Οι χιονίστρες

  mixail-150x1501Πέρασε εκείνη η δοκιμασία με τις περίεργες κούνιες και ο χειμώνας που ακολουθούσε, ήρθε πολύ γρήγορα. Ερχόμενος όμως αυτός, μου έφερε ως δώρο και δύο νέα προβλήματα υγείας, τα οποία και προστέθηκαν στον μακρύ κατάλογό μου. Το ένα ήταν ότι έτρεχε η μύτη μου αίμα με το παραμικρό και όταν πάλι έτρεχε αυτή, δεν σταματούσε εύκολα. Το μόνο αιμοστατικό που υπήρχε τότε πρόχειρα όπως είπαμε, ήταν ο καπνός, γι’ αυτό και μου έχωναν αρκετό και ψιλοκομμένο από αυτόν στη μύτη.

   Ήλπιζαν ότι έτσι θα σταματούσαν την αιμορραγία της μύτης μου, αφού ήξεραν ότι δεν μου περίσσευε το αίμα.

    Σε ένα άλλο παιδάκι που είχε και αυτό το ίδιο πρόβλημα με μένα, αλλά σε μεγαλύτερο βαθμό, ο αγροτικός γιατρός του επέβαλε να καπνίζει τσιγάρο και να φυσά τον καπνό του από την μύτη προς τα έξω, για να έχει με αυτόν τον τρόπο γρηγορότερα και καλύτερα αποτελέσματα. Με αυτή την συνταγή του γιατρού ανά χείρας, ο συμμαθητής μου κάπνιζε στα διαλείμματα μαζί με τον δάσκαλο.

   Το δεύτερο πρόβλημα που δέχτηκα εκείνο τον χειμώνα ήταν πολύ σοβαρό και δύσκολο, αν και αυτό με ενοχλούσε μόνο τους χειμερινούς μήνες. Μου παρουσιάστηκαν λοιπόν χιονίστρες στα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών μου και εξ αιτίας αυτών, πρηζόταν αυτά, κοκκίνιζαν στην συνέχεια και φαγούριζαν υπερβολικά. Μετά από αυτό, σχιζόταν το δέρμα μου σε κείνα τα σημεία και από τα σχισίματα, έτρεχαν αίματα. Είχαν δε τα δάχτυλα μου, την όψη του ψημένου λουκάνικου και από τον πόνο που μου προκαλούσαν  δεν  ήξερα  τι να τα κάνω.

  Ήταν δε αδύνατον να πλησιάσω κοντά σε σόμπα, γιατί τότε μεγάλωνε η ένταση της φαγούρας και αν πάλι τα έξυνα, τότε με πονούσαν πολύ. Και όχι μόνον πονούσαν, αλλά και αιμορραγούσαν. Αυτός ήταν και ο λόγος που με ανάγκαζε να κοιμάμαι σε κρύο και χωρίς θέρμανση δωμάτιο τον χειμώνα, γιατί σε κρύο περιβάλλον είχα μικρότερης έντασης φαγούρα.

 – Όλα τα είχε η Μαριορή, ο φερετζές της έλειπε είπε ο πατέρας μου, κουρασμένος από τις ασθένειες μου. Τι θα κάνουμε τώρα μ’ αυτό πρόσθεσε και από που να αρχίσουμε ψάχνοντας;

    Στεναχωρήθηκε και η μητέρα μου με όσα μου προστέθηκαν, γι’ αυτό και με κοιτούσε απελπισμένη, σαν κάτι να περίμενε να της πω εγώ. Αλλά και τι θα μπορούσα να της πω; Μήπως εγώ ήθελα να μου συμβαίνουν όλα αυτά; Μήπως εγώ ήθελα να τους παρουσιάζομαι προβληματικός; Ή μήπως εγώ επέλεξα να είμαι ασθενικός; Τίποτε από όλα αυτά δεν τα διάλεξα εγώ. Έτσι τα βρήκα και πολλές φορές προσπάθησα φιλοσοφώντας, να μάθω τον λόγο που γίνονται όλα αυτά σε μένα, αλλά απάντηση δεν έπαιρνα από πουθενά και από κανέναν.

   Με σήκωσε όμως μια μέρα στον πίνακα ο δάσκαλος μας, προκειμένου να γράψω κάτι και στην πρώτη λέξη που έγραψα, με φώναξε κοντά του. Εγώ νόμισα ότι έκανα κάποιο λάθος, γι’ αυτό και πήγα κοντά του με τα χέρια τεντωμένα και τις παλάμες μου ανοιχτές, έτοιμος να εισπράξω τις ανάλογες ξυλιές. Αυτός όμως, εξέταζε τα κόκκινα και πρησμένα χέρια μου από τις χιονίστρες, γι’ αυτό και μου είπε.

 – Πες τον πατέρα σου, ότι θα έρθω το απόγευμα να του μιλήσω.

 Ήρθε ο δάσκαλος το απόγευμα στο μαγαζί μας και τον άκουσα να εξηγεί στον πατέρα μου.

 – Είχα κι εγώ χιονίστρες όταν ήμουν μικρός και ξέρω τι πρέπει να κάνετε ώστε να γλιτώσει το παιδί από αυτό το πρόβλημα.

    Ανακουφίστηκε ο πατέρας μου με όσα άκουσε. Ανακουφίστηκα κι εγώ, για το ότι παράβλεψε ο δάσκαλός μου το πρόβλημα που είχα με την ορθογραφία και ασχολήθηκε με τα της υγείας μου. Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε, που τρέχοντας εγώ κατέβηκα τις σκάλες στο πρώτο κάλεσμα του πατέρα μου και με πολύ προσοχή άκουγα τις οδηγίες που μας έδινε ο δάσκαλος για τις χιονίστρες και αυτές ήταν πολύ απλές.

 -Αυτό είναι το όνομα του φαρμάκου που πρέπει να του πάρετε. Είναι σε μορφή ένεσης και το παιδί πρέπει να τις πίνει, έτσι όπως κάνουμε και με το σιρόπι. Μη φοβάστε και δεν μυρίζει καθόλου το φάρμακο. Το κουτί έχει είκοσι φιαλίδια μέσα και πρέπει να πάρει σύνολο δέκα κουτιά και μία ένεση την ημέρα. Εκτός αυτού, όταν έχουμε πολλά χιόνια, να τρέχει το παιδί ξυπόλητο πάνω σ’ αυτά, έως ότου να κοκκινίζουν τα πόδια του από το κρύο.

 Βλέποντας τον πατέρα μου να τον κοιτάζει περίεργα, πρόσθεσε.

 – Μη φοβάστε κύριε και δεν θα πάθει τίποτε το παιδί. Θα γίνει καλά. Έτσι έκανα κι εγώ και τώρα; Να, δέστε. Δεν έχω χιονίστρες.

 – Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα, είπε ο πατέρας μου και παρήγγειλε τις ενέσεις.

 Όταν τις πήραμε, τις έδειξε και στον αγροτικό γιατρό ο πατέρας μου, ο οποίος και είπε στοχαστικά.

 – Τίποτε δεν ξέρω γι’ αυτές. Εφόσον όμως έγινε καλά ο δάσκαλος, ας  τις δοκιμάσει το παιδί και βλέπουμε.

    Μ’ αυτό το σκεπτικό και μ’ αυτή την συνταγή, βρέθηκα να πίνω μαζί με τα χτυπητά αυγά την νύχτα και μια ένεση την ημέρα. Έτρεχα δε ξυπόλυτος πάνω στα πρώτα χιόνια και γι αυτόν τον σκοπό πηγαινοερχόμουν μια προς τα πάνω και μια προς τα κάτω στον δημόσιο δρόμο.

   Όποιος με έβλεπε να τρέχω ξυπόλητος στα χιόνια, έκανε τον σταυρό του και με το δίκαιό του, έλεγε.

 – Θα το μουρλάνουν το παιδί.

   Ωστόσο και μέχρι να μας εγκαταλείψει εκείνος ο χειμώνας, πρόλαβα και ήπια καμιά εκατοστή από εκείνες τις ενέσεις, όπως έκανα και αρκετά χιλιόμετρα τρέχοντας πάνω στα χιόνια. Κάποιος όμως από αυτούς που με έβλεπαν να τρέχω ξυπόλητος πάνω σ’ αυτά, ήρθε μια μέρα να μάθει από τον πατέρα μου, τον λόγο που γινόταν αυτό. Όταν ενημερώθηκε σχετικά, είπε και αυτός με σπουδή.

 – Και γιατί δεν βάλατε του παιδιού βδέλλες; Με τις βδέλλες ένα σωρό ασθένειες θεραπεύονται σήμερα και εσείς βάζατε το παιδί να τρέχει ξυπόλητο στα χιόνια;

 – Εννιά χρονών είναι το παιδί, ψέλλισε ο πατέρας μου, να του βάλουμε βδέλλες;

 – Μήπως με τις ενέσεις που του δώσατε να πιει, είπε αυτός, είχατε κανένα αποτέλεσμα;

    Πράγματι και δεν είχαμε αποτέλεσμα με αυτές, γι’ αυτό και επέμενε αυτός ότι πρέπει να τις βάλουμε. Απορούσε και ο δάσκαλος για το πως οι ενέσεις, φάνηκαν αναποτελεσματικές σε μένα, αφού όταν τις δοκίμασε αυτός είχαν επιτυχία. Ο γιατρός; Όπως πάντα, έλεγε τα ίδια.

 – Ας δοκιμάσουμε και τις βδέλλες και βλέπουμε.

    Και ο πατέρας μου σκεπτόταν το ενδεχόμενο να μου βάλουν τις βδέλλες, γιατί και αυτός είχε ακούσει καλά λόγια γι’ αυτές. Όσο για μένα που δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά, αφού το πρόβλημά μου παρέμενε, ήθελα δεν ήθελα, δοκίμαζα όσα μου πρότειναν ελπίζοντας ότι έτσι θα γλιτώσω τουλάχιστον από τις χιονίστρες.

   Δεν ήξερα τι ήταν εκείνες οι βδέλλες, όπως δεν ήξερα και τι ακριβώς θα μου έκαναν αυτές, γι’ αυτό και εύκολα δέχτηκα την συμμετοχή τους στην αποθεραπεία μου.

    Με κάθισαν λοιπόν ένα πρωινό πάνω σε ένα σκαμνί και μπροστά μου έβαλαν ένα μικρό τραπεζάκι. Τοποθέτησαν τα χέρια μου πάνω σ’ αυτό και έβαλαν στην συνέχεια τις παλάμες μου να ακουμπούν εκεί πάνω ανοικτές. Μόλις ετοιμάστηκα εγώ, έβγαλε από την τσέπη του αυτός με τις βδέλλες ένα μεταλλικό κουτί, μέσα στο οποίο, είχε κάτι περίεργα πλατιά και μαύρα σκουλήκια. Τα έπιανε αυτά στην συνέχεια και ένα ένα μετά, τα έβαζε να κολλήσουν όπως έλεγε, ανάμεσα στα δάκτυλα μου και στο σημείο πού αυτά ενώνονται με την παλάμη μας.

    Μου έβαλε πέντε από αυτές σε κάθε χέρι και αφού βεβαιώθηκε ότι όλες τους κόλλησαν, είπε με ικανοποίηση, ωραία και κάθισε δίπλα μου.

 – Μη φοβάσαι πρόσθεσε και δεν θα καταλάβεις τίποτε. Θα τραβήξουν αυτές όλο το σκοτωμένο αίμα που έχεις και έτσι θα γίνεις καλά.

 – Δεν νιώθω καμία ενόχληση από τις βδέλλες, του είπα, αλλά απορώ. Πως βρέθηκε μέσα μου αυτό το σκοτωμένο αίμα; Και ύστερα; Πόσο από αυτό έχω και χωρίς να το ξέρω, με βασανίζει;

 – Αυτό θα το δούμε σε λίγο είπε αυτός. Όσο όμως από αυτό υπάρχει μέσα σου, αυτές θα το βρουν και θα το τραβήξουν όλο. Το πώς βρέθηκε όμως μέσα σου, αυτό δεν το ξέρω.

 – Καλά, του είπα εγώ και πάλι με απορία. Αν αυτές τις αρέσει να πίνουν αίμα συνέχεια, πώς θα τις σταματήσουμε;

 – Μη φοβάσαι, έλεγε αυτός σίγουρος για τις γνώσεις του. Αυτές ξέρουν τι κάνουν και σε καμιά ώρα περίπου, θα αρχίσουν μια μια να ξεκολλούν από τα χέρια σου και να πέφτουν κάτω. Δεν κάνει όμως να τις τραβήξουμε εμείς από εκεί που βυζαίνουν, γιατί τότε δεν θα σταματάει το αίμα.

   Άρχισαν να με ζώνουν φίδια εμένα με όσα άκουγα, αλλά δεν μπορούσα να κάνω και διαφορετικά.

 – Μια ώρα δεν είναι πολύ, τους είπα. Ας περιμένω και βλέπουμε.

   Πέρασαν όμως δύο ώρες, πέρασαν τέσσερις, πέρασαν πέντε, κι αυτές ακόμη δεν έλεγαν να πέσουν, γι’ αυτό και ανησυχούσα.

 – Κάνε λίγο υπομονή ακόμη και θα πέσουν, έλεγαν και ξανάλεγαν όσοι ήταν εκεί και παρακολουθούσαν, αν και απορούσαν λέγοντας.

 – Μα είναι δυνατόν να έχει αυτό το παιδί τόσο πολύ μολυσμένο αίμα;

    Το έλεγαν αυτό οι άνθρωποι, γιατί ρουφώντας το αίμα μου οι βδέλλες, έγιναν σαν μεγάλα λουκάνικα και ήταν δέκα. Απορούσε και αυτός πού τις έφερε, για τον λόγο που αργούσαν να εγκαταλείψουν τη θέση τους αυτές, γι’ αυτό και τις κουνούσε με το δάχτυλό του, μήπως κι έτσι υποχωρήσουν.

   Άρχισαν να ανησυχούν και οι γονείς μου γι’ αυτήν την καθυστέρηση και μαζί με αυτούς, άρχισα να φοβάμαι κι εγώ, ότι θα με πεθάνουν αυτές.

    Μετά από λίγο όμως και όπως είπε αυτός που τις έφερε, άρχισαν μία μία να ξεκολλούν οι βδέλλες από τα δάχτυλά μου, παραφορτωμένες με το αίμα μου. Δύο από αυτές όμως, δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν με τίποτε, γι’ αυτό και ρουφούσαν ως αδηφάγες, όσο αίμα ακόμη μου απέμεινε.

    Αγανακτισμένος και κουρασμένος εγώ, καθώς βρισκόμουν στην ίδια θέση από το πρωί, τις τράβηξα κάποια στιγμή και τις πέταξα, γιατί βράδιασε και αυτές ακόμα ρουφούσαν το αίμα μου. Ζαλισμένος πλέον από την μεγάλη αφαίμαξη που μου έκαναν εκείνες οι βδέλλες, πήγα να  κοιμηθώ.

   Οι πληγές που μου άφησαν όμως, όντως δεν έκλειναν και έτρεχαν αίμα, ελαφρά μεν, αλλά για αρκετές ώρες ακόμη. Όσο για το αποτέλεσμα; Μη ρωτάτε. Κανένα.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *