Ο Κουταλιανός της γειτονιάς μας

laxanagoraΠροκειμένου να πάμε παρέα στο σχολείο με την συμμαθήτριά μου, κάθε μέρα πήγαινα εγώ και την έπαιρνα το πρωί από το σπίτι της. Έμενε σε ένα στενό λίγο πιο πέρα από την πολυκατοικία που ήταν το δικό μας σπίτι και στην ίδια οικοδομή, με τον Κουταλιανό της γειτονιάς μας.

 Ο δικός μας λοιπόν Κουταλιανός, ήταν ένας σαραντάρης στην ηλικία τύπος, πολύ δυνατός και γιγαντόσωμος άνδρας, ο οποίος δούλευε ως αχθοφόρος στην λαχαναγορά, τότε που αυτή είχε την έδρα της στην οδό Αγίου Δημητρίου.

 Λίγο ή πολύ, όλοι οι αχθοφόροι εκείνης της εποχής το ίδιο μ’ αυτόν ήταν δυνατοί, αφού όλων των ειδών τα φρούτα και λαχανικά, με τα δικά τους  χέρια κατέβαιναν από τα κάρα και τα φορτηγά της εποχής τους.

 Όλοι τους λοιπόν ήταν δυνατοί και όλοι τους ήταν τέτοιοι σωματικά, που έπρεπε να τους φοβάται κανείς, αλλά και να τους υπολογίζεις αρκετά βεβαίως, αν δεν ήθελε να βρεθεί αντιμέτωπος με τον θυμό τους ή με την ιδιοτροπία τους.

 Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε, που κανένας δεν σκεφτόταν να τα βάλει μαζί τους, είτε εργαζόμενος ήταν εκεί, είτε περαστικός. Ακόμη και μεταξύ τους απέφευγαν τους καυγάδες αυτοί, στηριζόμενοι σ’ εκείνη την παροιμία που θέλει τον Γιάννη να φοβάται το θεριό και το θεριό τον Γιάννη.

 Πού και πού όμως έσπαζε η τάξη και τότε; γίνονταν πολύ γεροί καβγάδες εκεί. Οι απρόσεκτοι και οι εγωιστές ήταν αυτοί που τους προκαλούσαν και όταν γινόταν αυτό; έπεφτε πολύ ξύλο.

 Κατά διαστήματα, έκανε την εμφάνιση του εκεί και ένας τσικλίμαγκας, από εκείνους τους ξεχασμένους τύπους της εποχής του σαράντα. Ήταν φορτωμένος μαγκιά αυτός και προκαλούσε τους πάντες στην λαχαναγορά, φορώντας από την πολύ του την μαγκιά, μόνον το ένα μανίκι από το σακάκι του.

 Όταν έκανε αυτός τέτοια πράγματα, κανένας δεν τον ανεχόταν, γι αυτό και έτρωγε πολύ ξύλο από τους αχθοφόρους. Και δεν σταματούσαν να τον δέρνουν αυτοί, όσο και αν βλακωδώς αυτός τους ζητούσε να απαντήσουν στο ερώτημα του.

 – Ξέρετε ρε σεις ποιος είμαι εγώ;

 Ο Κουταλιανός της γειτονιάς όμως ήταν τέτοιος τύπος ανθρώπου, που δεν χρειαζόταν καμιά πρόκληση προκειμένου να δείρει κάποιον. Την έπαιρνε από μόνος του αυτήν, αφού του την επέβαλε στο προβληματικό μυαλό του, το βαθιά αγκυροβολημένο εκεί τυπικό του και αυτό πάλι, κανείς και με τίποτε δεν μπορούσε να του το αφαιρέσει.

 Από την στιγμή που έβγαινε από το σπίτι του, με προορισμό τον χώρο της εργασίας του, όποιον άνθρωπο συναντούσε να βαδίζει στο ίδιο πεζοδρόμιο με αυτόν, μα μικρός ήταν, μα μεγάλος ήταν, τον έδερνε και τον έδερνε έτσι, χωρίς κανένα λόγο.

 Οι μηνύσεις που του έκαναν τα θύματα εκείνης ανεξήγητης, ασυνήθιστης, όσο και κακής συμπεριφοράς για λογικό άνθρωπο, ήταν πολλές και οι αστυνομικοί που τις δεχόταν, είχαν βαρεθεί να του κάνουν κάθε μέρα και νέες  συστάσεις.

 Αν τις φας όμως πρωί, πρωί και χωρίς κανένα λόγο, άντε να σου περάσει μετά ο θυμός, με το αν γίνουν ή όχι συστάσεις στον Κουταλιανό. Γι αυτόν τον λόγο λοιπόν, όσοι εργαζόταν στην λαχαναγορά, ή έμεναν εκεί κοντά όπως εμείς και ήξεραν το τυπικό του όπως και εγώ, απέφευγαν ως σώφρονες γείτονες να χρησιμοποιούν το ίδιο πεζοδρόμιο μ’ αυτόν, όταν ήταν πρωί και πριν ακόμη γίνει οκτώ.

 Αφού λοιπόν δεν ήθελα να βρεθώ κι εγώ αντιμέτωπος με κείνο τι θηρίο, πρόσεχα πολύ όταν πήγαινα να πάρω την συμμαθήτριά μου. Χτυπούσα πρώτα το κουδούνι τους συνθηματικά και αμέσως μετά απομακρυνόμουν από εκεί.

 Ανέβαινα την μικρή ανηφόρα που είχε ο δρόμος τους και στεκόμουν για λόγους ασφαλείας καμιά τριανταριά μέτρα μακριά από την είσοδο της πολυκατοικίας τους και εκεί περίμενα τον ερχομό της.

 Όταν έβγαινε ο Κουταλιανός νωρίτερα από την συμμαθήτρια μου έξω και έβλεπε να την περιμένω εγώ από μακριά, με φοβέριζε λέγοντας.

 – Ου ρε.  Δεν θα σε πιάσω καμιά φορά; Να δεις τι θα σε κάνω.

 Και ενώ έλεγε αυτά, έκανε τάχα ότι τρέχει να με πιάσει. Για να αποφύγω αυτό το ενδεχόμενο, ανέβαινα όπως καταλαβαίνετε καμιά δεκαριά μέτρα παραπάνω την ανηφόρα τους, έτσι για να σιγουρέψω την ασφάλεια μου, αφού αυτός δεν λογάριαζε κανέναν όπως είπα, μα μικρός ήταν μα μεγάλος.

 Φοβόμουν λοιπόν να τον αντιμετωπίσω, αφού ήξερα ότι κανείς από τους περαστικούς δεν θα μπορούσε να σταματήσει εκείνο το θηρίο από τον σκοπό του, χωρείς να δεχθεί και αυτός τις επιπτώσεις της συμπαράστασης που θα ήθελε να μου δώσει.

 Αν όμως κατέβαινε η συμμαθήτριά μου πρώτη από την πολυκατοικία τους και έβλεπε να την περιμένω εκεί πάνω από φόβο μη βρω τον Κουταλιανό μπροστά μου, γελούσε αυτή και με κορόιδευε.

 – Τι τον φοβάσαι βρε συ. Ανθρωπάκι του θεού είναι αυτός. Ούτε μύγα δεν πειράζει. Δεν το βλέπεις; Αλλά τέτοιοι είστε. Παριστάνετε τους άντρες και όμως, τα κάνετε πάνω σας από τον φόβο.

  Ό,τι και αν της έλεγα εγώ, για το ιστορικό όπως και για το κακό τυπικό του Κουταλιανού της γειτονιάς μας, αυτή γελούσε.

 – Ποιος καλέ; Αυτός; Μα δεν βλέπεις τι αγαθός άνθρωπος είναι; Μη φοβάσαι βρε συ όταν έρχεσαι εδώ. Θα σε προστατεύω εγώ.

 Τέτοια έλεγε λοιπόν αυτή και όχι μόνον με κορόιδευε, αλλά και με την ψυχή της γελούσε, όπως και με συμβούλευε στην συνέχεια.

 – Μα που πας και τα σκέφτεσαι όλα αυτά; Μαζί μ’ αυτά τα ωραία που ζωγραφίζεις, καλά θα κάνεις να γράφεις κιόλας, γιατί όπως το βλέπω, έχεις μεγάλη φαντασία. Και όχι μόνον αυτό, αλλά και να με κάνεις να γελάω μπορείς, γι αυτό λοιπόν, σκέψου πολύ σοβαρά αυτά που σου λέω. Μπορείς να γίνεις πολύ καλός συγγραφέας.

 Αυτά λοιπόν έλεγε αυτή τότε και γελούσε όπως καταλαβαίνετε και ποτέ της δεν πίστεψε όσα με κάθε ειλικρίνεια της έλεγα εγώ, θεωρώντας ότι όλα αυτά δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά αποτέλεσμα της μεγάλης φαντασίας που διέθετα.

 Και δεν ήταν μόνον αυτή που γελούσε μαζί μου, ήταν και άλλοι που έκαναν το ίδιο εκ του ασφαλούς, αλλά δεν ερχόταν να διαπιστώσουν από μόνοι τους αν ήταν ή όχι αλήθεια, τα καμώματα του Κουταλιανού που τους ανέφερα.

 Έβγαζαν εύκολα και ακίνδυνα γι αυτούς συμπεράσματα και όπως γίνετε τις περισσότερες φορές και από πείρας μπορώ να το βεβαιώσω πλέον αυτό, πολύ ποιο εύκολα τρώει κανείς το ψέμα από την αλήθεια, όταν δεν μπορεί να δεχθεί ως αληθινά, αυτά που δεν φαντάζεται ο ίδιος και από σύμπτωση και μόνον τα βλέπει ο διπλανός του.

 Έχοντας μια τέτοια νοοτροπία κανείς, γίνεται θύματα του εαυτού του, αφού του απαγορεύει την δυνατότητα να δει αλήθεια και μέσα από το οπτικό πεδίου του διπλανού του, όποιος και αν είναι αυτός, όπως και αν του τα παρουσιάζει.

 Βλέποντας λοιπόν κανείς αλήθεια, μόνον σε όσα εκείνος βλέπει και μπορεί να υπολογίζει ως τέτοια, τότε κάνει πολλά χαζά και αυτός είναι ο λόγος που η ημιμάθεια θεωρείτε χειρότερη της αμάθειας, αφού με μισή ή και με καθοδηγούμενη αλήθεια, ότι αποτέλεσμα και αν βγάλει κανείς, θάβει πρωτίστως τον εαυτό του.

 Θάβει μετά ευκόλως και τον διπλανό του και έτσι χωρείς καν να το υπολογίζει, γίνεται άνευ βοηθείας, εχθρός του εαυτού του.

 Για να περάσουμε όμως στον Κουταλιανό της γειτονιάς μας, σας λέω ότι τον είδα ένα πρωινό να βγαίνει αυτός πρώτος από την οικοδομή τους και μάλιστα πολύ νωρίτερα από την συμμαθήτριά μου.

 Όταν εντόπισε την θέση της αναμονής μου, με φοβέριζε και πάλι.

 Την ίδια στιγμή όμως, βγήκε από σύμπτωση στο μπαλκόνι τους η γυναίκα του, την οποία για πρώτη μου φορά την έβλεπα. Το μπαλκόνι τους ήταν στον ημιώροφο της πολυκατοικίας και όταν αυτή στηρίχθηκε στα κάγκελα κοιτώντας προς τον δρόμο, την είδα να κρατά μια χορταρένια σκούπα στα χέρια της.

 Άκουσε τις φοβέρες που εξαπέλυε ο Κουταλιανός κοιτώντας προς το μέρος μου, γι αυτό και απευθυνόμενη προς αυτόν, τον μάλωνε. Και δεν τον μάλωνε μόνον, αλλά και με την σκούπα στο χέρι της τον απειλούσε.

 – Αριστείδη? Άφησε ήσυχο το παιδί. Και πού είσαι; Μη ξεχάσεις να πάρεις αυτά που σου είπα.

 Και δεν της έφτανε αυτό, αλλά κουνώντας απειλητικά την σκούπα που κρατούσε, τον φοβέριζε ακόμη περισσότερο.

 – Μην τυχών και έρθεις στο σπίτι χωρίς αυτά. Ακούς;

 Σαν άκουσα εγώ, να του μιλάει έτσι αυτή, είπα μέσα μου.

 – Πάει. Θα πεθάνει αυτή τώρα. Θα βάλει αυτός την χερούκλα του μέσα από τα κάγκελα και θα την τραβήξει έξω από εκεί, όπως ακριβώς κάνουν οι γάτες, όταν βγάζουν τα πουλιά με τον ίδιο τρόπο μέσα από τα κλουβιά τους.

 Το είπα αυτό εγώ, γιατί εκείνη η γυναίκα που πρώτη μου φορά την έβλεπα και όπως διαπιστώθηκε ήταν η δική του γυναίκα, ήταν πολύ κοντή και λεπτή, σαν παιδούλα.

 Ενώ λοιπόν εγώ περίμενα να δω όσα υπολόγιζα, άκουσα αυτόν τον γιγαντόσωμο Κουταλιανό, να της λέει με τρεμάμενη φωνή.

 – Ναι γυναικούλα μου, μην ανησυχείς. Θα τα φέρω όλα και όπως μου τα είπες.

 Τα έχασα. Εκείνο το θεριό, που έδερνε όποιον ήταν κατά λάθος το πρωί στο ίδιο πεζοδρόμιο μαζί του, γινόταν γατούλα μπροστά σ’ εκείνο το δείγμα από γυναίκα.

 – Ου ρε, τον φώναξα και εγώ με την σειρά μου. Και μας παριστάνεις τον άντρα.

 Έκανε πως θέλει να με κυνηγήσει αυτός, αλλά έμεινε κόκαλο στην θέση του, μόλις άκουσε την φωνή της γυναίκα του να του φωνάζει.

 – Αριστείδη?

 Ένα ξερό ναι είπε αυτός μόνον και έφυγε από εκεί τρέχοντας σχεδόν.

 Μετά από όσα είδα να γίνονται εκεί και στο στενό δρομάκι που έμενε η συμμαθήτρια μου και σε συνδυασμό με την ασυλλόγιστη γυναίκα του συνεταίρου μας, άρχισα να φοβάμαι πια τις γυναίκες, πιστεύοντας ότι κάτι κάνουν μάλλον αυτές στους άντρες τους και μ’ αυτό το κάτι, σίγουρα τους αποχαυνώνουν.

 Αφού είδα εκείνο τι θηρίο, τον Κουταλιανό της γειτονιάς μας, να φοβάται εκείνο το δείγμα από γυναίκα, ήταν επόμενο μετά ότι θα φοβόμουν κι εγώ να παντρευτώ αργότερα, μη τυχόν και κάνουν σε εμένα αυτό το κάτι και εξ αιτίας του με αποχαυνώσουν.

 Ως τόσο, ποτέ δεν σταμάτησε ο Κουταλιανός να δέρνει τους αμέριμνους ανθρώπους, όταν αυτοί από άγνοια βρίσκονταν στο ίδιο πεζοδρόμιο και απέναντι του και όταν η ώρα ήταν ακόμη πριν από τις οκτώ. Ούτε κι εγώ βέβαια έπαψα να τον φοβάμαι, όπως και ποτέ δεν εμπιστεύτηκα, τον φόβο που αυτός είχε προς την γυναίκα του.

 Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που εγώ συνέχιζα να περιμένω την συμμαθήτριά μου στο ψηλότερο σημείο του στενού τους και μακριά από την είσοδο της πολυκατοικίας τους, όσο και αν με κορόιδευε αυτή γελώντας μαζί μου, μη μπορώντας να δικαιολογήσει τους δικούς μου φόβους.

 Αφού μπορούσα λοιπόν να προστατέψω τον εαυτό μου και από το τυχαίο έστω κακό συναπάντημα με τον Κουταλιανό της γειτονιάς μας, άρχισα να πιστεύω ότι και από άλλα στραβά και ανάποδα εκείνης της εποχής θα μπορούσα να τον προστατεύσω.

 Κυλούσε ήσυχα όμως ο καιρός και κανένα άλλο κακό εκτός από τον Κουταλιανό δεν αναστάτωνε το πρωί την γειτονιά μας, αν και λόγο της λαχαναγοράς, πολλοί ήταν εκείνοι οι ιδιότροποι χαρακτήρες ανθρώπων που την επισκεπτόταν.

 Όσο γι αυτούς, έχω να αναφέρω πολλά και διάφορα και δεν ήταν λίγες οι φορές που τα καμώματα τους επηρέαζαν όχι μόνον την γειτονιά μας αλλά και την ευρύτερη περιοχή της γειτονιάς που βρισκόταν η επιχείρησή μας.

 Όσον αφορά τα δικά της πεπραγμένα όμως, μπορώ να πω ότι τότε όλα πήγαιναν καλά σ’ αυτήν κι εγώ βοηθούσα τον πατέρα μου τα απογεύματα όπως και τα σαββατοκύριακα άλλωστε, αφού όπως είπαμε, εμείς είχαμε την ευθύνη των πωλήσεων της. Και αφού οι δουλειές της πήγαιναν πολύ καλά, λογικό ήταν και το ότι κάναμε όνειρα γι αυτήν και μάλιστα, με πολύ καλές προοπτικές.

 Τελειώνοντας όμως η σχολική περίοδος εκείνης της χρονιάς, με βρήκε μετεξεταστέο στα αρχαία και τα Λατινικά όπως πάντα, γι αυτό και όλο το καλοκαίρι διάβαζα. Μαζί μ’ αυτό, ήμουν εγκλωβισμένος και στις ανάγκες της επιχείρησης μας και αυτές οι υποχρεώσεις όπως καταλαβαίνετε, λεπτό δεν με άφηναν να ξεμυτίσω, όσο κι αν το περίμεναν οι ελεύθεροι από υποχρεώσεις φίλοι και συνομήλικοι μου.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *