Οι πρόσφυγες

    prosfygesΚοιμόμουν στο μπαλκόνι όπως είπα και μελετούσα τα πάντα εκεί κάτω από τον έναστρο ουρανό, μέχρι που να με πάρει ο ύπνος. Αφού κοιμόμουν έξω όμως, ξυπνούσα και πρώτος τα πρωινά, γι’ αυτό και έβλεπα πολλά από όσα γίνονταν στην γειτονιά μας.

  Ξύπνησα όμως κατά τις πέντε ένα πρωινό, από τις έντονες κουβέντες που γίνονταν στο δρόμο, όπως και κάτω από το μπαλκόνι μας.

   Όταν άνοιξα τα μάτια μου και κοίταξα προς τον δρόμο, τα έχασα από το θέαμα που αντίκρισα. Μπροστά από το σπίτι μας και κατά μήκος του δρόμου και σε μια απόσταση γύρω στα διακόσια μέτρα, παρκάρισε ένα πολύ μεγάλο καραβάνι από βοϊδάμαξες.

  Ήταν τοποθετημένες η μία πίσω από την άλλη και τα βόδια που ήταν ζεμένα σ’ αυτές φάνταζαν σαν ελέφαντες, δεδομένου ότι είχαν το διπλάσιο μέγεθος από τα μέχρι τότε γνωστά σε μας μεγάλα βόδια εργασίας. Ήταν καμιά σαρανταριά εκείνες οι βοϊδάμαξες και πάνω σε κάθε μια απ’ αυτές, ήταν στριμωγμένα τα μέλη της οικογένειας που την διέθετε. Σε όσες απ’ αυτές μπόρεσα να μετρήσω, τα μέλη τους ήταν πλέον των δέκα ατόμων και όλοι μαζί αποτελούσαν το δυναμικό ενός ολόκληρου χωριού.

   Δεν πρόλαβα καλά καλά να συνειδητοποιήσω το τι γινόταν και άκουσα τους ανθρώπους που ήταν κάτω από το μπαλκόνι μας να μου λένε.

 – Πες τον πατέρα σου να βγει έξω, γιατί θέλουμε να του μιλήσουμε.

    Τα μισά από αυτά που άκουσα ήταν τούρκικα και τα άλλα μισά ποντιακά. Εγώ και μόνον που τους είδα εκεί κάτω από το μπαλκόνι μας, κατάλαβα ότι ήρθε η καταστροφή μας, γι’ αυτό και έψαχνα τρόπο να τη σταματήσω. Αυτός ήταν και ο λόγος που ξύπνησα τη μητέρα μου μπαίνοντας στο σπίτι. Όταν είδε και αυτή από το παράθυρο όσα πρόλαβα να τις εξηγήσω, είπε απελπισμένα.

 – Πάει καήκαμε.

  Βγήκα πάλι έξω και είπα ψέματα στους ανθρώπους, σε συνεννόηση με τη μητέρα μου, ότι δήθεν έλειπε ο πατέρας μου, ότι θα λείπει αυτός για πολλές μέρες και ότι ήταν καλύτερα γι’ αυτούς να φύγουν.

  Δεν έδωσαν σημασία σ’ αυτά που τους είπα, γιατί όπως φάνηκε αργότερα, ήταν και διαβασμένοι και καλά πληροφορημένοι. Είχαν έτοιμο δε και το σχέδιο της αντιμετώπισης των όσων άκουσαν, γι’ αυτό και μου είπαν.

 – Δεν πειράζει. Εμείς θα μείνουμε εδώ και θα τον περιμένουμε, μέχρι να επιστρέψει. Άλλωστε, δεν έχουμε και που αλλού να πάμε.

  Ήταν αποφασισμένοι να κάνουν αυτό που είχαν βάλει στο μυαλό τους και ήξεραν πολύ καλά το δικό μας αδύνατο σημείο, όπως το ξέραμε κι εμείς άλλωστε. Και ενώ αυτοί πατούσαν καλά και στο στόχο τους, εμείς δεν είχαμε καμιά ελπίδα σωτηρίας, αφού το κακό ήταν εκεί έξω και μας περίμενε.

    Ξύπνησε και ο πατέρας μου εν τω μεταξύ από τις φωνές αυτών, των κατά τα άλλα απελπισμένων ανθρώπων, γι’ αυτό και κατεβαίνοντας ρωτούσε να του πουν, τι ήθελαν από μας.

   Λαμβάνοντας το λόγο κάποιος που παρουσιάστηκε ως αρχηγός τους, μας εξιστόρησε στη γλώσσα τους τις περιπέτειες που έζησαν και από τα συμφραζόμενα αυτά, καταλάβαμε να λένε στον πατέρα μου.

 – Είμαστε μετανάστες και από τους τελευταίους της ανταλλαγής που άρχισε να γίνεται το είκοσι δύο. Από κάποιο λάθος ή από αδιαφορία των υπευθύνων, εμάς μας έστειλαν να εγκατασταθούμε στη Πίνδο και να καλλιεργήσουμε εκεί τα ορεινά και άγονα βουνά της, παραβλέποντας ότι ήμαστε αγρότες και μάλιστα βαριά εξοπλισμένοι. Όταν και μετά από πολλούς κόπους φτάσαμε εκεί, ψάξαμε παντού αλλά πουθενά δεν βρήκαμε έστω και λίγη γόνιμη γη να καλλιεργήσουμε. Αυτός ήταν και λόγος που μας ανάγκασε να φύγαμε μια μέρα από εκεί, προκειμένου να βρούμε αλλού και μόνοι μας τη γη που χρειαζόμαστε. Από τότε λοιπόν ψάχνουμε και από τότε γυρίζουμε από χωριό σε χωριό και από περιοχή σε περιοχή και αφού αλωνίσαμε όλη την Ήπειρο χωρίς αποτέλεσμα, φτάσαμε και στη Μακεδονία. Ήρθαμε μέχρις εδώ, ελπίζοντας ότι θα βρούμε στους δικούς της κάμπους, τουλάχιστον τη γη που χρειαζόμαστε και με την δουλειά μας να ζήσουμε κι εμείς τις οικογένειές μας. Δυστυχώς όμως, πουθενά δεν βρήκαμε ελεύθερη καλλιεργήσιμη γης, αλλά ούτε και χέρσα τέτοια βρήκαμε. Όπου και να πήγαμε όμως εμείς οι ταλαίπωροι, από όπου κι αν περάσαμε, όλοι μας έδιωξαν, γιατί παντού φέρνουμε τη καταστροφή. Το κόστος της συντήρησής μας είναι πολύ μεγάλο, γι’ αυτό και όσοι από τους ανθρώπους τόλμησαν να μας φιλοξενήσουν έστω και για λίγο, είτε ιδιώτες ήταν αυτοί, είτε φορείς, καταστράφηκαν οικονομικά. Αυτός είναι και ο λόγος που μας διώχνουν από όπου κι αν περνάμε, γιατί κανείς δεν έχει την δυνατότητα να μας φιλοξενήσει και μάλιστα για μακρύ χρονικό διάστημα. Ψάχνοντας λοιπόν να ενταχθούμε κάπου, φτάσαμε και στην δική σας περιοχή, όπου και αναφέραμε τον πόνο μας στους ανθρώπους που συναντήσαμε. Αυτοί λοιπόν, μας έστειλαν σε σας, γιατί όπως μας είπαν, εσύ μπορείς να κάνεις κάτι για μας και ότι δεν θα μας διώξεις άπραγους.

   Τελειώνοντας την αφήγησή του, ούτε λίγο ούτε πολύ, ζητούσε όχι μόνον να τους βοηθήσει ο πατέρας μου, αλλά και να τους συμπαρασταθεί μάλιστα, προκειμένου να επιβιώσουν.

  Αυτά που του ζητούσαν όμως, δεν ήταν και λίγα πράγματα. Ήθελαν να τους βρει χωράφια να καλλιεργήσουν. Να τους πιστώσει τόσο, που να μπορούν να καλύψουν όλες τους τις ετήσιες ανάγκες σε τρόφιμα και υλικά που θα χρειάζονταν, προκειμένου να στήσουν τα νοικοκυριά τους. Να καλύψει την υγειονομική τους περίθαλψη και να εγγυηθεί την αποπληρωμή των ενοικίων, για τα χωράφια που θα χρησιμοποιούσουν.

    Μπροστά στην ανάγκη τους να επιβιώσουν, υπόσχονταν με πολύ σθένος ότι θα εξοφλήσουν τα χρέη που θα τους προκύψουν, από την συγκομιδή των σιτηρών και την πώληση των καπνών που θα καλλιεργούσαν και καθόλου δεν υπολόγιζαν ότι, κανείς λογικός δεν μπορεί να στηριχθεί στη παραγωγή που θα έχει, αφού δεν είναι δυνατόν να την εξασφαλίσει.

   Ωστόσο, τους άκουσε με προσοχή ο πατέρας μου και έδειξε κατανόηση για τα βάσανα που δήλωσαν ότι πέρασαν, αλλά και τους είπε ψύχραιμα.

 – Δεν έχω να σας δώσω χωράφια. Δεν έχω ούτε και τη δυνατότητα να καλύψω όλες σας τις ανάγκες και μάλιστα για ένα χρόνο όπως λέτε ότι θέλετε. Συμμερίζομαι όμως την αγωνία σας να επιβιώσετε, γι’ αυτό και ευχαρίστως να αναλάβω τη διατροφή σας τουλάχιστον και αυτό μάλιστα για όσο χρονικό διάστημα θα ψάχνετε να βρείτε που να εγκατασταθείτε. Πέραν αυτού όμως, δεν μπορώ να κάνω τίποτε περισσότερο και δεν είναι λίγο αυτό, αν υπολογίσετε ότι εσείς είστε ένα ολόκληρο χωριό.

   Ανακουφιστήκαμε εμείς όταν ακούσαμε τον πατέρα μου να παίρνει μια τόσο ψύχραιμη απόφαση απέναντι στο πρόβλημα, που από το πουθενά μας προέκυψε, γι’ αυτό και νομίσαμε προς στιγμή ότι γλιτώσαμε.

    Καθόλου όμως δεν πτοήθηκαν οι πρόσφυγες από όσα άκουσαν να τους λέει, γι’ αυτό και πήγαν μέχρι τα κάρα τους, από όπου έφεραν και έριξαν στα πόδια του καμιά εικοσαριά αδύνατα παιδάκια, όπως και αρκετούς υπέργηρους και αδύναμους ανθρώπους, οι οποίοι και του έλεγαν με τρεμάμενη φωνή.

 – Δεν έχουμε που αλλού να πάμε. Αν δεν μας αναλάβεις εσύ, θα μείνουμε εδώ να πεθάνουμε στο δρόμο και μάλιστα μπροστά στο μαγαζί σου. Μετά από αυτό, να σκέφτεσαι εσύ, το τι λόγο θα δώσεις στον Θεό, που μας εγκατέλειψες.

 Μάτωσε η καρδιά του πατέρα μου, από όσα άκουσε, γι’ αυτό και τους είπε.

 – Θα σας απαντήσω, αφού ακούσω πρώτα και τη γνώμη της οικογένειας, γιατί όποια κι αν είναι η δική μου απόφαση, θα έχει επίπτωση και στη δική τους ζωή.

  Τους έδωσε ωστόσο όσα ζυμωτά ψωμιά είχαμε για εμάς, ελιές, χαλβά, τσάι, νερό και μια μεγάλη κατσαρόλα, ώστε να ετοιμάσουν μόνοι τους το πρωινό τους, αφού όπως μας είπαν, ήταν από ταξίδι και δεν είχαν τίποτε μαζί τους για φαγητό.

   Μετά από λίγο φώναξε κι εμάς μέσα στο μαγαζί ο πατέρας μου, προκειμένου να συσκεφτούμε εκεί όπως είπε, για το ποια απάντηση θα δίναμε σε κείνους τους ανθρώπους, όπως και ποια στάση θα κρατούσαμε στο πρόβλημα τους.

 – Σκεφτείτε μάνα και γιος, είπε, και πέστε μας τι να κάνουμε.

   Το ταμείο της επιχείρησης το κρατούσα εγώ και εξ αυτού, ήξερα πολύ καλά και ποιες ήταν οι δικές μας δυνατότητες. Εκείνο το χρονικό διάστημα λοιπόν, τροφοδοτούσαμε συνολικά δώδεκα χωριά και ο ετήσιος τζίρος μας, ήταν στα πέντε εκατομμύρια σε δραχμές περίπου. Αναφέρω δραχμές, αφού τότε άλλαξαν τα παλιά και πληθωριστικά χρήματα και καταργήθηκε το χιλιάρικο που είχε αξία μιας δραχμής. Τα έδιναν φιλοδώρημα στα παιδιά αυτά, για να πάρουν δέκα καραμέλες. Το ίδιο έγινε τότε και με την οκά, όταν αντικαταστάθηκε από το κιλό.

 Σκεπτόμενος λοιπόν τις δικές μας δυνατότητες, είπα στον πατέρα μου.

 – Το μισό του τζίρου μας είναι σε μετρητά και το άλλο μισό σε πίστωση. Οι περισσότερες από τις ετήσιες ανάγκες των ήδη πελατών μας, είναι ανάγκες σε τρόφιμα και αυτοί μας χρωστούν τα μισά του τζίρου μας. Οι νέοι καταναλωτές όμως, θέλουν τα πάντα. Σπίτια να μείνουν. Ενοίκια σε χωράφια που πρέπει να δώσουν. Σπόρους να φυτέψουν. Υλικά για τα σπίτια που θα κτίσουν. Ρούχα να ντυθούν αυτοί και τα παιδιά τους. Έξοδα για γάμους και για βαφτίσια, για φάρμακα και γιατρούς, για ζώα και ανθρώπους.

   Όλα αυτά τα έξοδα, θα ξεπεράσουν κατά πολύ τον τζίρο που κάνουν όλα τα χωριά μαζί και από ό,τι μας είπαν οι νεοφερμένοι θα τα χρωστούν, αφού δεν θα έχουν να μας δώσουν τώρα, ούτε μια δραχμή. Πώς λοιπόν να αναλάβουμε μια τέτοια υποχρέωση, τη στιγμή που δεν έχουμε την απαιτούμενη οικονομική αντοχή;

 Αφού άκουσε την δική μου θέση, είπε και στη μητέρα μου.

 – Εσύ τι λες, γυναίκα;

 – Εγώ λέω, ότι αν κάνεις καμιά κουτουράδα και τους αναλάβεις, όχι μόνον θα χάσουμε όλα όσα έχουμε, αλλά και θα χρωστάμε τις ανάγκες που ζητούν να τους καλύψουμε. Θα σε παρακαλέσω λοιπόν, να σκεφτείς πολύ καλά όχι μόνον αυτούς, αλλά και το δικό μας, όπως και το μέλλον των παιδιών μας. Και αφού υπολογίσεις πόσο κόπο κάναμε για να έχουμε ότι έχουμε, καλά θα κάνεις να βγάλεις από το μυαλό σου ό,τι και αν σκέπτεσαι γι’ αυτούς τους ανθρώπους, πριν είναι πολύ αργά για όλους μας.

 Μόλις ολοκλήρωσε και η μητέρα μου το σκεπτικό της, άκουσα τον πατέρα μου να λέει.

 – Βλέπω λοιπόν, ότι μάνα και γιος συμφωνείτε και ότι με την στάση σας δεν νοιάζεστε καθόλου γι’ αυτούς τους ανθρώπους. Καλά τι άνθρωποι είστε; Δεν φοβάστε τον Θεό; Τι λόγο  θα Του δώσετε;

   Αυτό ήταν που φοβόμασταν εμείς. Την αδυναμία που είχε ο πατέρας μου προς τους γέρους και τα μικρά παιδιά. Το πληροφορήθηκαν προφανώς οι πρόσφυγες, γι’ αυτό και τον πίεζαν συναισθηματικά.

   Διεκδικώντας λοιπόν την επίλυση του δικού τους προβλήματος, δεν δίστασαν να εκμεταλλευτούν τη δική του αδυναμία, αυτήν που για μας φάνταζε ως εφιάλτης, γι’ αυτό και πασχίζαμε να τον απεγκλωβίσουμε, μήπως και έτσι περισώζαμε τα υπάρχοντά μας.

   Αφού δεν μπορούσε όμως να ξεπεράσει τον εαυτό του ο πατέρας μου, ήταν σίγουρο πλέον, ότι θα έκανε όσα του ζητούσαν εκείνοι οι άνθρωποι, όσο και αν εμείς προσπαθούσαμε να του αλλάξουμε το σκεπτικό του. Φοβόμασταν το αποτέλεσμα των χειρισμών του και με το δίκαιό μας βέβαια, γιατί συμμετέχοντας σε τόσο μεγάλες υποχρεώσεις, θα βάζαμε σε μεγάλο κίνδυνο τη δική μας οικονομική ευρωστία και όπως φαινόταν, θα την χάναμε εξαιτίας τους.

    Προέβλεψα θαρρείς ότι θα γίνει κάτι τέτοιο, από την στιγμή που είδα εκείνους τους πρόσφυγες να είναι τα χαράματα έξω από το μαγαζί μας, γι’ αυτό και είπα μέσα μου και με σιγουριά τότε. Ότι από εδώ και πέρα, τίποτε ποια δεν θα είναι όπως πριν και ότι τόσο το οικογενειακό μας, όσο και το προσωπικό μου μέλλον, θα είναι δυσοίωνο. Το πληροφορήθηκα βέβαια αυτό, όταν καθισμένος στη καρέκλα έξω από το μαγαζί πριν από καιρό, μάθαινα μελετώντας τη ζωή μου, ότι στο εξής θα ζω με τόσα χρήματα ως εργαζόμενος, που θα είναι μεν αρκετά ώστε να επιβιώνω αξιοπρεπώς, αλλά όχι τόσα, ώστε να στηρίζομαι πάνω τους.

    Του είπα λοιπόν εγώ του πατέρα μου, του είπε και η μητέρα μου, ότι όντως είναι μεγάλο το ρίσκο και ότι η ευθύνη είναι πολύ μεγάλη και ότι αν πούμε τώρα ναι, δεν θα μπορούμε ύστερα να τους το αρνηθούμε. Εκείνος όμως τίποτε δεν άκουγε.

 – Μη φοβάστε, έλεγε. Θα τα φέρουμε βόλτα. Στο κάτω κάτω ό,τι έχουμε, από τους ανθρώπους το κάναμε. Γι’ αυτό το λόγο λοιπόν, πρέπει να δώσουμε και σ’ αυτούς μια ευκαιρία. Αφού κανείς άλλος δεν τους βοήθησε, ας τους βοηθήσουμε εμείς. Και ύστερα; Τι στεναχωριέστε; Δικά σας είναι; Του Θεού είναι όλα. Αυτός φέρνει Αυτός παίρνει. Ας κάνει Αυτός ότι νομίζει στα υπάρχοντα Του.

   Αυτά είπε σε μας και βγήκε έξω από το μαγαζί, όπου και υποσχέθηκε σε εκείνους τους πρόσφυγες, ότι θα χρηματοδοτήσει την επιβίωσή τους.

   Αφού πήραν τον λόγο του πατέρα μου αυτοί, μάζεψαν τα κάρα και τους ανθρώπους τους από τον δρόμο και ευχαριστώντας τον, γύρισαν προς τα πίσω και πήγαν να εγκατασταθούν σε ένα από τα παραλίμνια χωριά και εκεί που τους υποσχέθηκε ότι θα βρουν διαθέσιμα χωράφια, ώστε να τα καλλιεργήσουν με ενοίκιο.

    Δεν τα έκανε όλα αυτά στον βρόντο ο πατέρας μου. Ήλπιζε, ότι θα δουλέψουν οι πρόσφυγες τα χωράφια τους και ότι θα έχουν στο τέλος της χρονιάς την απαιτούμενη σοδειά, ώστε να πάρει και αυτός πίσω την χρηματοδότηση που τους υποσχέθηκε. Ούτε και αυτοί αδιαφόρησαν, γιατί μπήκαν αμέσως στο πρόγραμμα τους και ψάχνοντας για χωράφια βρήκαν μερικά, γι’ αυτό και τα καλλιεργούσαν. Μαζί με αυτά όμως, άρχισαν να χτίζουν τα σπίτια τους όπως και να καλύπτουν τις καθημερινές τους ανάγκες, έναντι της σοδειάς που θα είχαν, αν είχαν, είτε από τα καπνά, είτε από τα σιτηρά τους.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *