Πέρασε ο καιρός όμως και σιγά, σιγά, φτάσαμε στον Νοέμβριο μήνα εκείνης της χρονιάς και σύμφωνα με το εορτολόγιο, πλησιάσαμε και στις παραμονές της εορτής της προστάτιδάς μας, της Αγίας Αναστασίας της Ρωμαίας δηλαδή κι από συνήθεια οι πατέρες της μονής μας, έγκαιρα προγραμμάτισαν την αντιμετώπιση την πανήγυρης που θα ακολουθούσε.
Το μοναστήρι μας βέβαια έχει τρείς προστάτες. Την Αγία Αναστασία την Ρωμαία, τον Άγιο Νικόλαο, αλλά και τον Όσιο Γρηγόριο, ο οποίος είναι και κτήτορας της μονής μας. Όπως το συνηθίζουν όμως οι πατέρες, τους τιμούν όλους μαζί, αλλά και τον καθένα ξεχωριστά την μέρα της γιορτής του.
Τους τιμούν δε πανηγυρικά, γι’ αυτό και στις πανηγύρεις τους, έρχονται πάρα πολλοί προσκυνητές προκειμένου να τους τιμήσουν κι αυτοί με την παρουσία τους, οι οποίοι μάλιστα, έρχονται από όλα τα μέρη της πατρίδας μας, όπως κι από πολλά μέρη του εξωτερικού για τον συγκεκριμένο σκοπό. Από την Αμερική δηλαδή, την Ευρώπη, ακόμη κι από την Αφρική.
Την Αγία Αναστασία συγκεκριμένα, την τιμούν στις έντεκα Νοεμβρίου, ενώ τον Άγιο Νικόλαο τον τιμούν στις δεκαεννέα Δεκεμβρίου, σύμφωνα πάντα με το παλιό ημερολόγιο, δεδομένου ότι όλο το Άγιο Όρος αυτό το ημερολόγιο ακολουθεί.
Αναφέρω αυτές τις πανηγύρεις, γιατί κατά την ημέρα αυτών των εορτών, το μοναστήρι μας δέχεται μεγάλο αριθμό επισκεπτών, υπερτερούντων βέβαια αυτών που έρχονται να τιμήσουν την Αγία Αναστασία, οι οποίοι ξεπερνούν τους τετρακοσίους έως και τους εξακοσίους κάθε χρονιά, ανάλογα πάντα με τον καιρό και την ημέρα που πέφτει η γιορτή Της.
Οι περισσότεροι από αυτούς πάντως, έρχονται από το πρωί της παραμονής στο μοναστήρι, οι οποίοι και μένουν μια βραδιά μόνον στους χώρους της προκειμένου να παρακολουθήσουν το πανηγυρικό πρόγραμμα, όπως και την αγρυπνία που ακολουθεί.
Αυτή δε, αρχίζει το απόγευμα της παραμονής με εσπερινό και τελειώνει με την θεία λειτουργία την επομένη το πρωί και μάλιστα, μετά από την τράπεζα που ακολουθεί. Κατά τις δέκα δηλαδή γίνεται αυτό και ανάλογα πάντα με το πόσες τράπεζες θα γίνουν, προκειμένου να γευματίσουν όλοι, αφού μόνον διακόσιοι μπορούν να γευματίσουν μαζί στην κάθε μία από αυτές.
Οι ανάγκες βέβαια μιας τέτοιας πολυάριθμης φιλοξενίας είναι πολύ μεγάλες όπως καταλαβαίνετε, αλλά κι απρόβλεπτες είναι, για τον λόγο ότι δεν είναι εύκολο να προσδιορισθεί ο αριθμός των επισκεπτών, όπως δεν είναι εύκολο να υπολογιστεί και η διάθεση του καιρού εκείνη την ημέρα, η οποία, όσο κι αν προβλέπεται με ακρίβεια τις περισσότερες φορές από τα μέσα, εντούτοις, παραμένει αμφίβολη θα έλεγα από κάποια συνήθισα.
Οι νότιοι άνεμοι για την ακρίβεια είναι αυτοί που ονομάζουμε καιρό, δεδομένου ότι μέσω θαλάσσης και με καράβι γίνεται η είσοδος των επισκεπτών στο Άγιο Όρος, όπως και η επιστροφή τους βέβαια προς την Ουρανούπολη.
Κι επειδή άλλοτε έρχονται νωρίτερα οι νοτιάδες, όπως κι αργότερα από τις εκτιμήσεις των ιδικών, όλα παραμένουν απρόβλεπτα εξαιτίας τους, για τον λόγο ότι δεν επιτρέπεται ο απόπλους στα καράβια που μεσολαβούν, όταν αυτοί οι άνεμοι συγκεκριμένα, υπερβαίνουν τα πέντε μποφόρ.
Αυτός είναι κι ο λόγος άλλωστε, που από αρκετές μέρες πριν ετοιμάζουν τις παραγγελίες τους οι πατέρες, ώστε να τις έχουν στα χέρια τους έγκαιρα, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την εκάστοτε πανήγυρή τους, με βάση πάντα τον μεγαλύτερο αριθμό επισκεπτών, ώστε να μην βρεθούν προ απροόπτου.
Αυτό κάναμε και την χρονιά που αναφέρομαι λοιπόν κι όπως έπρεπε, με απανωτά δρομολόγια κάλυψα τις μόνιμες, όπως και τις έκτακτες ανάγκες του μοναστηριού εκείνης της περιόδου, οι περισσότερες των οποίων αφορούσαν τις προμήθειες για την συγκεκριμένη πανήγυρη.
Επειδή ήταν πολλές όμως αυτές, τις ευαίσθητες, όπως τα ψάρια που χριζόμασταν, τα μαλάκια λόγω νηστείας, όπως και τα κεράσματα για τους επισκέπτες μας, προγραμμάτισα να τα μεταφέρω στο μοναστήρι την προπαραμονή της πανηγύρεως, προκειμένου να προλάβουμε την κακή διάθεση των νοτιάδων, δεδομένου ότι την παραμονή τους περιμέναμε κατά την πρόβλεψη των ιδικών.
Να όμως που τα ξημερώματα της προπαραμονής άλλαξαν διάθεση αυτοί κι έκαναν ξαφνικά την επικίνδυνη εμφάνισή τους στην περιοχή, με αποτέλεσμα να μεταφερθούν άρον, άρον τα καράβια της γραμμής από την Ουρανούπολη στο νησάκι της Αμουλιανής, προκειμένου να τα προστατεύσουν εκεί από τις άγριες διαθέσεις του δύστροπου νοτιά, ο οποίος κτυπούσε ήδη την τοπική σκάλα με κύματα άνω των έξη μποφόρ.
Όταν έφτασα κι εγώ στην Ουρανούπολη με το φορτηγάκι μου, κατά τις πέντε και μισή τα χαράματα δηλαδή, ούτε και στην προβλήτα μπορούσα να πλησιάσω, αφού τα κύματα την υπερσκέλιζαν όπως έβλεπα, αλλά και το καράβι που θα με μετέφερε στο μοναστήρι μας, έλειπε. Δεν ήταν εκεί όπως θα έπρεπε.
Σε παρόμοιες περιπτώσεις, αμέσως καλούσα τον καπετάνιο να μου πει τι να κάνω, αλλά εκείνη την φορά, αυτός με κάλεσε κι από τηλεφώνου μου έλεγε ότι θα κρατούσε δύο, ή και τρεις μέρες ο καιρός σύμφωνα πάντα με το επίσημο δελτίο καιρού, οπότε, ή να επιστρέψω στην Θεσσαλονίκη μου πρότεινε, ή να περιμένω την άφιξη του γνωστού καραβιού που διέθετε καρίνα, αν βέβαια τολμούσε να το φέρει εκεί ο καπετάνιος του, στην προσπάθειά του να εξυπηρετήσει την κατάσταση.
Μελετώντας τις υποδείξεις του καπετάνιου, προτίμησα να περιμένω για λίγο στην Ουρανούπολη, μέχρι να δω δηλαδή την άφιξη του καραβιού που είχε περισσότερες δυνατότητες από το δικό του και μέχρι να γίνει αυτό, ενημέρωσα τους πατέρες για όσα μου συνέβαιναν κι όπως έπρεπε αφέθηκα στο να περιμένω, μέχρι που να παρθούν οι αποφάσεις από το λιμεναρχείο, όπως κι από τον καπετάνιο που θα εμφανιζόταν εκεί κατά τις οκτώ το πρωί, αφού εκείνη την ώρα βγαίνει το δελτίο καιρού της ημέρας που ακολουθεί.
Ήρθε στην ώρα του βέβαια ο καπετάνιος είναι αλήθεια, αλλά κι ο καιρός έδειχνε να κρατά γερά, οπότε, το λιμεναρχείο του έλεγε πολύ καθαρά, ότι βάση του πρωινού δελτίου, τίποτε δεν θα άλλαζε κι ότι μόνον με δική του ευθύνη θα μπορούσε να κάνει το δρομολόγιο που ετοιμαζόταν να το επιχειρήσει όπως τους το δήλωνε.
Μόνον επιβάτες θα πάρω έλεγε και σ’ εμένα που τον πλησίασα, γι’ αυτό κι άρχισα να τον παρακαλώ πλέον, ώστε να πάρει και τις προμήθειες του μοναστηριού που είχα στο αυτοκίνητό μου. Θα τις πάρω μου υποσχέθηκε αλλά έπρεπε να υπολογίζω ότι μέχρι την Δάφνη σκόπευε να φτάσει κι όχι παραπέρα, αφού όπως εκτιμούσε από την διάθεση του καιρού, δεν θα μπορούσε να πιάσει στις επόμενες σκάλες.
Με το που συμφώνησα μαζί του, έβαλα το φορτηγάκι μου κοντά στον καταπέλτη του και με την βοήθεια μερικών γνωστών προσκυνητών της μονής μας, οι οποίοι κι αυτοί ήθελαν να παρευρεθούν στην πανήγυρη μας, αμέσως άρχισα να μεταφέρω τις προμήθειές μου στο σημείο του καταστρώματος του καραβιού που ο καπετάνιος μου υπέδειξε, ο οποίος συνεχώς μου έλεγε να κάνω γρηγορότερα στην συνέχεια, γιατί το καράβι ανεβοκατέβαινε επικίνδυνα κάτω από την πίεση των κυμάτων και φοβόταν μη προκληθεί κάποιο ατύχημα.
Βραχήκαμε βέβαια από τα κύματα, αλλά και κάναμε την εκφόρτωση μας όντως πολύ γρήγορα. Τελειώνοντας με αυτήν, μετέφερα το φορτηγάκι μου στο πάρκιν και τρέχοντας επέστρεψα στην προβλήτα, όπου έβλεπα να με περιμένουν εκεί νεοφερμένοι φίλοι προσκυνητές της μονής μας, οι οποίοι είχαν φέρει μαζί τους ένα φορτηγάκι με πολλές κλούβες γεμάτες από μίλα και ρωτούσαν τι να τα κάνουν, αφού ο καπετάνιος τους είπε ότι βιαζόταν να κάνει τον απόπλου του και δεν μπορούσε να τα πάρει.
Κάλεσα αμέσως τον φίλο μου και καταστηματάρχη της Ουρανούπολης κι όπως έπρεπε, τον παρακάλεσα να τα παραλάβει αυτός κι όταν ο καιρός θα του το επέτρεπε, τότε να τα έβαζε ο ίδιος στο καράβι με προορισμό το μοναστήρι μας. Είναι αλήθεια, ότι αμέσως ανταποκρίθηκε ο κύριος Νίκος κι αφού του έστειλα τους φίλους της μονής μας στον χώρο του για τα περαιτέρω, μπήκα στο καράβι κι όπως έπρεπε να κάνει ο καπετάνιος, αμέσως ξεκίνησε κι αυτός τον απόπλου του με προορισμό την Δάφνη.
Οι ανάγκες της μονής μας ήταν μονίμως πολλές όπως σας είπα, αλλά κι αυτές των πανηγύρεων ήταν ακόμη περισσότερες, τις οποίες βέβαια ούτε και οι επισκέπτες μας τις αγνοούσαν. Πολλοί από αυτούς δε, σε μόνιμη βάση με καλούσαν στα χωριά τους, προκειμένου να μας καλύψουν από φρούτα τουλάχιστον, ή από ελιές όπως κι από λάδι βέβαια, αφού όπως έβλεπαν κι αυτοί κατά τις επισκέψεις τους, πολλά από αυτά χρειαζόμασταν.
Το ίδιο έκαναν και οι φίλοι που μας έφεραν τα μίλα εκείνη την ημέρα κι όπως μου έλεγαν από τηλεφώνου μετά από την παράδοση τους στον κύριο Νίκο, πολύ στεναχωρήθηκαν που δεν θα έφταναν έγκαιρα αυτά για τον σκοπό που τα έφεραν, όπως και για την ατυχία τους να τους πιάσει ο καιρός και να μην τους επιτρέψει την είσοδο στο μοναστήρι μας, με αποτέλεσμα να χάσουν την πανήγυρη της Αγίας Αναστασίας, αφού από την Σκύδρα ήρθαν οι άνθρωποι κι αν έμεναν στην Ουρανούπολη, δεν ήταν σίγουρο ότι την επομένη θα επέτρεπε στον καπετάνιο ο καιρός να κάνει παρόμοιο απόπλου, γι’ αυτό κι επέστρεψαν στην έδρα τους.
Εγώ όμως συνέχισα το ταξίδι μου εκείνη την ημέρα και μέχρι να φτάσουμε μετά βασάνων θα έλεγα στην Δάφνη λόγω κυμάτων, ενημέρωνα τους πατέρες για όσα μας συνέβησαν και πάλι ζητούσα από τον αρμόδιο μοναχό να έρθει με τα μουλάρια του μέχρι την μονή της Σιμονόπετρας, προκειμένου να παραλάβει τις προμήθειες που τους πήγαινα, αν βέβαια έβρισκα κάποιον να μου τις μεταφέρει μέχρι εκεί.
Τέλος καλό, όλα καλά όμως, γιατί όχι μόνον φτάσαμε ασφαλείς στην προβλήτα της Δάφνης, αλλά και τρόπο βρήκα ώστε να μεταφέρω τις προμήθειές μου στην μονή της Σιμονόπετρας, όπου και συνάντησα τον μοναχό με τα μουλάρια του κι όπως έπρεπε, αμέσως άρχισε να τα φορτώνει, ενώ εγώ ξεκίνησα να κατεβαίνω από εκεί πάνω προς το δικό μας μοναστήρι, χρησιμοποιώντας το μοναδικό άλλωστε μονοπάτι, το οποίο είναι αρκετά δύσκολο για όσους σαν κι εμένα δεν είναι χρήστες τέτοιων δύσβατων μονοπατιών.
Μιάμιση ώρα έκανα να φτάσω στο μοναστήρι και μόλις άρχισε να ξεφορτώνει τα μουλάρια του ο μοναχός, τα οποία με προσπέρασαν εν τω μεταξύ και πολύ γρήγορα βαδίζοντας, με άφησαν πίσω τους, γι’ αυτό και τα έβλεπα να ξεφορτώνονται πια όλα όταν μπήκα στον κυρίως χώρο της μονής, όπου και δεχόμουν τα καλοπροαίρετα ως τόσο πειράγματα των μοναχών, για την αδυναμία μου να συναγωνιστώ τα μουλάρια, αν κι εγώ βάδιζα χωρίς να μεταφέρω τίποτε, αφού και την τσάντα μου ακόμη στα μουλάρια την φόρτωσα.
Έμεινα ως τόσο στο μοναστήρι κι εφόσον όλα έγιναν για την πανήγυρη της Αγίας Αναστασίας, παραβρέθηκα στην αγρυπνία καθώς και το ήθελα βέβαια, αλλά και οι προσκυνητές μπόρεσαν να έρθουν κανονικά την επομένη και παραμονή της γιορτής, λόγω του ότι ο καιρός επέτρεψε τελικά στα καράβια να κάνουν κανονικά τα δρομολόγιά τους.
Γέμισαν και πάλι οι χώροι του μοναστηριού από φιλοξενούμενος, όπως και η εκκλησία άλλωστε κι επειδή αυτή ήταν ασφυκτικά γεμάτη από πιστούς, άλλοι τόσοι καθόταν στα παγκάκια που τοποθέτησαν οι μοναχοί έξω από αυτήν, ώστε να παρακολουθούν όλοι την αγρυπνία, έστω κι αν άκουγαν τις υπέροχες άλλωστε ψαλμωδίες, μέσα από τα μικρά ηχεία των ραδιοφώνων που χρησιμοποιούν οι πατέρες σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Εκεί κατά τις δύο τα χαράματα όμως, έφυγε από το διπλανό μου στασίδι αυτός που καθόταν και κάποιος άλλος ήρθε να το χρησιμοποιήσει. Είναι αλήθεια τώρα ότι η αγρυπνία κρατάει πολλές ώρες, γι’ αυτό και πολύ δύσκολα την παρακολουθεί κανείς όρθιος.
Αυτός είναι κι ο λόγος μάλιστα που αλλάζουμε μεταξύ μας θέσεις στα λιγοστά ομολογουμένως στασίδια, ώστε όσοι βρίσκονται μέσα στην εκκλησία, να ξεκουράζονται για λίγο καθισμένοι σ’ αυτά. Το ίδιο έκανα κι εγώ πριν από λίγο βέβαια, όταν για πολύ ώρα στεκόμουν όρθιος μπροστά από κάποιο στασίδι, το οποίο και μου παραχώρησε αυτός που το χρησιμοποιούσε προκειμένου να ξεκουραστώ κι εγώ.
Δεν πρόλαβα να καθίσω όμως στο στασίδι μου κι όρθιος ακόμη πρόσεχα αυτόν που περνούσε δύσκολα ανάμεσα από τους ασφυκτικά όρθιους προσκυνητές, στην προσπάθειά του να βρεθεί στο κενό και διπλανό από το δικό μου στασίδι.
Με το που στάθηκε κι αυτός όρθιος εκεί, άρχισε να κλαίει όπως έβλεπα. Έκλαιγε γοερά μεν, αλλά και τόσο που τον άκουγα, οπότε υποχρεώθηκα να τον ρωτήσω γιατί το έκανε. Με κλάματα έστω, μου έλεγε ο άνθρωπος ότι για πρώτη του φορά βρισκόταν σε μοναστήρι, όπως και για πρώτη του φορά άκουγε τέτοιες ψαλμωδίες.
Ενθουσιασμένος λοιπόν όπως κι επηρεασμένος από το όλο κλήμα, με ρωτούσε εκείνη την στιγμή να του πω, αν μπορούσε να κοινωνήσει των αχράντων μυστηρίων, αφού όπως έλεγε, ποτέ του δεν το έκανε, αν και πλησίαζε τα πενήντα.
Δεν μπορώ να σου απαντήσω του έλεγα, γιατί όσοι έρχονται εδώ κι έχουν την ίδια επιθυμία με την δική σου, συμβουλεύονται όπως κι εγώ τον πνευματικό τους. Αν έχεις πνευματικό του είπα, αυτός θα σου πει αν μπορείς να κοινωνήσεις ή όχι. Από μόνος σου πάντως, δεν είναι και τόσο καλό να το επιχειρήσεις. Ναι έλεγε ο άνθρωπος με δάκρυα στα μάτια, αλλά δεν έχω πνευματικό. Μπορείς να μου υποδείξεις κάποιον;
Εκείνη την στιγμή περνούσε ο πατήρ Γρηγόριος από κοντά μας, οπότε, τον σταμάτησα κι όπως έπρεπε του μετέφερα την επιθυμία του διπλανού μου. Από εξομολόγηση επέστρεφε αυτός και μόλις κοίταξε την ώρα, χωρίς δεύτερη κουβέντα του είπε να τον ακολουθήσει.
Μετά από μια ώρα επέστρεψε ο άνθρωπος κι όπως μου έλεγε στο αυτί για να μην τον ακούσουν οι άλλοι, δεν του το επέτρεψε ο πνευματικός γιατί όπως του είπε, έκανε πολλά άσχημα πράγματα στην μέχρι τότε ζωή του. Του είπε όμως ότι ήθελε να τον δει ξανά και τότε θα έβλεπε αν και κατά πόσο θα μπορούσε να τον κοινωνήσει.
Από τον τρόπο που μου εξηγούσε τα παραπάνω πάντως ο άγνωστός μου, κατάλαβα ότι δέχτηκε πολύ λογικά την άρνηση του πνευματικού να του επιτρέψει την θεία κοινωνία. Κι όχι μόνον αυτό έκανε, γιατί συμφώνησε όπως μου έλεγε, να ακολουθήσει και τον κανόνα που του έβαλε. Κι όπως μου το τόνισε κι αυτό, σύμφωνα με τις υποδείξεις του πνευματικού που απέκτησε πια θα επιχειρούσε να γευθεί αργότερα όσα επιθυμούσε και μάλιστα όταν αυτός θα του το επέτρεπε.
Δεν ξέρω να σας πω βέβαια τί έκανε μετά από όσα μου είπε εκείνη την ώρα, αφού δεν διατήρησα κάποια γνωριμία μαζί του, αλλά και δεν τον συνάντησα ξανά. Τελείωσε ως τόσο η αγρυπνία, έγιναν όπως πάντα και τρεις τράπεζες στην συνέχεια προκειμένου να γευματίσουν όλοι κι όπως ήταν αναμενόμενο, έφυγαν αρκετά ευχαριστημένοι οι προσκυνητές από την επίσκεψη τους στο μοναστήρι μας. Κι εγώ το ίδιο έκανα άλλωστε, οπότε, πήρα μαζί μου τις νέες παραγγελίες των αναγκών του μοναστηριού κι όπως έπρεπε, χαιρέτησα τον γέροντά μας όπως και τους πατέρες της μονής μας και την ίδια μέρα κιόλας επέστρεψα στην έδρα μου προκειμένου να τις διευθετήσω.
Μιχάλης Αλταλίκης