Το φάντασμα της σκοτωμένης γυναίκας

mixail-150x1501Δεν προλάβαμε να ξεχάσουμε εκείνο το περιστατικό με την κατσίκα και πριν ακόμη μπει στον κανονικό της ρυθμό η ζωή μας, ένα άλλο επεισόδιο ήρθε να μας αναστατώσει.

   Αρκετοί από τους πελάτες που ερχόταν στο μαγαζί για τα ψώνια τους, μας έλεγαν κάτι περίεργο και αυτό μας έβαζε σε πολλές σκέψεις.

 – Το σπίτι που μένετε είναι στοιχειωμένο, έλεγαν. Κανείς δεν δεχόταν να το κατοικίσει μέχρι τώρα, γιατί μέσα σ’ αυτό, σκότωσε τη γυναίκα του ο προηγούμενος από σας ένοικος. Από τότε και μετά όμως και κατά διαστήματα, βγαίνει τις νύχτες η ψυχή της άτυχης γυναίκας έξω από το σπίτι της και  φέρνει βόλτες στη γειτονιά, μη μπορώντας να βρει ησυχία από το κακό που της συνέβη. Απορούμε μάλιστα, για το πως και δεν την συναντήσατε ακόμη, αφού ζείτε ήδη αρκετό καιρό σ’ αυτό το σπίτι.

  Τους άκουγε με προσοχή ο πατέρας μου, αλλά και κορόιδεψε κάπως την ενημέρωση που μας έκαναν, λέγοντάς τους.

 – Δεν πειράζει. Ας έρθει αυτή να μας επισκεφτεί και εμείς θα βρούμε κάτι να την κεράσουμε.

    Η μητέρα μου όμως φοβήθηκε από αυτά που άκουσε, γι’ αυτό και φώναξε τον παπά να μας κάνει αγιασμό και καλού κακού, κάναμε αργότερα και ένα ευχέλαιο, έτσι για να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο, από ανεπιθύμητες επισκέψεις.

   Τα πλινθόκτιστα σπίτια εκείνης της εποχής ήταν πολύ κρύα τον χειμώνα και άλλο τόσο ζεστά το καλοκαίρι, γι’ αυτό και οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού, όπως κι εμείς με τον πατέρα μου, κοιμόμαστε έξω στην αυλή τους καλοκαιρινούς μήνες.

   Μια τέτοια καλοκαιρινή βραδιά λοιπόν και με πανσέληνο, ήμασταν όπως πάντα στην αυλή, ξαπλωμένοι πάνω στα ράντζα μας και απολαμβάναμε εκεί τον έναστρο ουρανό. Λίγο πριν μας πάρει ο ύπνος όμως, μου έλεγε ο πατέρας μου, ότι αγόρασε το διπλανό οικόπεδο και ότι εκεί σχεδίαζε να κτίσει το δικό μας σπίτι, γιατί αυτό που νοικιάζαμε, δεν κάλυπτε πλέον τις ανάγκες μας.

 Έλεγε λοιπόν, ότι αυτό που είχε στα σχέδιά του, θα ήταν διώροφο, ότι κάτω θα ήταν το μαγαζί και η αποθήκη μας και ότι πάνω θα ήταν το σπίτι μας. Θα είχε δε αυτό ταράτσα και ότι όταν τα καλοκαίρια θα έκανε ζέστη, θα κοιμόμαστε σ’ αυτήν και όχι έξω στον δρόμο όπως κάναμε τότε.

   Μου υπόσχονταν δε, ότι θα μου αγόραζε ένα μεγαλύτερο ποδήλατο και ότι με αυτό, θα με άφηνε να κάνω όσες βόλτες θα ήθελα πάνω στη ταράτσα μας και κάπως έτσι ονειροπολώντας, περιμέναμε να μας πάρει ύπνος.

    Κάναμε τα όνειρά μας εν αιθρία όπως λέει και η παροιμία και ο καθένας από μας, χαιρόταν με κείνα τα όνειρα, για τούς δικούς του λόγους. Έκπληκτοι όμως, διαπιστώσαμε ότι και ένας άλλος μαζί με μας άκουγε τα όνειρά μας.

    Σηκωθήκαμε να δούμε ποιος ήρθε και μας τα αναστάτωνε και φοβισμένοι σχεδόν τότε, είδαμε σε μικρή απόσταση από μας, να στέκεται όρθια μια γυμνή γυναίκα. Είχε σταυρωμένα τα χέρια στο στήθος της και στο ένα από αυτά, κρατούσε ένα μεγάλο μαχαίρι. Δεν ήταν μπροστά μας όμως το φάντασμα που μας είχαν προειδοποιήσει σχετικά οι άνθρωποι, αλλά μια πολύ γνωστή γυναίκα της γειτονιάς μας.

    Τι κουβέντες μπορούσαμε να κάναμε εκείνη την ώρα μαζί της; Γι αυτό το λόγο, με πήρε από το χέρι ο πατέρας μου και μπήκαμε γρήγορα μέσα στο σπίτι, αφήνοντας έξω τα κρεβάτια, όπως και τα σκεπάσματά μας.

    Όταν το πρωί ήρθε αυτή στο μαγαζί, προκειμένου να ψωνίσει κάτι, βρήκε την ευκαιρία ο πατέρας μου και τη ρώτησε με τρόπο να μας πει, για ποιο λόγο έκανε εκείνη την ώρα, μια τέτοια εμφάνιση. Από όσα διαπιστώσαμε όμως, τίποτε δεν θυμόταν αυτή από όσα άκουγε. Απορούσε μάλιστα, για το πως μπορέσαμε να την συνδέσουμε εμείς με κάτι τέτοιο.

    Μαθεύτηκε ωστόσο το γεγονός και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που δήλωναν, ότι έβλεπαν και αυτοί την γειτόνισσα μας γυμνή, να φέρνει βόλτες τη γειτονιά τα βράδια με πανσέληνο, κρατώντας το μεγάλο μαχαίρι. Εξαιτίας της επίσκεψης που έκανε σε μας όμως, λύθηκε και το μυστήριο με το φάντασμα της σκοτωμένης γυναίκας που μας πληροφόρησαν οι πελάτες και έτσι, ησυχάσαμε εμείς από τους κακούς λογισμούς που μας φόρτωσαν.

    Όσοι την έβλεπαν από κοντά όπως κι εμείς, την αναγνώριζαν. Όσοι όμως την έβλεπαν από απόσταση και δεν ήξεραν ποια ήταν η γυναίκα που περιφερόταν γυμνή τις νύχτες με πανσέληνο, δικαιολογημένα έβαζαν με το μυαλό τους ότι ήθελαν, ότι φοβόταν, ή ότι φανταζόταν.

   Ωστόσο, κανείς πλέον δεν κοιμόταν έξω από το σπίτι του το καλοκαίρι, όση ζέστη και αν έκανε, γιατί όλοι τους φοβόταν εκείνο το μεγάλο μαχαίρι που κρατούσε αυτή στο χέρι της, χωρίς να το ξέρει.

 Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *