Ο Χρόνης και η περιπέτεια του στα χιόνια

  Κι ο Φεβρουάριος με χιόνια μας υποδέχτηκε εκείνη την χρονιά κι αυτά ήταν τόσα, που ο Γέροντας μας, πάλι δεν μου επέτρεπε να κάνω νυκτερινά δρομολόγια προκειμένου να τους μεταφέρω τα απαραίτητα, με την δικαιολογία ότι φοβόταν, μη τυχόν και μου συνέβαινε καθ’ οδόν κάποιο ανεπιθύμητο ατύχημα.

Είχαν άλλωστε αρκετές προμήθειες στις αποθήκες τους, οπότε, ησύχαζα κι εγώ στο σπίτι μου, απολαμβάνοντας την οικογενειακή μου θαλπωρή. Ούτε και για βόλτα δηλαδή δεν κατέβαινα στην αγορά, δεδομένου ότι και μέσα στο κέντρο της πόλης μας είχε χιόνια, όπως και πάγους βέβαια.

Εκεί που ησύχαζα λοιπόν ένα πρωινό κι έπινα τον πρωινό μου καφέ παρέα με την γυναίκα μου, δίπλα στο αναμμένο μας τζάκι, χτύπησε αρκετά έντονα το θυροτηλέφωνό μας κι ο Χρόνης απαντούσε σ’ αυτό όταν σήκωσα το ακουστικό του.

Ήταν δε πολύ χαρούμενος κι απερίφραστα δήλωνε εκείνη την στιγμή με την βλάχικη προφορά του, ότι ήθελε να μας επισκεφτεί. Ήταν όντως πολύ ξαφνική η δηλωθείσα επιθυμία του και μάλιστα εκείνη την ώρα, αφού ζαχαροπλάστης ήταν και στο ζαχαροπλαστείο του έπρεπε να βρίσκεται.

Του άνοιξα την πόρτα μας βέβαια και χαρούμενοι τον υποδεχτήκαμε όπως καταλαβαίνετε όταν τον είδαμε να μπαίνει φορτσάτος στο σπίτι μας, αλλά και πολύ μεγάλη απορία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό μας, αναζητώντας τον λόγο εκείνης της τόσο ξαφνικής όσο και περίεργης πρωινής του επίσκεψης.

Είδε την αντίδρασή μας αυτός και αντί να μας καλημερίσει όπως εμείς περιμέναμε να κάνει, έλεγε στα γρήγορα σ’ εμένα. Καθόλου μην απορείς. Όπως βλέπεις, πολλά χιόνια έχει σήμερα. Εξαιτίας αυτών λοιπόν, δεν μπορούσα να βγάλω το αυτοκίνητό μου στον δρόμο.

Κι όταν κάποια στιγμή κατάφερα να το κάνω, ήταν αδύνατο να το προχωρήσω, γιατί γλιστρούσαν επιτόπου τα λάστιχά του. Μπροστά στο ενδεχόμενο να προκαλέσω κάποιο ατύχημα στο δικό μου, ή στο αυτοκίνητο κάποιου άλλου, αποφάσισα να μην ανοίξω το μαγαζί μου σήμερα.

Μην έχοντας όμως και τί να κάνω στο σπίτι μου κλεισμένος όλη την ημέρα, πήρα την απόφαση να σ’ επισκεφτώ, ώστε όπου κι αν έχεις να πάς εσύ σήμερα να σε ακολουθήσω και να ζήσω μαζί σου μάλιστα, όποια περιπέτεια κι αν μας συμβεί καθ’ οδόν.

Θέλω δηλαδή να ζήσω έντονα σήμερα. Να κολλήσουμε στα χιόνια ας πούμε και να σπρώχνουμε το αυτοκίνητό σου μέχρι να βρει τον δρόμο του. Κι αν πάλι νυχτώσει και χαθούμε στο βουνό πηγαίνοντας προς την Ουρανούπολη, πολύ θα το ευχαριστηθώ.

Γι’ αυτό λοιπόν και ντύθηκα ανάλογα όπως βλέπεις, με τις αρβύλες μου και με το στρατιωτικό μου τζάκετ. Πάμε τώρα κιόλας, όπου κι αν έχεις σκοπό να πας και μη σε νοιάζει καθόλου για μένα. Ότι κι αν μας συμβεί, είμαι αποφασισμένος να το αντέξω, αλλά και να το υποστώ ευχαρίστως.

Αυτά και τέτοια μου έλεγε αυτός και για να τον χαλαρώσω λίγο, όπως και να του κόψω την φόρα που πήρε και φανταζόταν περιπέτειες, του πρότεινα να ποιούμε ένα καφέ πρώτα και μετά να κάναμε σχέδια για το πώς θα περνούσαμε έντονα το υπόλοιπο εκείνης της μέρα.

Μη μπορώντας όμως να τιθασεύσει ο Χρόνης, τα άλογα της φαντασίας που καβάλησε και τα έφερε τρέχοντας σ’ εμένα, έλεγε όλως αγωνία στην συνέχεια. Να βάλεις όμως στο πρόγραμμά μας, πολλές δυσκολίες. Όσο επικίνδυνες κι αν είναι αυτές, εγώ θα τις αντέξω.

Όπως αντιλαμβάνεστε λοιπόν, η κατάστασή του ήταν αρκετά αγριεμένη, γι’ αυτό και τον συγκρατούσα πια, μη τυχόν και μας γίνει χειρότερη. Κάτσε καλά ρε, του έλεγα. Οι περιπέτειες δεν προγραμματίζονται. Έρχονται από μόνες τους και απρόοπτα, γι’ αυτό και καλούνται περιπέτειες.

Τα προγραμματισμένα είναι κάτι σαν, αλλά όχι περιπέτειες, γι’ αυτό και ησύχασε σε παρακαλώ για λίγο και θα δούμε τι θα κάνουμε μετά. Έλα τώρα να πιούμε τον καφέ μας ήσυχα και μέχρι να τον τελειώσουμε, θα έχεις την ευκαιρία να μας πεις, πως σου προέκυψε μια τέτοια επιθυμία.

Κάθισε επιτέλους να πιεί κι ο Χρόνης τον καφέ του, οπότε, δικαιολόγησε και την επιθυμία του να ζήσει κι αυτός έντονα μια μέρα στην ζωή του, αφού κλεισμένος στο εργαστήριό του όπως έλεγε, μόνον με τα κουλουράκια του πάλευε.

Ενώ εσύ συμπλήρωνε, όλο σε περιπέτειες μπλέκεις. Με τα πόδια ήρθα από την Πυλαία που μένω τόνιζε και μέχρι να έρθω στο σπίτι σου εδώ την Καλαμαριά, δεν μπορώ να σου περιγράψω, πόσες τέτοιες περιπέτειες φαντάστηκα να αντιμετωπίζουμε μαζί σήμερα.

Κι εσύ, αντί να μου δώσεις την δυνατότητα έστω και μία από αυτές να ζήσω, τίποτε δεν κάνεις. Με παράπονο είναι αλήθεια τα έλεγε όλα αυτά και πράγματι ήθελα να του δώσω την ευκαιρία να γευθεί κάτι, αλλά αφού δεν είχα τί να κάνω και πού να πάω με το αυτοκίνητό μου, τί να έκανα;

Έψαχνα ωστόσο να βρω κάτι, ώστε να δώσω λίγη χαρά στον φύλο μου, ο οποίος, παραπάνω από πέντε χιλιόμετρα δρόμο έκανε βαδίζοντας στα χιόνια προκειμένου να μας επισκεφτεί, έστω και με παράξενη επιθυμία στο μυαλό του.

Και μόνο που τον έβλεπα λοιπόν να με κοιτά στα μάτια, ελπίζοντας να κάνω κάτι επιτέλους, ώστε να ζήσει κι αυτός μια μικρή περιπέτεια, θυμήθηκα τελικά ότι είχα να τελειώσω μια δουλειά με τον Δήμαρχο των Διαβατών.

Δεν ήταν και τίποτε σπουδαίο αυτό βέβαια, αλλά σκέφτηκα να επισκεφτώ τον Δήμαρχο εκείνο το πρωινό για το θέμα που έπρεπε να τακτοποιήσω και μέχρι να πηγαίναμε εκεί παρέα με τον Χρόνη, ήλπιζα ότι θα εύρισκα κάτι που θα μπορούσε ενδεχομένως να μοιάζει με περιπέτεια.

Αυτό σκεπτόμενος λοιπόν, κάλεσα τον Δήμαρχο στο κινητό του, στον οποίο κι εξέφρασα την επιθυμία μου κι αφού αυτός είπε ότι ήδη ήταν υπογεγραμμένη η απόφαση, μου έλεγε εκείνη την στιγμή ότι μπορούσα να πάω στο Δημαρχείο και να την πάρω από τα χέρια κάποιας κυρίας.

Σκεπτόμενος τα χιόνια όμως, τον ρώτησα να μου πει, αν είχαν ή όχι χιόνια στην περιοχή τους. Απαντώντας στο ερώτημά μου αυτός, μου διαβεβαίωνε ότι δεν είχαν καθόλου χιόνια κι ότι οι δρόμοι τους ήταν εντελώς καθαροί, γιατί έριξαν πολύ αλάτι από βραδύς κι έτσι έλιωσαν και τα χιόνια και οι πάγοι.

Απογοητεύτηκα βέβαια για όσα άκουσα, αλλά αφού μπορούσα να πάω στον Δήμο του, όπως μπορούσα να απασχολήσω και τον φύλο μου για λίγο, αποφάσισα να πάω τελικά μέχρι εκεί κι ότι μας προέκυπτε.

Κατεβήκαμε λοιπόν παρέα με τον Χρόνη στον αρκετά παγωμένο δρόμο της γειτονιάς μας και μπήκαμε στο αυτοκίνητό μου. Με το που ξεκινήσαμε όμως, ακούω τον Χρόνη να μου λέει. Δεν θα βάλουμε αλυσίδες;

Απόρησα με το ερώτημά του, γι’ αυτό κι αυθόρμητα του απαντούσα. Τί να τις κάνουμε ρε Χρόνη τις αλυσίδες; Μα δεν θα πάμε στα Διαβατά; Πώς θα πάμε μέχρι εκεί, αφού οι δρόμοι είναι παγωμένοι; Τί να του έλεγα λοιπόν; Περιπέτεια ρε συ δεν ήθελες; Αν βάλουμε αλυσίδες όπως λες, πώς θα κολλήσουμε στον δρόμο και πως θα σπρώχνουμε το αυτοκίνητό μας;

Αυτά λέγοντας του, ξεκίνησα σιγά, σιγά κατά την συνήθειά μου και ακολουθώντας τα λιγοστά ομολογουμένως αυτοκίνητα, μετά από λύγο διασχίζαμε το κέντρο της πόλης, στους δρόμους της οποίας υπήρχαν μεν χιόνια, αλλά αρκετά λιωμένα από το χοντρό αλάτι που δέχτηκαν.

Με τον ίδιο ρυθμό προχωρώντας, φτάσαμε και στα όρια των Διαβατών αρκετά καλά και χωρίς καμιά δυσκολία. Εγώ όμως έψαχνα να βρω, τί θα μπορούσα να κάνω ώστε να δώσω και στον φύλο μου την δυνατότητα να ζήσει κάτι δύσκολο, προκειμένου να ικανοποιήσει την δική του επιθυμία.

Παρ’ όλα αυτά όμως, τίποτε σχετικό δεν μπορούσα να σκεφτώ. Ωστόσο βέβαια, όσα δύσκολα σημεία κι αν συνάντησα στον δρόμο μας, επίτηδες έβαζα το αυτοκίνητό μου να περάσει από πάνω τους, ελπίζοντας να προκαλέσω κάτι επικίνδυνο τουλάχιστο για τον φύλο μου.

Μπαίνοντας λοιπόν στα Διαβατά, το ίδιο σκεφτόμουν να κάνω, αν και δεν περίμενα να βρω δυσκολίες, αφού ο Δήμαρχος μου είχε πει ότι έριξε πολύ αλάτι στους δρόμους, οπότε δεν υπολόγιζα να συναντήσω πάγους στο χωριό του.

Ακολουθούσα ένα αστικό για την ακρίβεια την στιγμή που έμπαινα, το οποίο όμως μου έκρυβε την ορατότητα κι έτσι δεν έβλεπα τι υπήρχε μετά από την δεξιά στροφή που πείρε κατευθυνόμενο κι αυτό προς το κέντρο του χωριού, όπως και προς στο Δημαρχείο που ήθελα εγώ αν φτάσω.

Όπως παρατηρούσα όμως, φορούσε αλυσίδες στα πίσω λάστιχά του κι αυτό με έκανε να απορώ με το συνεργείο που του τις φόρεσε. Ωστόσο τους δικαιολογούσα κιόλας, σκεφτόμενος το ενδεχόμενο να ξεκίνησε το δρομολόγιό του με χιόνια το πρωί, οπότε δεν πρόλαβαν να του τις αφαιρέσουν.

Όταν είδα όμως τις ρόδες του να χώνονται μέχρι την μέση στο παχύ χιόνι που συναντήσαμε, τότε, δικαιολόγησα για τα καλά την ύπαρξη των αλυσίδων στο αστικό. Μόλις σταμάτησε δε αυτό στην στάση του, το προσπέρασα στα γρήγορα και για να το κάνω αυτό εύκολα για μένα, όπως και κάπως θεαματικά για τον Χρόνη, με τις μπάντες το έκανα, αλλά και πάνω από το απάτητο χιόνι πέρασα.

Τρόμαξε αυτός αντί να ενθουσιαστεί με τις κινήσεις μου κι από τον φόβο που πείρε νομίζοντας ότι θα φεύγαμε από τον δρόμο, με ορατό τον κίνδυνο να καρφωθούμε πάνω στον τοίχο ενός καταστήματος, άχνα δεν έβγαζε. Για να τον χαλαρώσω λοιπόν στην συνέχεια, βάδιζα σταθερά πάνω στο χιόνι, το οποίο με αλεύρι έμοιαζε περισσότερο, λόγω της τριβής που υπέστη από τις αλυσίδες τον αυτοκινήτων που το πατούσαν.

Όταν φτάσαμε μετά από λίγο στο δημαρχείο, πάρκαρα το αυτοκίνητό μου κανονικά πλάι στο πεζοδρόμιο, σαν να μην υπήρχαν χιόνια και όπως έπρεπε είπα στον Χρόνη να κάνει πέντε λεπτά υπομονή μόνον μέχρι να επιστρέψω και μετά θα βλέπαμε τι θα κάναμε.

Ένα ξερό ναι μου είπε μόνον αυτός, ξαφνιασμένος βέβαια από τρόπο που τον πήγα μέχρι εκεί κι όπως τον έβλεπα, μάλλον έλεγε μέσα του, ότι έμπλεξε σήμερα αντί να ζήσει την περιπέτεια που ονειρεύτηκε.

Ωστόσο, έκανα την δουλειά μου και πράγματι μετά από πέντε λεπτά επέστρεψα στον Χρόνη, τον οποίο όμως, πολύ σκεπτικό τον βρήκα. Τον στενοχώρησα έλεγα στον εαυτό μου αντί να του κάνω κάτι ώστε να χαρεί, αλλά και πού να εύρισκα την περιπέτεια που ήθελε να ζήσει;

Μπαίνοντας στο αυτοκίνητό μου στην συνέχεια, είναι αλήθεια ότι ακόμη έψαχνα μέσα μου να βρω επιτέλους κάτι κι επειδή θυμήθηκα εκείνη την στιγμή έναν κοινό μας φύλο, του πρότεινα αν ήθελε να τον επισκεφτούμε, μήπως κι αυτό του έφτιαχνε την διάθεση.

Άκουσε την πρότασή μου βέβαια και αρκετά χάρηκε στην ιδέα να φάμε στο σπίτι του φύλου μας ψήνοντας λουκάνικα, όπως και να ποιούμε από το κρασί του, αφού πολύ μας το παίνευε κι αυτός και πολλές φορές μας κάλεσε για τον ίδιο σκοπό στο σπίτι του.

Ενθουσιάστηκε μεν ο Χρόνης, αλλά και πάλι κατσούφιασε, γιατί ήταν πολύ μεγάλος κύκλος γι’ αυτόν, το να επιστρέφαμε στην πόλη όπως το σκέφτηκε κι από εκεί να πηγαίναμε στο Καλοχώρι που έμενε ο κοινός μας φίλος. Εκτός αυτού όπως έλεγε, ούτε και περιπέτεια έζησε μαζί μου, αφού το αυτοκίνητό μου, πουθενά δεν κολλούσε.

Πάμε είπε στο τέλος κι ότι θέλεις κάνε, μόνον να πάμε σύντομα, γιατί πολύ αργήσαμε για πρωινή επίσκεψη στον Βαγγέλη και μάλλον θα τρώνε τέτοια ώρα οι άνθρωποι. Ακούγοντας την επιθυμία του εγώ, αμέσως κατέστρωσα το σχέδιό μου. Θα τον πήγαινα εκεί σε πέντε λεπτά και μάλιστα μέσα από τα χωράφια κι από απάτητο δρόμο, ώστε και γρήγορα να κάναμε την επίσκεψή μας, αλλά και περιπέτεια επιτέλους να δει αυτός.

Ανακοινώνοντάς του το σχέδιό μου, του έλεγα ότι σε πέντε, άντε το πολύ σε δέκα λεπτά θα τον πήγαινα στον Βαγγέλη και θα τον πήγαινα σ’ αυτόν μάλιστα από ένα μέρος που αυτός δεν ήξερε κι αφού ήθελε να κολλήσουμε στα χιόνια, μέσα από τα χωράφια θα περνούσαμε γι’ αυτόν τον σκοπό, ώστε να τον γονατίσω τελικά σπρώχνοντας το αυτοκίνητο, προκειμένου να φάει με όρεξη τα λουκάνικα που μας έταξε ο Βαγγέλης.

Τελειώνοντας την κουβέντα μου όμως, τον κοίταξα προκειμένου να δω την αντίδρασή του κι αφού τον είδα να συμφωνεί, αμέσως έστριψα το αυτοκίνητό μου προς τον δρόμο που θα μας οδηγούσε στο Καλοχώρι μέσα από τα χωράφια, ελπίζοντας πάντα να δει επιτέλους αυτός τις  δυσκολίες των κινήσεών μας στα χιόνια.

Εγώ βέβαια ήξερα ότι υπήρχε και μάλιστα ασφαλτόδρομος εκεί αφού καθημερινά περνούσα από την περιοχή, οπότε και τις λακκούβες του δρόμου ήξερα. Ο Χρόνης όμως, τίποτε δεν ήξερε, αφού πρώτη του φορά βρισκόταν σ’ εκείνο το μέρος.

Απάτητος καθώς ήταν ο δρόμος και άγνωστος προς τον Χρόνη εύκολα μπορούσα να ξεγελάσω την οπτική του, αφού όπως έβλεπε, πράγματι μέσα από τα χωράφια πηγαίναμε, από τα οποία μόνον οι φράχτες τους φαινόταν και το χιόνι ήταν τόσο εκεί, που ισοπέδωνε τα πάντα.

Βλέποντας όμως να προχωράμε στο πουθενά, αυτός πάλι απορούσε με την δυνατότητα του αυτοκινήτου μου να μην κολλάει στα χιόνια, οπότε πάλι ρωτούσε να του πω, γιατί δεν κολλούσαμε πουθενά κι εξαιτίας αυτού δεν μπορούσε να κάνει αυτός όσα έβαζε με τον νου του.

Αρπαγμένος κι εγώ από τις απορίες του, αλλά κι από την εμμονή του να ζήσει κάτι δύσκολο κι άγνωστο γι’ αυτόν, θα σε τακτοποιήσω τώρα έλεγα μέσα μου, οπότε, μόλις μπήκαμε στην οδό Πόντου, σε κάποιον μακρύ κι εντελώς ίσιο δρόμο και κανένα όχημα δεν ερχόταν από απέναντι, πάτησα το γκάζι του αυτοκινήτου στο τέρμα.

Κόλλησε στην πλάτη του καθίσματός του ο Χρόνης και βλέποντας το κοντέρ να γράφει εκατόν σαράντα κινούμενοι πάνω στα χιόνια, μετά από λίγο άχνα δεν έβγαζε. Όταν φτάσαμε στο τέρμα του δρόμου, έπρεπε να κάνουμε αριστερά για τον προορισμό μας κι επειδή δεν είχα ορατότητα, έκοψα την ταχύτητά μου στην συγκεκριμένη στροφή, η οποία είναι ομολογουμένως πολύ κλειστή.

Για να μην βγω από τον δρόμο όμως στρίβοντας κι αφού ο Χρόνης δεν ήξερε τι ακριβώς έπρεπε να κάνω, έστριψα πολύ απότομα το τιμόνι μου ώστε να κάνει τουλάχιστον κάποια πλαγιολίσθηση το αυτοκίνητο, αλλά και πάλι τίποτε δεν μας έκανε.

Στρίβοντας όμως, δυό νταλίκες έβλεπα να μου κλείνουν τον δρόμο. Η μία ερχόταν πολύ προσεκτικά από την απέναντι πλευρά και η δεύτερη βρισκόταν σταματημένη στα δέκα μέτρα μπροστά και δεξιά μας, η οποία μάλιστα ήταν εγκαταλειμμένη εκεί και χωμένη μέσα σ’ ένα χαντάκι, έτυμη να ξαπλώσει εντελώς πάνω στο παχύ χιόνι. Βλέποντας να συνθλίβομαι από τις νταλίκες περνώντας ανάμεσά τους, πάλι πάτησα το γκάζι στο τέρμα, ώστε να φύγω από την μία, πριν με προλάβει η άλλη.

Τα κατάφερα βέβαια, αλλά ο Χρόνης πάγωσε από το ανεπάντεχο κι από την ένταση που ζούσε, έπιανε την καρδιά του. Βλέποντας την αγωνία του χαμογέλασα είναι αλήθεια, γιατί κάθε στιγμή της ζωής μας είναι μια μικρή περιπέτεια, την οποία ασφαλώς και ζούμε έστω κι αν γρήγορα την ξεχνούμε, αφού άλλη στιγμιαίοι περιπέτεια μας ακολουθεί.

Αυτό σκεπτόμενος, ήθελα να πω κάτι σχετικό και στον Χρόνη, ο οποίος συνέχιζε να παίρνει γρήγορες ανάσες από το ξαφνικό που του προέκυψε και πριν καλά, καλά συνέλθει από το πρώτο, δεύτερο του ετοίμαζα, γιατί έπρεπε να ανέβουμε σε γέφυρα προκειμένου να περάσουμε προς την περιοχή του Καλοχωρίου.

Η γέφυρα όμως ήταν παγωμένη όπως έβλεπα κι ένα εκχιονιστικό μηχάνημα την διέσχιζε εκείνη την στιγμή, προκειμένου να την καθαρίσει από τα χιόνια. Προλάβαινα να την προσπεράσω αν δεν ερχόταν κάποιος από την απέναντι πλευρά, γι’ αυτό και σήκωσα το κεφάλι μου να βλέπω καλύτερα για όσα θα επιχειρούσα.

Βλέποντας λοιπόν τον δρόμο κενό, καθόλου δεν το σκέφτηκα. Έδωσα την ανάλογη ώθηση στο αυτοκίνητό μου και περνώντας στα γρήγορα δίπλα από τον επίσης ξαφνιασμένο οδηγό του μηχανήματος, πέρασα με φόρα πάνω από το παγωμένο οδόστρωμα της γέφυρας και σε μηδέν χρόνο βρέθηκα μπροστά του και καθ’ όλα ασφαλείς μάλιστα.

Ο Χρόνης όμως, πέθανε θα έλεγα. Και πριν καταλάβει τι και πως έγινε εκεί, πάλι κρατούσε την καρδιά του και πάλι έπαιρνε γρήγορες ανάσες. Τον έβλεπα βέβαια, αλλά και τίποτε δεν του έλεγα. Όταν μετά από λίγο πάρκαρα μπροστά στο σπίτι του φίλου μας, τότε μόνον του είπα κι εγώ. Ευχαριστήθηκες την διαδρομή;

Αυτός όμως, σε άλλο κόσμο ζούσε. Σαν ζόμπι δηλαδή παρέμενε αμίλητος και συνεχώς κοιτούσε γύρω του σαν κάτι να έψαχνε. Κατέβηκε ωστόσο από το αυτοκίνητο κι όταν βρέθηκε μέχρι τα γόνατα σχεδόν στο χιόνι, αυτό μόνον σχολίασε, λέγοντας ότι εκεί είχε περισσότερο χιόνι από οπουδήποτε αλλού. Κι επειδή κανένα όχημα δεν έβλεπε να κινείται στους δρόμους, απορούσε λέγοντας στον εαυτό του μάλλον. Μα πώς ήρθαμε εμείς μέχρι εδώ;

Έλα του έλεγα κι εγώ κατευναστικά πια. Στον Βαγγέλη είμαστε. Πάμε επάνω να τον επισκεφτούμε κι εκεί θα συνέλθεις κι άλλη φορά, να μην ζητάς περιπέτειες, γιατί δεν μπορείς να τις ζήσεις, όσο κι αν σου είναι επιθυμητές.

Με δυσκολία ανεβήκαμε στην συνέχεια και τις σκάλες του Βαγγέλη είναι αλήθεια κι όταν άκουσε αυτός την φωνή μου, οικογενειακώς βγήκαν να μας προϋπαντήσουν, αφού και γι’ αυτούς ήταν ανεπάντεχη η επίσκεψη που τους κάναμε και στο τραπέζι τους πετύχαμε όπως αποδείχτηκε.

Βλέποντας όμως τον Χρόνη να παίρνει ακόμη γρήγορες ανάσες, νόμισαν ότι από τις σκάλες τους τις απέκτησε. Εκείνος βέβαια, με δυσκολία τους έλεγε όταν πια τον έβαλαν να καθίσει στην πολυθρόνα τους. Όχι, όχι από τις σκάλες σας. Πήγα σ’ αυτόν εδώ να ζήσω μια περιπέτεια μαζί του κι αντί γι’ αυτό, κόντεψε να με πεθάνει από αυτά που με ανάγκασε να ζήσω.

Άλλη φορά του έλεγε κι ο Βαγγέλης, να μην ζητάς τέτοια πράγματα και μάλιστα από αυτόν εδώ, γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι θα σου προκύψει. Καθίστε όμως να σας φέρω από το κρασί μου και περάστε στο τραπέζι μας. Θα φάτε ότι έχουμε σήμερα κι άλλη φορά θα ψήσουμε τα λουκάνικα που σας υποσχέθηκα.

Βεβαίως και καθίσαμε μαζί τους στην συνέχεια κι αφού μείναμε κοντά τους μέχρι και το απόγευμα εκείνης της μέρας, πήρα τον Χρόνη ξανά κι όπως έπρεπε, τον πήγα στο σπίτι του αν και στο τσακίρ κέφι θα έλεγα κι όπως ήταν, έτσι έπεσε να ξαπλώσει, ενώ έλεγε στην γυναίκα του. Αν ακούσεις άλλη φορά να σου λέω, ότι θέλω να πάω κάπου μαζί του, να μου θυμίσεις αυτήν την ημέρα.

Δεν πρόλαβε να τις διηγηθεί τίποτε όμως, γιατί αμέσως κοιμήθηκε. Ασφαλώς και δεν έκανε αυτό που έλεγε εκείνη την στιγμή στην γυναίκα του, γιατί πολλές φορές ήρθε εκ των υστέρων μαζί μου, αν και ποτέ δεν μας έτυχαν περιπέτειες όπως αυτός τις εννοούσε.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *