδικούσαν δικαστικά την διαφορά που τους προέκυπτε και με αυτόν τον απαράδεκτο τρόπο, έπαιρναν πολλά περισσότερα χρήματα από αυτά που αρχικά τους προσέφεραν κι όλως περιέργως, τους τα έδινε η βιομηχανία.
Δεν ήξερα τους λόγους που ανάγκαζαν τα διευθυντικά της στελέχη να ανέχονται αυτή την τακτική κι επειδή μας προσέβαλε αυτή η αντιμετώπιση σαν ανθρώπους, αλλά και σαν εταιρεία, έφτασα στο σημείο να πάω εκείνη την η μέρα με την νέα τους προκήρυξη στα χέρια κι όντως τους απείλησα πλέον, ότι θα πάω στα μέσα ενημέρωσης και θα αναφέρω αυτά που κάνουν εις βάρος της βιομηχανίας τους.
Μη μπορώντας να κάνουν διαφορετικά λοιπόν αυτοί, αναγκάστηκαν να κάνουν τίμιους διαγωνισμούς πλέον κι εξαιτίας αυτού, μπήκαμε ισότιμα στις δουλειές τους κι επειδή εμείς είχαμε πάντοτε σταθερό κόστος, από την πρώτη εκτίμηση μέχρι και το τελικό κόστος μεταφοράς, μας έδωσαν όλες τις δουλειές τους μετέπειτα.
Στην προσπάθειά τους να μας βγάλουν ξανά έξω από αυτήν την δουλειά οι ανταγωνιστές μας, υπερεκτιμώντας τον εαυτό τους, έκαναν πολλές λανθασμένες εκτιμήσεις και μ’ αυτόν τον τρόπο έπαιρναν μερικές δουλειές, αλλά αυτό τους στοίχιζε πολλά, γιατί δεν μπορούσαν πλέον να διεκδικούν δικαστικά τις διαφορές που τους προέκυπταν από τα δικά τους λάθη.
Ωστόσο όμως, όλοι εκείνοι οι υπάλληλοι της εν λόγω βιομηχανίας, ήταν διορισμένοι εκεί από τα κόμματα και πολύ λίγοι από αυτούς ήξεραν να κάνουν κάτι. Αυτοί που εργαζόταν και ήξεραν τι έκαναν, δεν ήταν περισσότεροι από δέκα, αν και μαζί με αυτούς, δήλωναν την παρουσία τους ως εργαζόμενοι εκεί, διακόσιοι πενήντα άνθρωποι.
Όλοι αυτοί λοιπόν, μοιραζόταν μια καρέκλα ανά τέσσερις υπαλλήλους κι επειδή δεν μπορούσαν να κάθονται σ’ αυτήν όλοι μαζί, καθόταν ένας, ένας όσο οι υπόλοιποι έκαναν άσκοπες βόλτες δεξιά και αριστερά στην αγορά της πόλης μας.
Συζητούσαν πολιτικά εκεί κι όπου βρισκόταν κι όταν μετά από πολλές ώρες επέστρεφαν πάλι στα γραφεία τους κουρασμένοι κι έβρισκαν να κάθεται άλλος στην μοναδική καρέκλα, έφευγαν πάλι για το πουθενά. Όπως καταλαβαίνετε, δεν ήταν εκεί όλοι αυτοί για να προσφέρουν κάποιο έργο στην βιομηχανία, αλλά για να βολευτούν από τα κόμματα, τα οποία τους χρησιμοποιούσαν για τους δικού τους σκοπούς όταν γινόταν εκλογές.
Αυτοί δε, προκειμένου να ευχαριστήσουν τους πραγματικούς εργοδότες τους, έτρεχαν τις νύχτες στους δρόμους της πόλης μας, χωρισμένοι σε ομάδες και σε κόμματα, με σκοπό να κολλούν τις αφίσες του κόμματος που υποστήριζαν. Φορτωμένοι δε με ρόπαλα, αλυσίδες και άγριες διαθέσεις, αντιμετώπιζαν ανάλογα τους γνωστούς και αγνώστους που τολμούσαν να κατεβάσουν τις αφίσες τους, από όπου κι αν αυτοί τις κρεμούσαν.
Για να μη συναντηθούν όμως κάπου και σκοτωθούν μεταξύ τους συνάδελφοι όντες, αφού ανήκαν σε διαφορετικά κόμματα, εκ των προτέρων κι από κοινού οι συνδικαλιστές των κομμάτων τους προγραμμάτιζαν, σε ποιο δρόμο θα κινείται το κάθε κόμμα την μια νύχτα και σε ποιον δρόμο την άλλη, ώστε να αποφύγουν τα μεταξύ τους έκτροπα.
Με τέτοια κριτήρια επιλογής εργαζομένων σε ένα χώρο, δεν χρειάζεται οι εργαζόμενοι να ξέρουν κάποια δουλειά κι επειδή αυτοί που ήξεραν να δουλεύουν ήταν λίγοι, λογικά δεν μπορούσαν να τα ξέρουν όλα. Και πως να ήξεραν μάλιστα κάτι, από αυτό το εξειδικευμένο αντικείμενο της διεθνούς μεταφοράς; Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που το εκάστοτε μεταφορικό τους έργο, το ανέθεταν εκεί, όπου είχαν προφανώς εντολή να το δώσουν, για να μην πω τίποτε άλλο.
Τους βρήκα χουντικούς αυτούς. Τους είδα να γυρίζουν όλοι με το πρώτο κόμμα σε ψηφοφόρους και ήταν κυβέρνηση τότε και στην συγκεκριμένη περίοδο, τους έβλεπα να είναι φανερά διασπασμένοι ποσοστιαία και ανάλογα με το δυναμικό του κόμματος που τους έβαλε να είναι εκεί ως δήθεν εργαζόμενους.
Επειδή όμως αυτοί οι κομματικοί υπάλληλοι δεν είχαν ιδέα από τίποτε όπως κι από τις μεταφορές κι επειδή φοβόταν μη βρεθούν υπόλογοι από όσα πείστηκαν ότι πρέπει να προσέχουν, με είχαν εκεί καθημερινά ώστε να τους προστατεύω από τα δικά τους λάθη, ή από τις πονηριές όσων εκμεταλλευόταν την άγνοιά τους.
Δεδομένου δε, ότι ποτέ δεν έπεσα έξω σε καμιά από τις προβλέψεις κι από τις εκτιμήσεις που τους έκανα, με εμπιστευόταν τόσο, που πολλές φορές τα διευθυντικά τους στελέχη μου έκαναν πρόταση να μεταπηδήσω στην βιομηχανία τους, αναλαμβάνοντας θέση προϊσταμένου στο αρμόδιο τμήμα, αφού έβλεπαν ότι από τις συμβουλές μου όντως κέρδιζαν πολλά χρήματα.
Είχα την δουλειά μου όμως εγώ και πληρωνόμουν σχετικά καλά ως ιδιωτικός υπάλληλος, οπότε δεν μπορούσα να εγκαταλείψω την θέση μου και να γίνω δημόσιος υπάλληλος. Αυτό δε, ποτέ δεν ήταν τιμητικό για έναν εργαζόμενο με αξιώσεις, γι’ αυτό και δεν δεχόμουν την προσφορά τους. Εκτός αυτού, θα έπρεπε να συμβιβαστώ και με μια αμοιβή δημοσίου υπαλλήλου, η οποία ήταν τότε μικρότερη κι από το εν τρίτο των δικών μου αποδοχών.
Δεν ήταν και πολύ λογικό λοιπόν, να έκανα μια τέτοια κίνηση, αλλά και μονίμως ήμουν δίπλα τους, προκειμένου να διαφυλάξω τα συμφέροντα της βιομηχανίας που αυτοί υπηρετούσαν. Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως, πλησιάζαμε προς το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς κι όπως το είχαμε προγραμματίσει κι αυτό, έπρεπε να βαπτίσουμε το δεύτερο παιδί μας.
Κι αφού έτσι το κανονίσαμε, στις αρχές του Ιουλίου και σύμφωνα με την από καιρού πριν δηλωθείσα επιθυμία του, βάπτισε τον μικρό μας, ο πολύ καλός φίλος και συνάδελφός μου.
Κάναμε λοιπόν την βάπτισή του με κάθε επισημότητα κι Αλέξανδρο τον ονομάτισε ο ανάδοχός του. Χαρήκαμε γι’ αυτό και για το όνομα που απέκτησε, αλλά και δεν μπορέσαμε να αποβάλουμε από πάνω μας, την σκίαση της λύπης που μας προκαλούσε η απουσία του εκλιπόντος πατέρα μου.
Μιχάλης Αλταλίκης