Μένοντας λοιπόν, έστω και περιστασιακά στο σπίτι του πεθερού μου, κατ’ ανάγκη συμμετείχαμε και στην εξέλιξη της δικής του υγείας, η οποία όπως είπαμε ήταν υπό στενή ιατρική παρακολούθηση, γι’ αυτό κι ο καρδιολόγος του, συχνά πυκνά του έκανε κατ’ οίκον επισκέψεις. Κι αφού πραγματικά ανησυχούσα κι εγώ για την υγεία του, έμενα σε επιφυλακή θα έλεγα τα απογεύματα κλεισμένος στο σπίτι και ήμουν έτοιμος εκεί να τον συμπαρασταθώ, όταν κι αν τυχόν το χρειαζόταν.
Για να περάσουν όμως εκείνες οι απογευματινές ώρες κάπως δημιουργικά άρχισα να γρατζουνάω μια μικρή κιθάρα που μου διέθεσε ο νεαρός τότε κουνιάδος μου, αν και ποτέ δεν έμαθα να την χειρίζομαι. Ένα τέτοιο απόγευμα λοιπόν και την ώρα που έπαιζα εγώ με την κιθάρα κι ο πεθερός μου ξάπλωνε στο δωμάτιό τους, του παρουσιάστηκε ξαφνικά ένα ισχυρό ισχαιμικό σύνδρομο.
Από τον πόνο που είχε στο στήθος του ο άνθρωπος, έτρεμε ολόκληρος και τόσο πολύ μάλιστα που η πεθερά μου του κρατούσε τα πόδια όπως έβλεπα, νομίζοντας ότι έτσι θα τον ηρεμούσε. Κι ενώ εμείς περιμέναμε τον καρδιολόγο του, αφού τον καλέσαμε, ο πεθερός μου επέμενε να σηκωθεί από το κρεβάτι του και να πάει προς το μπάνιο τους.
Είχε τάση προς εμετό μας έλεγε, όπως και τάση για διάρροια. Δεν ξέραμε εμείς τι υποδήλωναν εκείνα τα συμπτώματα κι αφού αυτός επέμενε να σηκωθεί, τον βοηθήσαμε τελικά ώστε να φτάσει στο μπάνιο τους για τους παραπάνω λόγους
Όταν ήρθε τελικά ο γιατρός, τον βρήκε να βρίσκεται ακόμη όρθιος μέσα στο μπάνιο κι αφού τον βγάλαμε από εκεί, τον βάλαμε να ξαπλώσει στο κρεβάτι του όπως μας υπέδειξε ο γιατρός κι αμέσως σχεδόν του έκανε το πολύ γνωστό σε όλους μας καρδιογράφημα. Αφού το μελέτησε στην συνέχεια, μας ανακοίνωσε ότι τίποτε το ανησυχητικό δεν έβλεπε σ’ αυτό κι αφού έτσι έδειχνε το καρδιογράφημα του, συνέστησε την ίδια συνταγή στον πεθερό μου. Ξάπλα στο κρεβάτι του δηλαδή και ησυχία.
Από όσα μας έδειξαν όμως μετέπειτα τα πράγματα, καθόλου αρκετή δεν εκείνη η συνταγή που υπαγόρευε ξάπλα μόνο και χαλάρωση στο κρεβάτι του, αφού ακολούθησαν πολλές ακόμη ενοχλήσεις στο ίδιο απόγευμα αλλά στο βράδυ που μας πλησίασε γρήγορα. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που ανήσυχος πλέον για την κατάσταση του, ζήτησε να ενημερώσουμε τον συνεταίρο του.
Με το που ενημερώθηκε αυτός, αμέσως ήρθε να τον επισκεφτεί κι όταν είδε την ανήσυχη στάση του, αλλά και την κακή διάθεση του πεθερού μου, κάλεσε έναν γνωστό του νοσοκομειακό καρδιολόγο γιατρό να τον εξετάσει, ο οποίος μάλιστα, αμέσως σχεδόν έκανε την εμφάνισή του. Κι αφού μελέτησε μαζί με τα δικά του και το καρδιογράφημα που μας άφησε πριν από λίγο ο άλλος γιατρός, μας έλεγε ανήσυχος.
– Από όσα βλέπω εδώ, διαπιστώνω ένα κραυγαλέο έμφραγμα κι απορώ πως δεν το είδε ο συνάδελφός μου. Είναι τέτοιο μάλιστα αυτό, που επιβάλει την άμεση κλινική παρακολούθηση του ασθενούς.
Μετά από κείνη την δήλωση, μεταφέραμε αμέσως τον πεθερό μου σε μια κλινική που ο νοσοκομειακός γιατρός μας υπέδειξε, όπου κι εξετάστηκε επισταμένως εκεί από τα εξειδικευμένα τους μηχανήματα. Όταν μετά από κάμποση ώρα βγήκαν τα αποτελέσματα των εξετάσεων του, μας είπαν οι γιατροί της κλινικής, ότι όχι μόνον κραυγαλέο έμφραγμα ήταν αυτό που έπαθε ο πεθερός μου, αλλά κι ότι αυτό ήταν οπίσθιο εμπρόσθιο έμφραγμα μυοκαρδίου όπως μας το ονόμασαν.
Κι αφού αυτά έδειξαν οι εξετάσεις του, υποχρεωτικά πλέον έπρεπε να μείνει για λίγες μέρες στην εν λόγω κλινική, όπου και του έδωσαν νέα αγωγή φαρμάκων. Μετά το πέρας των προσδιορισμένων ημερών, επέστρεψε ήσυχος θα λέγαμε στο σπίτι του, αλλά με την σύσταση των γιατρών, να μην κινείται πολύ και να μην ασχολείται πλέον καθόλου με τις υποθέσεις της δουλειάς του.
Από όσα εξηγούσαν και σ’ εμάς όμως αυτοί και ιδιαιτέρως μάλιστα, η καρδιά του ήταν σχεδόν νεκρή, χωρείς τις κινήσεις του μυοκαρδίου του κι ότι σ’ αυτήν, το μόνο που δούλευε, ήταν μία από τις βαλβίδες της. Με μια βαλβίδα μόνον όπως μας εξηγούσαν, δεν θα μπορούσε η καρδιά του να ανταπεξέλθει τις ανάγκες του σώματός του, γι’ αυτό κι έπρεπε να ξέρουμε, ότι από στιγμή, σε στιγμή, κινδυνεύει να μείνει στον τόπο κι από το παραμικρό αίτιο μάλιστα.
Μετά κι από αυτά τα δεδομένα λοιπόν, για κανένα λόγο δεν μπορούσα να λείπω από το σπίτι του τα απογεύματα, αφού ανά πάσα στιγμή, μπορούσε να μας προκύψει οτιδήποτε, ακόμη και το τέλος του. Μέχρι και τότε όμως, δεχόμασταν επισκέψεις των φίλων μας στο σπίτι του αφού κι αυτός το ήθελε, αλλά αφ’ ότου επέστρεψε από την κλινική, ούτε και σ’ αυτούς επιτρέπαμε επισκέψεις εκείνο το διάστημα, οπότε χάσαμε εντελώς πλέον την επαφή μαζί τους.
Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που κανείς από αυτούς δεν ήρθε στην γιορτή μου εκείνη την χρονιά, πράγμα που στεναχώρησε βέβαια τον πεθερό μου, αλλά και δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Η αλήθεια τώρα είναι, ότι είδαμε πολλούς καρδιολόγους γιατρούς στην συνέχεια, όπως και αναζητήσαμε λύση επέμβασης στην καρδιά του, αλλά κανείς από αυτούς δεν συνιστούσε επέμβαση σ’ εκείνη την σακατεμένη καρδιά όπως την χαρακτήριζαν, γι’ αυτό και περιμέναμε να δούμε, πως θα εξελισσόταν πλέον η κατάσταση του.
Πέρασε όμως αρκετός καιρός από τότε που έπαθε ο πεθερός μου το εμπρόσθιο οπίσθιο έμφραγμα κι ο νέος καρδιολόγος του, αυτός δηλαδή που ανέλαβε να τον παρακολουθεί στενά πλέον, ερχόταν συχνά στο σπίτι του για τους παραπάνω λόγους. Κι όχι μόνον αυτός ερχόταν, αλλά κι εμείς πηγαίναμε κατά διαστήματα στο ιατρείο του όταν ήθελε να τον εξετάσει εκεί ο γιατρός με τον σπινθηρογράφο του, οπότε έβλεπα κι εγώ την καρδιά του να στέκει όντως νεκρή, αφού δεν έκανε καμιά κίνηση.
Κι όπως μου το έδειχνε εκεί ο γιατρός, όντως μόνον μια από τις βαλβίδες της καρδιάς του φαινόταν να λειτουργεί και πράγματι αυτή έκανε την δουλειά που αδυνατούσε να κάνει η νεκρή καρδιά του. Όπως μπορείτε να καταλάβετε λοιπόν, συνεχώς παρακολουθούσαμε την εξέλιξη της υγείας του κι επειδή αυτή έδειχνε να είναι σταθερή, μας καθησύχαζε αυτό, αν κι ο φόβος ποτέ δεν μας εγκατέλειπε, αφού με το παραμικρό όπως μας είπαν οι γιατροί και ανά πάσα στιγμή, θα μπορούσε να του συμβεί το μοιραίο.
Πονούσε πολύ όμως ένα απόγευμα πάλι κι όταν βρήκα τον θεράποντα γιατρό του, μου πρότεινε να καλέσω ασθενοφόρο και με αυτό να τον μεταφέρω στην κλινική που πριν από καιρό είχε νοσηλευτεί. Επειδή ανησυχούσε όμως μη τυχών και μας μείνει στο σπίτι περιμένοντας το ασθενοφόρο, με παρότρυνε να τον μεταφέρω εγώ εκεί και μάλιστα όσο ποιο γρήγορα μπορούσα κι όπως μου το υποσχόταν, αμέσως θα ερχόταν να με συναντήσει.
Εγώ για την ακρίβεια, έτσι κι αλλιώς οδηγούσα γρήγορα στους δρόμους, αλλά εκείνη ιδικά την ώρα και κάτω από τον φόβο μη μου μείνει στο αυτοκίνητο ο πεθερός μου, δεν έτρεχα. Πετούσα θα έλεγα, αλλά και μια στον δρόμο έβλεπα, μια στον πεθερό μου. Έτσι ενεργώντας λοιπόν, διαπίστωσα κάποια στιγμή, ότι καθόλου δεν αντιδρούσε. Τον σκουντούσα στην προσπάθειά μου να δω, μήπως κι αντιδράσει, αλλά τίποτε. Όταν μετά από δέκα λεπτά έφτασα στην κλινική, είδα να μας περιμένουν κάτω και στην είσοδό της οι γιατροί, οπότε και τον πέρασαν αμέσως στην εντατική.
Τον εξέτασαν πολύ προσεκτικά εκεί κι επειδή δεν έμειναν ικανοποιημένοι από τα αποτελέσματα της εξέτασης που του έκαναν, προχώρησαν αμέσως στην μηχανική υποστήριξη, όπως μου εξηγούσε ο γιατρός του λίγο μετά από την άφιξη του κι αυτά μου έλεγε στεναχωρημένος.
– Άσχημα τα πράγματα. Σου έμεινε στον δρόμο και χαμπάρι δεν το πήρες. Η αδύναμη καρδιά του, έπαψε να στέλνει αίμα στον εγκέφαλο του κι αφού έπαψε αυτός να αιματώνεται για όσο χρονικό διάστημα καθυστέρησες εσύ την άφιξη του, εμείς τώρα, τίποτε δεν μπορούμε να του κάνουμε.
Ένοιωσα άσχημα εκείνη την στιγμή, συναισθανόμενος το ενδεχόμενο να έπεφταν ευθύνες πάνω μου, για την καθυστέρηση που βεβαίως δεν έκανα, γι’ αυτό και πειραγμένος κατά κάποιο τρόπο έλεγα στον γιατρό.
– Για στάσου ρε γιατρέ. Αν περίμενα να έρθει το ασθενοφόρο, θα ήμασταν ακόμη στο σπίτι κι εγώ δεν έκανα ούτε δέκα λεπτά μέχρι να τον φέρω εδώ, πως λες ότι καθυστέρησα την άφιξη του;
– Δεν είναι ότι άργησες να τον φέρεις εσύ εδώ. Εσύ τον έφερες πολύ γρηγορότερα από ότι θα μπορούσε να τον φέρει το ασθενοφόρο. Άλλωστε εγώ σου είπα να μην το περιμένεις. Αλλά να. Στο χρονικό διάστημα που εσύ τον έφερνες εδώ, σταμάτησε η καρδιά του να στέλνει αίμα στον εγκέφαλο του όπως σου είπα κι αυτό καθόλου καλό δεν ήταν για τον ασθενή. Περίμενε όμως τώρα να δούμε τι θα γίνει και καλό θα είναι να είσαι προετοιμασμένος για όλα.
Μετά κι από αυτά που είπαμε οι δυό μας, μπήκε κι αυτός στην εντατική και πίσω από αυτόν πήγα κι εγώ να δω τι γινόταν κι όπως μου έλεγαν εκεί οι γιατροί της κλινικής, καθόλου δεν αντιδρούσε ο πεθερός μου. Έβλεπαν συνεχώς μια προς το μόνιτορ και μια προς τον ασθενή τους κι όταν κοιτούσαν αυτόν, κουνούσαν το κεφάλι τους απογοητευμένοι όπως παρατηρούσα. Τον χάσαμε, άκουσα να λένε κάποια στιγμή μεταξύ τους κι αφού γύρισαν προς το μέρος μου, έλεγαν και σ’ εμένα, όσο πιο σοβαρά μπορούσαν να μου το πουν.
– Δυστυχώς για τον πεθερό σου, δεν άντεξε η καρδιά του. Όπως όμως ήξερες και συ, χάρη του έκανε αυτή τόσον καιρό και τον κρατούσε ζωντανό. Αν κατάλαβες καλά λοιπόν, μας άφησε ο πεθερός σου. Φρόντισε τώρα να τον απομακρύνεις από εδώ και το συντομότερο μάλιστα, γιατί θα δυσανασχετούν οι υπόλοιποι ασθενείς.
– Μα αφού το μόνιτορ δείχνει, ότι χτυπάει η καρδιά του, γιατί λέτε ότι πέθανε;
– Δεν είναι η καρδιά του αυτή που βλέπεις να χτυπάει εκεί, αλλά το μηχάνημα που τον υποστηρίζει. Πέθανε ο πεθερός σου, γι’ αυτό και πρέπει να τον αποσυνδέουμε εμείς από το μηχάνημα. Για να το κάνουμε όμως αυτό, θέλουμε την υπογραφή του συγγενούς που τον συνοδεύει κι όπως πολύ καλά άκουσες, δεν έχεις χρόνο ώστε να το σκεφτείς περισσότερο. Βάλε μας την υπογραφή σου λοιπόν και πάρε γρήγορα τον πεθαμένο πεθερό σου από εδώ.
Εκείνη την στιγμή, μπήκε κι ο συνεταίρος του πεθερού μου στην εντατική ο οποίος κι άκουσε πολύ καθαρά αυτά που μου έλεγαν οι γιατροί. Κι αφού έτσι είχαν τα πράγματα, μου έλεγε κι αυτός με την σειρά του.
– Εσύ είσαι ο πλησιέστερος συγγενής του νεκρού κι εσύ πρέπει να υπογράψεις για όσα θέλουν οι γιατροί. Κι αφού εσύ είσαι ο συγγενής του, εσύ έπρεπε να βγεις και να πεις στην γυναίκα σου, όπως και στην πεθερά σου, ότι πέθανε τελικά ο άνθρωπός τους.
Μετά κι από αυτήν την στιχομυθία, έφυγαν όλοι μέσα από την εντατική και με άφησαν μόνο με τον πεθαμένο πεθερό μου, έως ότου σκεφτώ εγώ, πως θα έκανα αυτά που μου ζητούσαν. Κοίταζα λοιπόν και ξανακοίταζα εν τω μεταξύ και πολλές φορές μάλιστα το μόνιτορ, μήπως και διακρίνω να υπάρχει κάποια διαφοροποίηση σ’ αυτό, όπως ενδόμυχα ήλπιζα κι επειδή δεν την έβλεπα, δεν έπαιρνα και την απόφαση να κάνω όσα μου ζητούσαν οι γιατροί.
Μου ήταν πολύ δύσκολο να υπογράψω εγώ την αποσύνδεση του από το μηχάνημα κι άλλο τόσο μου φαινόταν δύσκολο, να κάνω εκείνη την ανακοίνωση στην γυναίκα μου και στην πεθερά μου, οι οποίες ήταν έξω μαζί με την αδελφή του πεθερού μου και περίμεναν να τους πω τι γίνεται.
Επέστρεψαν οι γιατροί μετά από λίγο προκειμένου να εξετάσουν τον λόγο που εγώ καθυστερούσα να κάνω αυτά που μου είπαν, γι’ αυτό και βρήκα την ευκαιρία να τους πω αυτό που σκέφτηκα.
– Πριν ή κάνω εγώ όσα μου είπατε, θέλω να φέρετε ένα νευρολόγο γιατρό εδώ και να εξετάσει αυτός τον πεθερό μου, γιατί με την υπογραφή που μου ζητάτε να σας βάλω, αισθάνομαι ότι εγώ υπογράφω και την καταδίκη του.
Κι επειδή άκουσα να λέτε εσείς κάποια στιγμή, ότι καλό θα ήταν να τον εξετάσει κι ένας νευρολόγος, λέω λοιπόν να ζητήσω την εξέτασή του κι αν αυτός με βεβαιώσει, ότι όντως είναι πεθαμένος, τότε θα κάνω κι εγώ όσα μου ζητάτε. Όταν άκουσε ο αρχίατρος της κλινικής, να τους θέτω την απαίτηση μου, μου έβαλε τις φωνές.
– Τι είναι αυτά που μας ζητάς τώρα; Γιατί χρειάζεσαι την βεβαίωση του νευρολόγου, την στιγμή που ξέρεις ότι ο εγκέφαλος του ασθενούς έμεινε για είκοσι λεπτά τουλάχιστον χωρίς να αιματώνεται; Δεν κατάλαβες ακόμη, ότι εξαιτίας αυτού, είναι τώρα πεθαμένος; Πεθαμένος είναι λοιπόν. Το καταλαβαίνεις; Ναι ή όχι;
Αυτά μου έλεγε αγανακτισμένος ο αρχίατρος κι όσο επέμενε αυτός, άλλο τόσο επέμενα κι εγώ. Έσκασαν αυτοί μπροστά στην δική μου επιμονή, γι’ αυτό κι αναγκάστηκαν στο τέλος να καλέσουν έναν νευρολόγο καθηγητή, αλλά δεν έβρισκαν διαθέσιμο. Όταν μετά από αρκετή ώρα πια βρήκαν επιτέλους κάποιον, ήρθε αυτός στην κλινική μετά από μισή ώρα κι αμέσως άρχισε να εξετάζει τον πεθερό μου και μάλιστα παρουσία μου.
Ικανοποιήθηκα εγώ από την εξέταση που είδα να του κάνει, γιατί με την βελόνα μιας παραμάνας που είχε στα χέρια του, έσκιζε σχεδόν το δέρμα του πεθερού μου, σέρνοντας την με δύναμη πάνω στα ευαίσθητα σημεία του σώματος του. Τον έξυσε λοιπόν στις μασχάλες του, στις πατούσες, ανάμεσα από τα πόδια του κι όπου αλλού ήξερε αυτός ότι έπρεπε, αλλά ο πεθερός μου δεν έλεγε να αντιδράσει. Όταν τελείωσε την εξέταση του ο καθηγητής, έλεγε κι αυτός σ’ εμένα ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα.
– Μετά από αυτά τα ξυσίματα που είδες να του κάνω και πεθαμένος να ήταν, θα σηκωνόταν επάνω και θα μας έβριζε από τον πόνο που του προκάλεσα. Όπως όμως παρατήρησες κι εσύ, αυτός είναι παραπάνω από πεθαμένος.
Γυρίζοντας μετά προς τους γιατρούς που τον παρακολουθούσαν με πολύ προσοχή ομολογουμένως, τους ανακοίνωνε την εξειδικευμένη ιατρική του άποψη.
– Όπως το είδατε κι εσείς, καμία αντίδραση δεν είχε ο νεκρός. Τραβήξτε λοιπόν τα καλώδια κι αφήστε τους συγγενείς του να φροντίσουν για τα περαιτέρω. Και το λέω μετά βεβαιότητας αυτό, γιατί ακόμη και θαύμα να γίνει για κάποιο λόγο κι εξαιτίας αυτού επιστρέψει αυτός ο άνθρωπος από πεθαμένος στην ζωή, δεν θα μπορεί να επικοινωνήσει ούτε με τον εαυτό του, για τον λόγο ότι έπαψε για πολύ ώρα όπως μου είπατε να αιματώνεται ο εγκέφαλος του. Εξαιτίας αυτού λοιπόν. Έλεγε απευθυνόμενος και σ’ εμένα τα υπόλοιπα. Έχει αποκοπεί ο εγκέφαλος του από το σώμα του κι ως εκ τούτου, δεν θα μπορεί να επικοινωνήσει ούτε με αυτό, αλλά ούτε και με το περιβάλλον του.
Αυτά μας είπε ο καθηγητής κι αφού μας καθήλωσε με τις εξηγήσεις του, τον πλήρωσε ο συνεταίρος του πεθερού μου για την επίσκεψη που μας έκανε και έφυγε από την κλινική. Όταν έφυγε αυτός, έλεγαν και πάλι σε μένα οι γιατροί.
– Άκουσες τι μας είπε ο καθηγητής; Κάνε τώρα γρήγορα και πάρε από εδώ τον πεθαμένο, γιατί δεν είναι σωστό να αναστατώνονται περισσότερο οι άλλοι ασθενείς.
Μετά κι από αυτήν την υπόδειξη, βγήκαν ξανά έξω από την εντατική οι γιατροί, ενώ εμένα με άφησαν μόνο μου εκεί μέσα να κάνω παρέα στον πεθαμένο πεθερό μου, αλλά και σε τρείς ακόμη ασθενείς τους, τους οποίους δεν έβλεπα βέβαια, λόγω του ότι τους είχαν ξαπλωμένους πίσω από κουρτίνες. Εκεί λοιπόν περιμένοντας κι εγώ δεν ξέρω τι, καθόμουν στο κρεβάτι του για να μην στέκομαι όρθιος, αλλά και σκεπτόμουν τι έπρεπε να κάνω με τον πεθαμένο. Μέχρι να γίνει αυτό όμως, δεν έφευγα από κοντά του, αλλά και δίσταζα να ανακοινώσω τον θάνατο του στους συγγενείς μας.
Αυτές βέβαια κάτι κατάλαβαν, γι’ αυτό και ήδη άκουγα τα κλάματα τους. Περιμένοντας όμως εγώ στην εντατική κι εγώ δεν ξέρω γιατί κάποια κίνηση του, κοιτούσα πότε το μόνιτορ και πότε τον πεθαμένο όπως σας είπα, αλλά και καμιά απόφαση δεν έπαιρνα. Έτσι συμπεριφερόμενος λοιπόν, καθυστέρησα αρκετά θα έλεγα την παραμονή μου στην εντατική, αλλά και πάντα καθισμένος στο κρεβάτι του, οπότε γύρισα και τού είπα κάποια στιγμή.
– Ότι μπορούσα να κάνω, το έκανα. Και καθηγητή φώναξα να σε δει, αλλά εσύ τίποτε. Δεν αντιδράς καθόλου κι από όσα μας είπε αυτός, πέθανες, αφού ο εγκέφαλος σου δεν αιματώθηκε καθόλου για παραπάνω από είκοσι λεπτά. Κι αφού εσύ πέθανες, πρέπει να βγω έξω τώρα εγώ και να ανακοινώσω σε όλους τον θάνατό σου.
Ενώ του έλεγα αυτά λοιπόν, σκεπτόμουν και το ενδεχόμενο να βγω ξανά από την εντατική και να πάω να πω στους γιατρούς να τον εξετάσουν ακόμη μια φορά, αλλά δεν πρόλαβα, γιατί ήρθε στην πόρτα ο καρδιολόγος του, ο οποίος και μου έκανε νόημα να τελειώνω. Βλέποντας τα νοήματά του, του έλεγα κι εγώ λυπημένος για την ηλικία του πεθερού μου, δεδομένου ότι πενήντα δύο χρονών ήταν αυτός τότε.
– Νέος άνθρωπος είναι.
Αυτά του απαντούσα, αλλά εκείνος μου έκανε χειρονομίες που δήλωναν ότι έπρεπε να βγω έξω επιτέλους και θυμωμένος σχεδόν έκλεισε την πόρτα πίσω του. Αφού λοιπόν δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά, πήρα την απόφαση να σηκωθώ από το κρεβάτι του και να ανακοινώσω επιτέλους τον θάνατο του, όσο κι αν δεν το ήθελα. Δεν πρόλαβα να κάνω καμιά κίνηση όμως, γιατί άκουσα τον πεθερό μου να μου λέει.
– Τι θα γίνει ρε συ; Θα μας φέρουν καμιά φορά να φάμε;
Ήταν φαγανός βέβαια αυτός και πολλές φορές ανακατευόταν και στο τι θα έβαζε η πεθερά μου στο φαγητό τους, αλλά και να μιλάει ενώ ήταν από ώρα πεθαμένος, αυτό με έκανε να ανατριχιάσω. Υπέθεσα δηλαδή, ότι μάλλον βγήκε η ψυχή του κι έκανε βόλτες μέσα στην εντατική και το μόνο πράγμα που σκεφτόταν εκείνη την στιγμή, ήταν αν θα έτρωγε ή όχι.
Γύρισα να τον δω όπως καταλαβαίνετε, αλλά και με κάποια επιφύλαξη το έκανα από τα αριστερά μου, έτσι όπως καθόμουν στο κρεβάτι του κι αυτό πάλι με κάποιο δισταγμό, ή από φόβο για το άγνωστο μάλλον, δεδομένου ότι νόμιζα ότι μου έπαιζε άσχημα παιχνίδια ο πεθερός μου εκείνη την στιγμή. Όταν επιτέλους γύρισα το κεφάλι μου προς το μέρος του, τον είδα να κάθεται κανονικά και να είναι ακουμπισμένος με την πλάτη του στα κάγκελα του κρεβατιού του.
Απόρησα με το γεγονός, γιατί δεν μπορούσα να καταλάβω πως έγινε αυτό εκείνη την στιγμή, αφού δεν αισθάνθηκα κανενός είδους κραδασμού στο κρεβάτι του καθώς θα έπρεπε. Βρέθηκε δηλαδή καθιστός από ξαπλωμένος και καθόλου δεν κουνήθηκε το κρεβάτι του, πάνω στο οποίο καθόμουν κι εγώ όπως σας είπα. Με κοιτούσε ωστόσο και με κοιτούσε έχοντας μεγάλη απορία στο βλέμμα του για την δική μου έκφραση, για τον λόγο ότι εγώ έδειχνα παγωμένος από τον φόβο μου.
Ανοιγόκλεισα δε πολλές φορές τα μάτια μου στην προσπάθειά μου να δω καλύτερα, αλλά και να πιστέψω αυτό που αντίκριζα, αν και φοβόμουν να το παραδεχτώ, θεωρώντας μάλλον ότι φανταστική εικόνα έβλεπα. Αφού όμως έβλεπε κι αυτός τον δικό μου φόβο στο πρόσωπό μου, μου έλεγε αρκετά σίγουρος για τον εαυτό του.
– Τι έγινε ρε συ; Γιατί με κοιτάς έτσι; Νόμισες ότι πέθανα;
Δεν περίμενα να ακούσω περισσότερα. Πετάχτηκα έξω από την εντατική και πήγαινα βολίδα προς στο γραφείο των γιατρών, παρακάμπτοντας την γυναίκα μου και την πεθερά μου, οι οποίες με τραβολογούσαν να τους πω τι έγινε τελικά με τον άνθρωπό τους. Άλο σκοπό είχα εγώ όμως γι’ αυτό και φορτσάτος μπήκα στο γραφείο των γιατρών, τους οποίους βρήκα να καθόταν στις καρέκλες τους και να μουρμουρίζουν κοιτώντας τα ρολόγια τους, αγανακτισμένοι βέβαια μαζί μου, για την καθυστέρηση που τους έκανα.
Μόλις είδαν αυτοί να καταφθάνω τρέχοντας, σηκώθηκαν από τις θέσεις τους, νομίζοντας ότι πήγα να τους υπογράψω τα χαρτιά για τα περαιτέρω όπως μου είπαν. Με τρεμάμενη φωνή όμως εγώ τους έλεγα εκεί και στα γρήγορα μάλιστα.
– Ελάτε γρήγορα. Σηκώθηκε πάνω και θέλει να φάει.
Τα έχασαν οι γιατροί από όσα άκουσαν να τους λέω και κανείς τους δεν μιλούσε. Έσπασε την σιωπή τους ο αρχίατρος όμως, ο οποίος κι έλεγε στους υπόλοιπους να του φέρουν μια ένεση, φανερά θυμωμένος μαζί μου.
– Φέρτε γρήγορα να του κάνουμε μια ηρεμιστική ένεση αυτουνού, γιατί όπως φαίνεται τα έπαιξε, κάνοντας παρέα στον πεθαμένο τόση ώρα.
Γυρίζοντας προς το μέρος μου μετά, έλεγε και σ’ εμένα κατευναστικά.
– Καλά σου είπα εγώ να κάνεις γρήγορα αλλά δεν με άκουσες. Έλα τώρα να φας την ένεση και θα συνέρθεις αμέσως.
Ενώ λοιπόν έπεφταν όλοι μαζί οι γιατροί επάνω μου προκειμένου να μου κάνουν την ένεση, την οποία ήδη είχε φέρει κάποιος από αυτούς, εγώ συνέχιζα να τους λέω αυτά που είδα.
– Αφήστε τα χαζά ρε παιδιά. Είναι ζωντανός ο άνθρωπος και εσείς παίζετε με τις ενέσεις.
– Έλα αγόρι μου. Έλεγε αυτός με την ένεση στα χέρια. Δεν θα σε πονέσω. Ένα τσίμπημα μόνον θα σου κάνω και μετά θα τα ξεχάσεις όλα. Είπαμε να αγαπάς τον πεθερό σου, αλλά εσύ το παράκανες.
Ευτυχώς για μένα όμως, έτρεξε ο καρδιολόγος του πεθερού μου να δει τι γίνεται κι αμέσως σχεδόν γύρισε πίσω λαχανιασμένος, αλλά και ξαφνιασμένος από όσα είδε, επιβεβαιώνοντας αυτά που τους ανακοίνωσα.
– Αλήθεια μας λέει. Ζωντανός είναι και κάθεται στον κρεβάτι του. Τρέξτε. Δεν περίμεναν να ακούσουν περισσότερα οι γιατροί. Παράτησαν την ένεση που προόριζαν γι’ εμένα στο γραφείο τους κι αφού με έσπρωξαν σχεδόν, πήγαν όλοι μαζί και τρέχοντας μάλιστα προς την εντατική. Πίσω από αυτούς έτρεχα κι εγώ βέβαια να δω τι θα γίνει, γι’ αυτό και είδα τους γιατρούς να πιάνουν τον πεθερό μου από τα χέρια κι από τα πόδια, μέχρι που να σιγουρευτούν ότι όντως ήταν ζωντανός.
Μη μπορώντας να συνειδητοποιήσουν και αυτοί, τι ακριβώς γινόταν εκεί, τσιμπούσαν τον πεθερό μου σε διάφορα σημεία του σώματός του, όπως και του έκαναν αρκετές ερωτήσεις, τις οποίες βέβαια απαντούσε αυτός νηφάλια, σαν να μην του είχαν συμβεί όλα εκείνα που πριν από λίγο διέγνωσαν οι γιατροί της κλινικής, όπως κι εκείνα που μας ανακοίνωσε ο καλεσμένος νευρολόγος καθηγητής.
Μετά από όλα αυτά όπως καταλαβαίνετε, στιγμή δεν περίμενα, έτρεξα να προλάβω τον νευρολόγο καθηγητή στην είσοδο της κλινικής αλλά δεν τον βρήκα. Επέστρεψα άπραγος στην εντατική αφού δεν τους έφερα τον καθηγητή, δεδομένου ότι και οι γιατροί ήθελαν να έρθει αυτός πίσω και να δει από κοντά σαν νευρολόγος καθηγητής που ήταν, ότι όσα ήξερε και πολύ γλαφυρά μας τα είπε πριν από λίγο, δεν ήταν καθόλου μα καθόλου αρκετά.
Έγινε δηλαδή και τότε, αυτό που γίνεται πάντα και το κρύβουν οι γιατροί, ότι όντως και δεν είναι αρκετά αυτά που ξέρουν, αφού όλα τα ορίζει Αυτός που είναι πάνω από όλους κι από όλα και προπαντός, πάνω από τους κάθε ειδικότητας γιατρούς. Ναι λοιπόν. Ο Θεός είναι που βρίσκεται πάνω από γιατρούς και πάνω από ασθένειες, Τον οποίο ασφαλώς και ξεχνούμε όλοι μας και προπαντός οι γιατροί, Τον οποίο τίποτε δεν Του αντιστέκεται όταν το θέλει κι όντως μπορεί να ανατρέψει τα πάντα στην στιγμή.
Και να το κάνει μάλιστα αυτό πασιφανέστατα μπορεί και εις μάτην των γιατρών βέβαια, οι οποίοι αρνούνται και την ύπαρξή Του να δεχθούν από εγωισμό, για να μη χάσουν τα εύσημα, τα οποία βέβαια ούτως ή άλλως δεν τους ανήκουν. Ωστόσο όμως, οι γιατροί εκείνης της κλινικής παραδέχτηκαν τότε, ότι πράγματι και ανετράπησαν τα μέχρι τότε γνωστά παγκόσμια ιατρικά δεδομένα, γ’ αυτό και την επομένη κιόλας το πρωί έκαναν επισήμως αναφορά στους φοιτητές της ιατρικής σχολής που δίδασκαν ως καθηγητές, για την περίπτωση του καρδιοπαθούς πεθερού μου.
Ο οποίος, βεβαιωμένα ήταν πεθαμένος κι ο νευρολόγος καθηγητής που τον εξέτασε ανεξάρτητα από αυτούς, επισήμως τους ανακοίνωσε τότε, ότι κι αν ακόμη γίνει θαύμα και σηκωθεί ο ασθενής από πεθαμένος, δεν θα μπορεί να επικοινωνήσει με το σώμα του, όπως και με το περιβάλλον του, αφού ο εγκέφαλος του έπαψε να εματώνεται για αρκετή ώρα, με αποτέλεσμα να αποκοπεί αυτός από το υπόλοιπο μέρος του σώματος του.
Έγινε τι έγινε όμως σ’ εκείνη την κλινική κι αφού ζούσε ο πεθερός μου, τον κράτησαν για λίγες μέρες ακόμη στην εντατική και μετά από αυτές μας επέτρεψαν να τον πάρουμε στο σπίτι.
Μας το επέτρεψαν βέβαια, αλλά με την κατάλληλη αγωγή ανά χείρας και με μια αυστηρή εντολή γι’ αυτόν να τον ακολουθεί. Να μη κουράζετε δηλαδή και προπαντός, να μη βγαίνει έξω από το σπίτι του για κανένα λόγο, δεδομένου ότι η καρδιά του δεν ήταν σε θέση να αντέξει, ούτε την αλλαγή της θερμοκρασίας του χώρου του, αλλά ούτε και την αλλαγή του περιβάλλοντός του.
Αν προσέξει μας είπαν, μπορεί και να ζήσει για πέντε χρόνια ακόμη, διαφορετικά, ανά πάσα στιγμή να είστε έτοιμοι εσείς για το μοιραίο. Κι αφού έτσι έπρεπε να κάνουμε, όταν εγκαταστάθηκε για τα καλά στο σπίτι του, όντως και πρόσεχε ο πεθερός μου, αλλά όχι για πολύ, γι’ αυτό και μετά από λίγο καιρό, άλλα πρόσθεσε στον εαυτό και σ’ εμάς, τα οποία και θα σας διηγηθώ βέβαια παρακάτω και στα επόμενα κεφάλαια.
Μιχάλης Αλταλίκης