Εκφόρτωση στην Ουρανούπολη κι ο μοναχός με τα γυαλιά

 Όταν ξεφόρτωνα τις προμήθειες μου στο καραβάκι, ήταν πολύ νωρίς το πρωί όπως σας το ανάφερα πολλές φορές και ποτέ σχεδόν δεν ήμουν μόνος μου εκεί, δεδομένου ότι και άλλοι όπως εγώ έκαναν τα ίδια με μένα, ανάμεσα στους οποίους ήταν και μοναχοί.

Έφερναν κι αυτοί δηλαδή τις προσωπικές τους προμήθειες στο ίδιο καραβάκι, έστω κι αν δεν ήταν πολλές, για τον λόγο ότι μόνοι τους έμεναν στο Άγιο Όρος, ή μαζί με δυό ή τρείς μοναχούς ακόμη.

Κι επειδή οι περισσότεροι από αυτούς ήταν ηλικιωμένοι μοναχοί, μαζί με τις δικές μου προμήθειες, έβαζα και τις δικές τους στο καραβάκι όταν το μπορούσα, όχι μόνον γιατί δεν τα κατάφερναν μόνοι τους, αλλά και γιατί πολύ επικίνδυνο ήταν γι’ αυτούς, όπως και για μένα άλλωστε, το να μπαινοβγαίνουν στο καραβάκι με κάποιο βάρος στα χέρια.

Για την ακρίβεια, το υγρό μεταλλικό πάτωμα του καραβιού ήταν αυτό που έπρεπε να προσέχει κανείς, γιατί η πρωινή υγρασία το έκανε πολύ ολισθηρό και κατ’ επέκταση πολύ επικίνδυνο για όσους σαν κι εμάς το χρησιμοποιούσαν .

Για να προστατέψω κι εγώ λοιπόν τον εαυτό μου από ένα τέτοιο γλίστρημα και να βρεθώ ανεπιθύμητα πεσμένος πάνω στο κατάστρωμα, ή και μέσα στην θάλασσα ακόμη, φρόντιζα να φορώ παπούτσια που να μη γλιστρούν και τόσο πολύ.

Κι αυτό πάλι, το εφήρμοσα από πείρας όπως καταλαβαίνετε, αφού πολύ συχνά βρισκόμουν εκεί τις πρωινές ώρες, όπως και πολλές φορές έτυχε να πέσω στο κατάστρωμα ευτυχώς και αρκετά πόνεσα όταν σύρθηκα πάνω στις βίδες που διαθέτει αυτό για τις προβλεπόμενες ανάγκες.

Στην προσπάθειά μου λοιπόν να φανώ χρήσιμος μια μέρα εκείνης της περιόδου και σε κάποιο γεροντάκι με γυαλιά μοναχό που βρήκα να παιδεύεται εκεί, προκειμένου να βάλει τα δικά του λιγοστά πράγματα στο καραβάκι, τον παρακαλούσα να κάνει λίγη υπομονή αν ήθελε μέχρι να τελειώσω με την τακτοποίηση των δικών μου πραγμάτων πρώτα και μετά να τον βοηθούσα.

Αυτός όμως δεν μπορούσε να μένει άπραγος, ή για κάποιο λόγο δεν ήθελε να υποχρεωθεί σε κάποιον άλλον, προκειμένου να κάνει αυτά που αυτός έπρεπε. Θα σε περιμένω μου έλεγε, αλλά και τραβούσε τα δέματά του από την παραλία που τα είχε συγκεντρωμένα, μέχρι να τα τακτοποιήσει κάπου μέσα στο καραβάκι κι αυτό πάλι πολύ δύσκολα το έκανε όπως έβλεπα.

Κάποιος του τα μετέφερε μέχρι εκεί βέβαια, τον οποίο δεν πρόλαβα να δω, γιατί έφτασα αργότερα από αυτούς στην προκυμαία. Αλλά και το γεροντάκι που αναφέρω, μετά από την δική μου άφιξη εκεί άρχισε να τοποθετεί τις προμήθειες του μέσα στο καραβάκι.

Ο τρόπος που το προσπαθούσε όμως δεν ήταν καθόλου πρακτικός, για τον λόγο ότι, όχι μόνον πηγαινοερχόταν πολύ αργά σ’ εκείνο το μικρό κατάστρωμα, αλλά και λόγω τις ολισθηρότητας του, κινδύνευε να πέσει κάτω. Έχοντας την προσοχή μου στραμμένη σ’ αυτόν λοιπόν, ούτε και την δική μου υποχρέωση μπορούσα να κάνω σωστά, οπότε, επανειλημμένα τον παρακάλεσα να με περιμένει.

Αν τελείωνα εγώ, εύκολα μετά θα έβαζα και τα δικά του πράγματα μέσα στο καραβάκι, γιατί και λίγα ήταν και χρόνο θα είχα να κάνω αυτό που του υποσχέθηκα. Αυτός όμως φερόταν ανυπόμονα και για να προλάβω την ανυπομονησία του, έκανα την δική μου δουλειά πολύ γρήγορα.

Κάνοντας αυτό όμως, χτύπησα κάποια στιγμή με φόρα το κεφάλι μου στον πάνω μέρος της πλαϊνής πόρτας του αυτοκινήτου μου, με αποτέλεσμα να βρεθώ φαρδύς πλατύς στο κατάστρωμα και να μετρώ εκεί πεσμένος αμέτρητα αστράκια και μάλιστα έτσι που να μην ξέρω που βρίσκομαι.

Ήρθε ως τόσο κοντά μου ο ηλικιωμένος μοναχός και κάτι μου έλεγε αλλά τίποτε δεν καταλάβαινα. Όταν συνήρθα πια μετά από λίγο και σηκώθηκα στα πόδια μου με την βοήθεια του, θυμήθηκα τα προηγούμενα, αλλά και με παράπονο του έλεγα στην συνέχεια, ότι εξαιτίας της δικής του ανυπομονησίας χτύπησα, για τον λόγο ότι έκανα πολύ γρήγορα την δική μου δουλειά.

Αφού σου υποσχέθηκα ότι θα σε βοηθήσω του έλεγα, γιατί με πίεζες με την ανυπομονησία σου; Αισθανόμενος ένοχος κι αυτός, τίποτε δεν μου έλεγε, αλλά και σταμάτησε να κάνει τα ίδια. Για να τον κρατήσω ήσυχο στην συνέχεια, άρχισα να κατεβάζω δυό, δυό πια τις δικές μου κασέλες με τα καλαμάρια από το αυτοκίνητό μου στο καραβάκι.

Αυτές όμως ήταν αρκετά βαριές, δεδομένου ότι άγγιζαν τα σαράντα κιλά περίπου οι δυό τους, πράγμα που έκανε τα γόνατά μου να τρικλίζουν θα έλεγα καθώς τις μετέφερα. Γλιστρούσα κι εγώ δηλαδή αφού η υγρασία ήταν πολύ υψηλή και χάνοντας την ισορροπία μου κάποια στιγμή, λίγο έλειψε να βρεθώ μαζί με τα καλαμάρια στην θάλασσα. Κι από σύμπτωση δεν βρέθηκα εκεί, γιατί στηρίχτηκα στο συρματόσχοινο του καταπέλτη για την ακρίβεια  κι έτσι την γλύτωσα.

Μετά από λίγο όμως έσπασε και πάλι την συμφωνία μας το γεροντάκι κι αρπάζοντας ένα μικρό κιβώτιο στα χέρια του, επιχειρούσε να το βάλει μαζί με τα υπόλοιπα που τοποθέτησε στο κατάστρωμα. Πριν προλάβω να του πω, ή να κάνω κάτι γι’ αυτόν στην συνέχεια, τον είδα να γλιστρά και να πέφτει άτσαλα στο σιδερένιο κατάστρωμα.

Χτύπησε άσχημα είναι αλήθεια πέφτοντας εκεί και με την φόρα που σύρθηκε, του έφυγαν τα γυαλιά από τα μάτια του. Μη μπορώντας να δει τίποτε χωρίς αυτά, ούτε και να σηκωθεί μπορούσε, αφού δεν έβλεπε από πού να πιαστεί.

Μετά από αυτό που του συνέβη, άφησα κι εγώ στην θέση τους αυτά που κρατούσα κι έτρεξα να τον βοηθήσω. Τον σήκωσα από κάτω βέβαια και μαζί του έψαχνα μετά να βρω τα γυαλιά του, αλλά πουθενά δεν τα εύρισκα. Κι αφού δεν τα έβρισκα, του υποσχέθηκα ότι μόλις τελείωνα με την εκφόρτωση των δικών μου προμηθειών, όπως και με των δικών του στην συνέχεια, τότε θα έψαχνα να τα βρω στην θάλασσα μάλλον.

Δυσκολεύτηκα να τα εντοπίσω μέσα στο σκοτεινό νερό είναι αλήθεια, αλλά κι όταν τα εντόπισα, με την βοήθεια κάποιου ξύλου που βρήκα τα έπιασα, οπότε, μπόρεσα τελικά να του τα δώσω. Όπως έπρεπε όμως, του έλεγα ότι δεν είναι και τόσο σωστό να ανυπομονούμε, όταν κάποιος μας υπόσχεται ότι θα μας βοηθήσει.

Κουνούσε το κεφάλι του για όσα άκουγε το γεροντάκι να του λέω, αλλά και μ’ ευχαρίστησε στο τέλος για την βοήθεια που του προσέφερα. Όταν πια ήρθε κι ο καπετάνιος εκεί και ξεκινήσαμε το θαλάσσιο ταξίδι μας, μαζί καθίσαμε στους καναπέδες του καραβιού προκειμένου να συνοδέψουμε τις προμήθειές μας. Μου είπε και το όνομά του βέβαια στον χρόνο του ταξιδιού μας, αλλά δεν το συγκράτησα. Αυτόν όμως, ποτέ ξανά δεν τον συνάντησα να μεταφέρει προμήθειες στο καραβάκι.

Διηγούμενος μετά από λίγο καιρό, την συμπεριφορά του ηλικιωμένου μοναχού, στον δικό μας μοναχό με τις αυξημένες αρμοδιότητες, μου έλεγε ότι ο γεροντικός εγωισμός ήταν αυτός που τον οδήγησε να δήξει τόσο μεγάλη ανυπομονησία.

Έκανε κι αυτός όμως μια μέρα το ίδιο, αν και δεν ήταν γεροντάκι, όταν ταξιδεύοντας με το ίδιο καραβάκι προς την Δάφνη και μετά από αυτήν προς το μοναστήρι μας, δεχόμασταν γερό ταρακούνημα από τα κύματα του νοτιά που μας πρόλαβε.

Ήμασταν αρκετοί επιβάτες πάνω στο καραβάκι εκείνη την ημέρα και για να μην μας ανακατώνει τα έντερα το ταρακούνημα, καθόμασταν όπου υπήρχε ελεύθερος χώρος. Αυτός όμως, επέμενε να μένει όρθιος και δεν άκουγε τον καπετάνιο, που συνεχώς του έλεγε να καθίσει κάπου για την ασφάλειά του.

Το ταρακούνημα από τα κύματα, είναι αλήθεια ότι το αισθάνεται κανείς πολύ ποιο έντονα όταν βρίσκεται έστω και καθισμένος πάνω στο κατάστρωμα, γι’ αυτό και με την άδεια του καπετάνιου, κατέβηκα να καθίσω στο αμπάρι του, προκειμένου να δέχομαι λιγότερο από αυτό.

Ένα μικρό χώρο μόνον διέθετε αυτός εκεί κάτω, τον οποίο μάλιστα χρησιμοποιούσε ως καμπίνα του μερικές φορές, εντός του οποίου υπήρχαν δύο καναπέδες, πάνω στους οποίους ήδη καθόταν μερικοί από τους επιβάτες, οι οποίοι μάλλον γνώριζαν το μέρος όπως φάνηκε.

Αφού βρήκα κι εγώ λίγο χώρο στον πρώτο από τους δυό καναπέδες, μόλις κατέβηκα εκεί κάτω κι όπως έπρεπε κάθισα με σταυρωμένα τα χέρια ανάμεσα στους υπολοίπους, προκειμένου να μην τους ενοχλώ, αλλά και να μην ενοχλούμε από αυτούς.

Μετά από λίγο όμως, έκανε κι ο έχων αυξημένες υποχρεώσεις μοναχός μας την εμφάνισή του εκεί, ο οποίος πήγε και κάθισε με τον ίδιο τρόπο στον απέναντι από τον καναπέ που καθόμουν εγώ, χωρίς να μιλήσει σε κανέναν.

Κανείς άλλωστε δεν μιλούσε κι όλοι μέναμε στριμωγμένοι ο ένας δίπλα στον άλλον, προκειμένου να αποφύγουμε τα ενοχλητικά ταρακουνήματα, δεδομένου ότι συνεχιζόταν και αρκετά δυνατά ήταν. Ενοχλημένος προφανώς από αυτά, ο εν λόγω μοναχός μας, σηκώθηκε κάποια στιγμή από την θέση του κι επιχειρούσε να ανέβει την μικρή ξύλινη σκάλα, στην προσπάθειά του να βγει στο κατάστρωμα όπως υπολόγιζα.

Με μισάνοιχτα μάτια για την ακρίβεια παρακολουθούσα τις κινήσεις του, λόγω του ότι κι εγώ λαγοκοιμόμουν όπως και οι υπόλοιποι χρήστες του χώρου και δίπλα από εκεί που κάθισα άρχιζαν τα σκαλοπάτια της.

Ανησυχώντας λοιπόν μη τυχόν και πέσει από εκεί πάνω χάνοντας την ισορροπία του, του συνέστησα να μην ανέβει τις σκάλες, γιατί το μπότζι ήταν πολύ έντονο εκείνη την στιγμή για κάποιον λόγο.

Και πολύ επικίνδυνο μάλιστα ήταν γι’ αυτόν να τα ανέβει, αφού κι όταν τα κατέβηκε πριν από λύγο, δύσκολα το έκανε, όπως και δύσκολα βάδισε τα δυό μέτρα που τον χώριζαν από το σημείο που πήγε να καθίση.

Έκανε πως σκεπτόταν αυτό που του είπα είναι αλήθεια και βλέποντάς τον να επιστρέφει στην θέση του, υπέθεσα ότι μάλλον συνεκτίμησε την επικινδυνότητα, οπότε, έκλεισα τα μάτια μου και νυσταγμένος καθώς ήμουν, με πήρε ο ύπνος.

Δεν ξέρω να σας πω τώρα, αν όντως κοιμήθηκα ή όχι, ή αν βρισκόμουν στο μεταίχμιο ακόμη, γιατί αισθάνθηκα κάποια στιγμή να ζεσταίνονται τα γόνατά μου από κάποια αιτία. Αυτό θέλοντας να διευκρινίσω στην συνέχεια, με κλειστά τα μάτια, αλλά και μηχανικά σχεδόν έβαλα τα χέρια μου να τα πιάσουν, προκειμένου να καταλάβω την αιτία που προκαλούσε την θέρμανσή τους.

Αντί να πιάσω αυτά όμως, έπιανα κάτι που σε τζάκετ με παρέπεμπε κι αυτό πάλι βρισκόταν ριγμένο επάνω τους όπως υπέθετα, το οποίο και ψαχούλευα στην συνέχεια, προκειμένου να το πιάσω από κάπου και να το δώσω στον διπλανό μου μάλλον, αφού δικό μου δεν ήταν.

Έτσι όπως το ψαχούλευα λοιπόν, έπιανα με τα χέρια μου κάποιου το πρόσωπο, πράγμα που με ανάγκασε να ανοίξω διάπλατα τα μάτια μου, προκειμένου να δω τίνος ήταν το κεφάλι και γιατί βρισκόταν εκεί. Μέχρι να κάνω αυτά που σας αναφέρω όμως, άκουγα και την φωνή του έχοντος αυξημένες υποχρεώσεις να μου λέει συνεχώς, άσε με, άσε με, άσε με.

Αναγνωρίζοντας την φωνή του όμως, άνοιξα και τα αυτιά μου μαζί με τα μάτια μου όπως καταλαβαίνετε κι όλος απορία τον ρωτούσα να μου πει πως βρέθηκε εκεί, γιατί ούτε και το βάρος των ρούχων του δεν αισθάνθηκα να πέφτει επάνω μου.

Κι ενώ αυτός έλεγε συνεχώς, άσε με, άσε με, άκουσα τον διπλανό μου να μου λέει, ότι δεν άκουσε τελικά την συμβουλή που του έδωσα, γι’ αυτό κι επιχείρησε να ανέβει την σκάλα. Όταν πήγε να ανοίξει την πόρτα όμως, προκειμένου να βγει στο κατάστρωμα, έχασε την ισορροπία του από το μπότζι και πριν προλάβει να πιαστεί από κάπου, έπεσε πάνω μας.

Άλλη φορά του έλεγε αυτός πια, να ακούς τι σου λένε, γιατί έτσι όπως έπεσες, αν δεν ήμασταν εμείς εδώ, πολύ εύκολα θα σκοτωνόσουν. Δεν είπε τίποτε ο έχων αυξημένες υποχρεώσεις, παρά σηκώθηκε και με κάθε προσοχή στην συνέχεια, πάλι ανέβηκε την σκάλα κι ευτυχώς γι’ αυτόν κατάφερε τελικά να βγει έξω την δεύτερη φορά.

Εμείς όμως, συνεχίσαμε και πάλι βουβοί το ταξίδι μας κι όταν φτάσαμε στην Δάφνη, βγήκαμε όλοι έξω από την καμπίνα του καπετάνιου. Εκεί έξω λοιπόν, πάλι μου έλεγε ο διπλανός μου κάτι με πολύ νόημα. Ότι ο εγωισμός δηλαδή, δεν ξεχωρίζει μοναχούς και λαϊκούς. Όποιον βρει πρόχειρο, μα λαϊκός είναι, μα μοναχός είναι, τον κάνει άλογο.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *