Πέρασε το καλοκαίρι όμως και μαζί με αυτό αποπερατώθηκε και το κτίσιμο του σπιτιού μας. Αντί για ταράτσα όμως, όπως ήταν στα σχέδια των ονείρων μου, οι κτίστες έκαναν κεραμοσκεπή. Δεν μπορούσαν να αφήσουν ταράτσα μου είπαν, γιατί θα ήταν δύσκολο να ζεσταθούμε τον χειμώνα, ή να δροσιστούμε το καλοκαίρι. Έμεινα λοιπόν κι εγώ με την όρεξη, του να κάνω βόλτες σ’ αυτήν με το ποδήλατό μου, που ούτε κι αυτό απέκτησα ποτέ, όπως μου το υποσχέθηκε ο πατέρας μου.
Με την έναρξη της νέας σχολικής περιόδου, μπήκα στην τρίτη τάξη του δημοτικού και αυτό είχε ως συνέπεια, το να γνωρίσω νέο δάσκαλο. Όπως ήταν πολύ εύκολο γι’ αυτόν, εντόπισε αμέσως το ορθογραφικό μου πρόβλημα, γι’ αυτό και ζήτησε να επισκεφτεί τον πατέρα μου. Όταν ήρθε ο νέος δάσκαλος στο μαγαζί μας, εξέθεσε επακριβώς στον πατέρα μου την αδυναμία μου, γι αυτό και ήταν σαφής όταν του έλεγε.
– Δεν τα παίρνει τα γράμματα το παιδί κύριε. Γι’ αυτό, θα πρέπει να κάνετε κάτι εσείς.
Ενοχλημένος ο πατέρας μου, που άκουγε λόγια εξαιτίας της δικής μου αδυναμίας, έλεγε στο νέο δάσκαλο.
– Εγώ είμαι αγράμματος και δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω. Σου δίνω όμως το δικαίωμα, να κάνεις εσύ ό,τι ξέρεις σαν δάσκαλος, ώστε να μάθεις σ’ αυτόν εδώ γράμματα, είτε το θέλει, είτε όχι.
Γύρισε και με κοίταξε καλά καλά ο δάσκαλος και χωρίς να πει τίποτε σε μένα, έφυγε. Ήταν πολύ ενοχλημένος ο πατέρας μου τότε, γι’ αυτό και μου γύρισε την πλάτη του, χωρίς να κάνει εκείνη την φορά, κανένα από τα συνηθισμένα του σχόλια.
Με την σκέψη μου στραμμένη όμως, στο τι θα μπορούσε να με περιμένει από αύριο και μετά στο σχολείο, μπήκα στη διαδικασία να φιλοσοφήσω το πράγμα, έτσι για να μαλακώσω κάπως το κακό που με περίμενε και αυτός ήταν ο λόγος που επισκέφτηκα την γιαγιά μου στο δωμάτιο της.
Την είχα αποκούμπι μου στις δυσκολίες μου, γι’ αυτό και πήγα να της εκμυστηρευτώ τις στεναχώριες που φοβόμουν ότι θα αντιμετώπιζα στο σχολείο. Θεωρώ πολύ τυχερό τον εαυτό μου, πού γνώρισα γιαγιά στην ζωή μου και πού έζησα με την συντροφιά της τα πρώτα παιδικά μου χρόνια. Τι πρωινό μου ετοίμαζε πριν φύγω για το σχολείο, τι με περίμενε όταν γύριζα από αυτό να της πω τι έκανα, τι με επισκεπτόταν τις νύκτες να δει μήπως και ξεσκεπάστηκα, αφού και αυτή ανησυχούσε όπως και η μητέρα μου μήπως και κρυώσω ξεσκέπαστος.
Όποιος τολμούσε δε, να με πειράξει μέσα από το σπίτι, ή έξω απ’ αυτό, έπρεπε να το σκεφτεί πολύ καλά. Με προστάτευε, γιατί όπως είπα ήμουν πολύ ασθενικός και σχεδόν πάντοτε άρρωστος. Με αγαπούσε όμως ιδιαίτερα, λόγω τού ότι έχω το όνομα του γιου της, του αδερφού του πατέρα μου δηλαδή. Αυτό το ιδιαίτερο για μένα ενδιαφέρον της γιαγιάς, έφερνε συχνά προστριβές και κόντρες ανάμεσα σε μένα και τις δύο αδελφές μου, γιατί και όπως ήταν φυσικό, αυτές ζήλευαν.
Από τούς καλοκαιρινούς μήνες ακόμη, μου έπλεκε μάλλινες μακριές και μέχρι το γόνατο κάλτσες, να τις φοράω τον χειμώνα, γιατί τα κοντά παντελόνια πού τότε μας φορούσαν, δεν μας προστάτευαν από το κρύο και αυτή ήθελε να είμαι ζεστός. Αυτά και άλλα πολλά έκανε για μένα και όλα αυτά τα έκανε και όταν ακόμη ήταν στεναχωρημένη μαζί μου.
Σας είπα ότι ήταν σωματικά ανάπηρη, γι’ αυτό και περπατούσε με την βοήθεια μιας πατερίτσας. Εξαιτίας αυτού, δεν μπορούσε να κινηθεί εύκολα και το βάδισμα της φάνταζε αστείο στα παιδικά μου μάτια.
Κάνοντας λοιπόν παιδιάστικες αταξίες εγώ, έπαιρνα την πατερίτσα της στα χέρια μου και μιμούμενος τον τρόπο που αυτή περπατούσε, έκανα τους υπόλοιπους του σπιτιού να γελούν εις βάρος της. Όταν έβλεπε η γιαγιά μου να κάνω κάτι τέτοιο, πολύ θύμωνε μαζί μου και με μάλωνε.
Λόγω της αναπηρίας της, ήταν αναγκασμένη να μένει πάντοτε μέσα στο σπίτι και σπάνια τολμούσε να κατέβει από τον δεύτερο όροφο τού σπιτιού μας κάτω στην αυλή. Αυτό βέβαια δεν την κρατούσε αποκομμένη από τον έξω κόσμο, γιατί και αρκετά κοινωνική ήταν και φιλική με τούς ανθρώπους ήταν. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, να την επισκέπτονται στο σπίτι και να την συντροφεύουν, πολλοί φίλοι και γνωστοί.
Ωστόσο, διάλεγε τους επισκέπτες της και όσοι από αυτούς ερχόταν να την επισκεφτούν, δεχόταν και τον όρο πού τούς έβαζε.
– Για να πιεις καφέ, θα πρέπει να μου πεις πρώτα μια ιστορία, ή ένα από τα παραμύθια που ξέρεις.
Αν κάποιος από τους επισκέπτες της, δεν ήξερε να της πει τίποτε από τα δύο, τότε δεν του έκανε καφέ. Αυτοί που συχνά την επισκεπτόταν όμως, ήταν επιλεγμένα μεγάλης ηλικίας άνθρωποι. Ήταν πάντα καλεσμένοι από την ίδια όπως είπα και λόγω ηλικίας, όλοι τους είχαν να της διηγηθούν κάποια ιστορία από τον τόπο τους. Ήταν πρόσφυγες αυτοί και τα παραμύθια τους ήταν από εκείνα τα παλιά, τα καλά και με νόημα, όπως τα έλεγε. Αν όμως ο καλεσμένος της, δεν είχε να της πει κάτι καλό, τότε, ή δεν τον καλούσε ξανά, ή του έκανε καφέ από σκέτο ρεβίθι. Αυτόν τον καφέ, τον αγόραζαν τότε για λόγους οικονομίας οι άνθρωποι και κυκλοφορούσε έτσι, από σκέτο και καβουρντισμένο ρεβίθι.
Από όλους αυτούς όμως, μόνον ένας είχε ανοικτή την πρόσκληση και κάθε μέρα σχεδόν την επισκεπτόταν. Αυτός ήταν ο μπάρμπα Κωνσταντής. Έλεγε τέτοια παραμύθια αυτός, πού μαγεμένη η γιαγιά από όσα άκουγε, δεν τον άφηνε να φύγει. Και όση ώρα της εξιστορούσε αυτός τα δικά του, αυτή συνεχώς του έλεγε.
– Μετά; Ύστερα;
Κουρασμένος εκείνος από την πολύωρη αφήγηση, της απαντούσε.
– Έ πια; Όλα σήμερα θα τα πούμε;
Σηκωνόταν μετά βαρύς, βαρύς και έφευγε. Ενώ κατέβαινε τα σκαλοπάτια, του φώναζε η γιαγιά μου.
– Όλο στη μέση με αφήνεις βρε Κωνσταντή. Αύριο να έρθεις πάλι. Μη με ξεχάσεις. Ακούς;
Καθισμένος εγώ σε μια γωνιά, παρακολουθούσα με το στόμα ανοικτό και κατέγραφα στη μνήμη μου, αυτά που άκουγα να εξιστορούνται εκεί από τον μπάρμπα Κωνσταντή και από τους άλλους επισκέπτες της γιαγιάς μου.
Όταν αργότερα ήμουν μαθητής στο γυμνάσιο, είχα να πω πολλές τέτοιες ιστορίες και παραμύθια της μικράς Ασίας. Αυτά, ευχαρίστως τα μετέδιδα κι εγώ στους ανθρώπους, όταν αυτοί με καλούσαν στα σπίτια τους, προκειμένου να τους γεμίσω τα χειμωνιάτικα βράδια τους. Έμεναν και κείνοι τότε, όπως κι εγώ, με το στόμα ανοικτό, από όσα άκουγαν κάτω από το αμυδρό φως της γκαζόλαμπας, γι’ αυτό και περίμεναν με ανυπομονησία να τους πω ακόμη μια ιστορία, πριν τους αφήσω μόνους.
Αφού λοιπόν παραπονέθηκα στη γιαγιά μου και κείνο το απόγευμα, για όσα φοβόμουν ότι θα συναντούσα την επομένη στο σχολείο, με χάιδεψε αυτή και όπως ήταν λογικό, με καθησύχασε με τις νουθεσίες της. Ωστόσο, την επομένη το πρωί πήγα στο σχολείο και μπήκα στην τάξη μου αρκετά σκεφτικός. Ο δάσκαλος όμως, τίποτε δεν μου είπε. Αρκέστηκε στο να δει πως πήγαινα και στα άλλα μαθήματα, γι’ αυτό και για κάμποσες μέρες ακόμη, δεν με σήκωνε να γράφω εγώ την ορθογραφία της ημέρας στον πίνακα, μάλλον για να σκεφθεί τι έπρεπε να κάνει με μένα.
Όταν όμως μετά από κείνες τις μέρες, βεβαιώθηκε ότι το πρόβλημα μου ήταν καθαρά και μόνο ορθογραφικό, τότε θεώρησε και αυτός αδιαφορία την αδυναμία μου, γι’ αυτό και χωρίς ενδοιασμούς, με ενέταξε στο γνωστό πια πρόγραμμα του ξυλοδαρμού με την βέργα.
Μιχάλης Αλταλίκης