Το πρώτο μου ραντεβού το είχα υποσχεθεί σε ένα καλό επιχειρηματία, ο οποίος ήταν ήδη πελάτης μας και διατηρούσε μια μικρή αλλά και πολύ εύρωστη παραγωγική μονάδα, οι εργασίες της οποίας αυξήθηκαν αρκετά περισσότερο από όσο υπολόγιζε ο ίδιος, αλλά και τάση είχαν ώστε να αυξηθούν ακόμη περισσότερο.
Μετρούσε τα βήματα του όμως αυτός, γι’ αυτό και μετά από πολύ σκέψη, αποφάσισε τελικά να επεκτείνει τις εγκαταστάσεις του, αφού οι δουλειές του τον υποχρέωναν να το κάνει.
Διέθετε βέβαια αυτός το ύψος της οικονομικής δαπάνης που χρειαζόταν γι’ αυτήν την επέκταση, αλλά επειδή δεν ήθελε να ζορίσει οικονομικά την επιχείρηση του, ζητούσε από την γνωστή μας πια τράπεζα να του εγκρίνει ένα μικρό δάνειο, της τάξεως των δέκα εκατομμυρίων δραχμών.
Τον είχαμε πελάτη αυτόν όπως σας είπα, από τις εισαγωγές πρώτων υλών που έκανε με την δική μας εταιρεία από την Ιταλία κι επειδή δεν τον γνωρίσαμε ποτέ από κοντά, θεώρησα σκόπιμο το να του πω μια καλημέρα τουλάχιστον, εφόσον είχα σκοπό να επισκεφτώ την πόλη τους.
Είχα υπόψιν μου και το μικρό δάνειο που ζητούσε, γι’ αυτό και ήταν επιβεβλημένη για έναν επιπλέον λόγο η επίσκεψη μου στις εγκαταστάσεις του, την οποίαν ευχαρίστως δέχτηκε να του κάνω όπως μου το διεμήνυσε, πριν ακόμη ξεκινήσω από την Θεσσαλονίκη.
Τον επισκέφτηκα λοιπόν κι όταν μετά από τα συνηθισμένα του ζήτησα να μου πει πως πάνε οι δουλειές του, αυτός έλεγε με απογοήτευση.
– Οι εισαγωγές μου όπως το γνωρίζεις πηγαίνουν πολύ καλά, αλλά και η παραγωγή μου πάει επίσης πολύ καλά. Αυτοί οι μυστήριοι όμως, δεν μου δίνουν το δάνειο που τους ζητώ, γιατί όπως μου το τονίζουν αυτό συνεχώς, τους είναι πολύ μικρό.
Αφού όπως μου λες όμως, ασχολείσαι και με τα δάνεια που ζητούν οι επιχειρήσεις, θα το έχεις δει και αλλού να γίνεται αυτό που σου ανέφερα για το δικό μου δάνειο.
– Βεβαίως και το είδα να γίνετε αλλού, αλλά εσύ προσωπικά γιατί δεν θέλεις να μεγαλώσεις το ύψος του δανείου σου; Από όσα γνωρίζω για τις δραστηριότητες σου, η παραγωγή σου είναι και αξιόλογη και ικανή να αντιμετωπίσει την ξένη αγορά κι όπως το βλέπω εδώ, σίγουρα μπορείς να την ανταγωνισθείς ακόμη και στην έδρα της μάλιστα κι όχι μόνον εδώ στην εσωτερική μας αγορά.
Ξέρεις πόσοι σαν και σένα με αξιόλογα προϊόντα όπως είναι τα δικά σου ξεκίνησαν δειγματοληπτικά μαζί μας πριν από πέντε χρόνια και σήμερα μεσουρανούν στην Ευρώπη και όχι μόνο;
– Το ξέρω. Εγώ όμως δεν θέλω να επεκταθώ τόσο πολύ και τόσο γρήγορα κι αφού η παραγωγή που έχω είναι αρκετή ώστε να καλύψει τις ανάγκες που έχει η περιοχή μου, αυτό μου είναι αρκετό και δεν θέλω περισσότερα.
Αν εξακολουθήσουν αυτοί πάντως, να μου αρνούνται αυτό το μικρό δάνειο, το οποίο μονίμως κι εγώ τους το τονίζω ότι θα τους το πληρώσω, θα κάνω υπομονή και σε δύο χρόνια το πολύ από τώρα, θα μπορέσω να τελειώσω και μόνος μου την επέκταση που πρέπει να κάνω.
Και θα την κάνω μάλιστα χωρίς τα δικά τους λεφτά, τα οποία δεν είναι και τζάμπα, αν σκεφτείς με πόσους τόκους θα την επιβαρύνουν αυτοί οι επίσημοι τοκογλύφοι.
Κι όσο σκέφτομαι, ότι εγώ με τόσο ρίσκο στην πλάτη μου, κάνω ότι μπορώ ώστε να γίνω χρήσιμος στην περιοχή μου, εξασφαλίζοντας μερικές θέσεις εργασίας για τους συμπατριώτες μου κι ότι αυτοί μόνον με την υπογραφή της έγκρισης που θα κάνουν, θέλουν να τους δώσω το είκοσι τις εκατό του δανείου μου, δεν μου κάνει καμιά όρεξη να τους το ζητήσω.
Και ποιου δανείου; Του δανείου δηλαδή που εγώ θα υποχρεωθώ να πληρώσω και μάλιστα με τόκους. Και για να δεις την ασυδοσία τους, σου λέω αυτό, ότι για να υπογράψουν αυτοί την έγκριση του δανείου μου, θα πρέπει εγώ να τους δώσω προκαταβολικά στα χέρια τους, το είκοσι τις εκατό της αξίας του δανείου μου.
Κατάλαβες τώρα που πάει το πράγμα και γιατί αυτοί θέλουν να μοιράζουν μόνον μεγάλα δάνεια κι ας μην αποπληρωθούν ποτέ; Δεν τους νοιάζει δηλαδή αν χαθούν τα χρήματα των δανείων, αφού ούτε δικά τους είναι, ούτε θα τους τα ζητήσει κανείς. Για το μόνο που νοιάζονται λοιπόν, είναι η εξασφάλιση της μίζας τους, την οποίαν όπως άκουσες προκαταβολικά την ζητούν.
Πήγαινε όμως και στην βιομηχανική μας περιοχή αφού θέλεις δεις, ποια είναι η ανάπτυξη που εξαγγέλλουν από τα κανάλια οι πολιτικοί μας και μην παραξενευτείς με όσα αντικρίσεις εκεί.
Κι αυτό που θα σε κάνει να εκπλαγείς με όσα θα δεις, είναι ότι δίπλα από τα παλιά, ερειπωμένα κι εγκαταλειμμένα εργοστάσια, από αυτά δηλαδή που χτίστηκαν εκεί με τα δάνεια που στην επταετία έδωσαν οι τράπεζες απλόχερα και χωρίς αντίκρισμα στους επιτήδειους, να κτίζονται σήμερα νέα εργοστάσια, με το ίδιο αντικείμενο παραγωγής των εγκαταλειμμένων, αλλά κι από εταιρείες πάλι, που εδρεύουν στην Αθήνα και ποτέ δεν θα έρθουν να μείνουν εδώ.
Όταν δεις δε τα δάνεια των δισεκατομμυρίων που τους δίνει αφειδώς και η σημερινή κυβέρνηση μέσω των τραπεζών και υπερήφανα αναγράφονται στις ταμπέλες τους, τότε θα καταλάβεις κι εσύ γιατί δεν δίνουν τόσο μικρά δάνεια σαν και το δικό μου σε όσους τα ζητούν, αν και είναι βέβαιο ότι θα τα αποπληρώσουν.
Τα είχα δει και πέριξ της Θεσσαλονίκης αυτά τα έκτροπα, αλλά από την υπερφόρτιση που δέχτηκα εκείνη την στιγμή με όσα μου έλεγε εκείνος ο σωστός επιχειρηματίας όπως είπα, μου ξέφυγε φωναχτά η απορία.
– Μα ούτε κι εδώ υπάρχει φορέας, που να εξασφαλίζει αυτά τα δάνεια;
– Υπάρχει. Με την διαφορά όμως, ότι αυτό που ζητούν ως εξασφάλιση από τον δανειολήπτη, στην περίπτωση που αυτός αδυνατεί να αποπληρώσει το δάνειο του, είναι να του κατάσχουν τις πολύ βαριά υπερτιμολογημένες εγκαταστάσεις του και το χωράφι μέσα στα οποίο αυτές είναι χτισμένες.
Τα ερειπωμένα εργοστάσια που θα δεις εκεί, είναι η απόδειξη ότι αυτοί που πήραν τα δάνεια, εκτός από μερικές εξαιρέσεις, ούτε ήρθαν ποτέ εδώ μετά την αποπεράτωση των εργοστασίων τους, ούτε και παρήγαγαν ποτέ κάτι. Κι όπως καταλαβαίνεις, αυτοί ποτέ δεν έδωσαν δραχμή για όσα μαζί με τους επιβλέποντας φορείς τα έφαγαν.
Αυτά κι όχι μόνον μου ανέφερε ο συνομιλητής μου για τα περίφημα επαγγελματικά δάνεια κι αφού είχα σκοπό να το κάνω αυτό, πράγματι και πήγα στον συγκεκριμένο χώρο της βιομηχανικής περιοχής της Κομοτηνής κι όντως είδα εκεί πολύ χειρότερα πράγματα από όσα άκουσα να μου λέει ο μικρός αλλά τίμιος επιχειρηματία.
Μου έκανε δε πολύ μεγάλη εντύπωση το γεγονός, ότι δεν είδα να υπάρχει εκεί ούτε ένας εργοστασιάρχης στην θέση του. Κανένας από αυτούς δεν ήταν εκεί που να αγωνιά για τα αποτελέσματα των προσπαθειών του, αφού υποτίθεται ότι εγκατέλειψαν την Αθήνα και ήρθαν τόσο μακριά από αυτήν, αναζητώντας καλύτερη τύχη για τον εαυτό τους και για τους ακρίτες αυτής της περιοχής, οι οποίοι μαράζωναν στον τόπο τους ελλείψει της πολυπόθητης εργασίας.
Εφόσον ήρθαν εκεί με στόχο να κρατήσουν τους ακρίτες της Κομοτηνής στον τόπο τους κι εφόσον ήρθαν να ενισχύσουν την περιοχή από την ανεργία που τόσα χρόνια μάστιζε τους κατοίκους της και μαζί με αυτήν και την ίδια την πατρίδα τους, έπρεπε λοιπόν σαν Έλληνες πατριώτες, να έμεναν εκεί αγωνιούντες όλοι αυτοί, μη τυχόν και σπαταληθούν τα χρήματα τους και τα χρήματα που οι υπόλοιποι Έλληνες διέθεταν μαζί τους γι’ αυτόν τον ιερό σκοπό. Δυστυχώς όμως, κανένας από αυτούς που πήραν εκείνα τα υπέρογκα δάνεια δεν ήταν εκεί. Κανένας.
Μιχάλης Αλταλίκης