Κάπως έτσι λοιπόν πέρασαν και οι υπόλοιπες μέρες των διακοπών μου στο Βελβεντό. Πίνοντας δηλαδή και τρώγοντας μέχρι πρωίας, χωρίς πολύ ύπνο, αλλά και με τον ρυθμό που σας ανέφερα στο προηγούμενο.
Εφόσον ήμουν μέλος εκείνης της παρέας των μπαρμπάδων που έπιναν από συνήθεια πολύ κι όλη την ημέρα, δεν καθόριζα εγώ το πρόγραμμά μας αλλά ούτε και κάποιος άλλος.
Μοναχό του έβγαινε αυτό και το ακολουθούσε όποιος ήθελε, όσο ήθελε και για όσες μέρες της εβδομάδας μπορούσε. Εγώ πάντως, μέχρι και την ημέρα του δεκαπενταύγουστου, δεν έφυγα από κοντά τους, έστω κι αν τους ακολουθούσα με τον δικό μου ρυθμό.
Κανένας δεν με πίεζε να αποδώσω περισσότερα, αλλά κι αν κάποιος πήγαινε να το κάνει, άκουγα τους μπαρμπάδες να τους το αποτρέπουν.
– Αφίστι του πιδί ήσυχου. Αυτός έχει την θκιάτ’ ρέγουλα. Πίνει σιγά, σιγά κι μι τέμπου. Δεν του νιρώνει του τσίπουρου κι του πίνει αδ’ έτσι’. Ιμίς του νιρόνουμι, για δ’ αύτου κι πίνουμι παραπάν.
Την ημέρα του Δεκαπενταύγουστου όμως, πανηγυρίζει η εκκλησία του χωριού κι εξαιτίας αυτού, ολόκληρο τον μήνα κατακλύζεται το Βελβεντό από επισκέπτες συγγενών και ομογενών.
Με τόσους επισκέπτες βέβαια, όλοι οι χώροι του ήταν γεμάτοι και τότε που αναφέρομαι και μάλιστα από τις πρώτες μέρες της εβδομάδας που προηγείται της πανήγυρης.
Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, το Βελβεντό έσφυζε από ζωή, γι’ αυτό και πολύ δύσκολα μπορούσε να βρει κανείς καρέκλα κενή να καθίσει, στα όχι και λίγα καφενεία του, προκειμένου να γευθεί με τους δικούς του, το φημισμένο άλλωστε τσίπουρο του Βελβεντού.
Πάντα βέβαια συμβαίνει κάτι παρόμοιο, αλλά αυτό που γίνεται τις μέρες του Δεκαπενταύγουστου, δεν συγκρίνεται με καμιά άλλη μέρα και γιορτή του χρόνου.
Αυτή λοιπόν ήταν και η αιτία, που δυσκολευόταν να βρει κανείς τραπέζι και στο μετόχι τότε, στο κέντρο δηλαδή που γίνεται ο χορός, αυτός που είναι αφιερωμένος από συνήθεια, στους ομογενείς επισκέπτες του Βελβεντού.
Δικαιολογημένα όμως γίνονται όλα αυτά και με την δυσκολία που σας ανάφερα, αφού όλοι θέλουν να διασκεδάσουν το βράδυ της πανήγυρης παρέα με τους οικείους τους, αλλά και με τους συγγενείς επισκέπτες τους, από όπου κι αν τους έρχονται.
Κι εμείς την ίδια δυσκολία είχαμε εκείνη την ημέρα, αλλά καταφέραμε τελικά να βρούμε θέση στο Μετόχι και να καθίσουμε κάπου κοντά στην πίστα, ώστε να κάναμε εύκολη την είσοδο μας στον χορό όταν θα άρχιζε.
Από την στιγμή της αναμονής του όμως, μέχρι και την έναρξή του, αλλά και μετά από αυτήν, εγώ δεν έκανα τίποτε άλλο εκεί, από το να φορτώνω και πάλι το ήδη ταλαιπωρημένο στομάχι μου από ποτά, από τσιγάρα και μπόλικο ξενύχτι.
Η μόνη διαφορά που μου προέκειπτε, από το υπόλοιπο των ημερών που μεσολάβησαν, ήταν ότι άλλαξα παρέα, δεδομένου ότι εκείνο το βράδυ συνόδευα την γυναίκα μου, τα πεθερικά μου, αλλά και τον μικρό μας Κωνσταντίνο, αφού πουθενά δεν μπορούσαμε να τον αφήσουμε.
Κάπνιζα όπως σας είπα, αλλά ευτυχώς για μένα, τότε μου κόπηκε ξαφνικά η διάθεση για τσιγάρο. Δοκίμαζα και ξαναδοκίμαζα να καπνίσω παρέα με τους υπόλοιπους, αλλά για κάποιο λόγο που δεν μπορούσα να εξηγήσω, δεν κατάφερα να κάνω αυτό που κι εγώ νόμιζα ότι ήταν απόλαυση.
Αφού δεν γινόταν διαφορετικά λοιπόν, έδωσα το πακέτο με τα τσιγάρα στον πεθερό μου, δεδομένου ότι κι αυτός κάπνιζε, ενώ εγώ πήρα πια την απόφαση, να μην ξαναβάλω τσιγάρο στο στόμα μου.
Ωστόσο, η διασκέδαση καλά κρατούσε κι εμείς δεν ήμασταν στην θέση των απλών θεατών της. Συμμετείχαμε ενεργά και με όλες τις προϋποθέσεις σ’ αυτήν και κανένας λόγος δεν μας ανάγκαζε να την διακόψουμε, εκτός από το ότι έπρεπε να κοιμηθεί πια ο μικρός μας Κωνσταντίνος.
Αυτήν την υποχρέωση βέβαια, προθυμοποιήθηκε να την καλύψει η πεθερά μου, γι’ αυτό και την πήγε ο πεθερός μου στο σπίτι μαζί με το παιδί και μάλιστα από πολύ νωρίς.
Εμείς όμως, εγώ δηλαδή, η γυναίκα μου κι ο πεθερός μου που μετά από λίγο επέστρεψε στο κέντρο, μείναμε στην θέση μας, προκειμένου να συνεχίσουμε την διασκέδαση μας, την οποία τραβήξαμε μέχρι και τα χαράματα και καθόλου δεν μας απασχολούσε, το πότε θα το διαλύσουμε.
Έκανα τι έκανα εγώ εκεί, αλλά είχα και τον νου μου. Μαζί με τις κακές, απέκτησα κοντά σ’ εκείνους τους μπαρμπάδες και τις καλές τους συνήθειες.
Αυτές δηλαδή, που ήθελαν τον άνθρωπο της καλής παρέας να αντέχει μεν στο ποτό, αλλά και να μην ξεχνά την δουλειά του. Πρώτα η δουλειά δηλαδή και μετά όλα τα άλλα.
Όχι να διασκεδάσουμε δηλαδή σήμερα ανεξέλεγκτα κι αφού δεν μπορούμε να συνεχίσουμε, τότε να παραβλέψουμε τις υποχρεώσεις μας και να πάμε στην δουλειά μας αύριο ή και μεθαύριο αφού τότε θα το μπορούμε.
Αν έχουμε λοιπόν να κάνουμε δουλειά αύριο, θα πρέπει να μείνουμε στην διασκέδαση μας τόσο σήμερα, όσο θα μπορούμε να την κάνουμε σαν να μην μας εμποδίζει τίποτε.
Αν κάποιος όμως δεν μπορεί να το κάνει αυτό έτσι, μάλλον δεν πρέπει να κάνει παρέα σε κανέναν πίνοντας και ξενυχτώντας και προπαντός, δεν πρέπει να το κάνει τόσες πολλές ώρες, όσες κάνουν αυτοί που το μπορούν, όποιοι κι αν είναι.
Το αναφέρω αυτό, γιατί κι εγώ έπρεπε να παρουσιαστώ στην δουλειά μου και μάλιστα στις επτάμισι εκείνου του πρωινού, δεδομένου ότι τελείωσε η άδεια μου κι ως εργαζόμενος σε μια πολυεθνική εταιρεία, έπρεπε να χτυπήσω την κάρτα εργασίας μου.
Κι αφού θα έπιανα δουλειά το πρωί, έπρεπε να εγκαταλείψω το χωριό και τους χορούς από βραδύς, αλλά για να μην χαλάσω κανενός το γλέντι, αποφάσισα να μείνω μαζί τους και να φύγω στις πέντε τα ξημερώματα από το Βελβεντό, αν βέβαια ήθελα να είμαι στις επτάμισι στο γραφείο μου και στην Θεσσαλονίκη, αφού δύο ώρες και κάτι έκανα τότε εκείνη την διαδρομή με το μικρό μου αυτοκίνητο.
Διασκέδαζα δηλαδή μέχρι να έρθει η ώρα της αναχώρησής μου κι όταν ήρθε, είπα στην γυναίκα μου ότι πρέπει να φύγω, αλλά αυτή όπως κι ο πεθερός μου δεν ήθελαν να το κάνω, γι’ αυτό και μου έλεγαν.
– Τι θα πείραζε αν πήγαινες δύο ώρες αργότερα;
– Τίποτε δεν θα πείραζε, αλλά να, δεν θα ήθελα να δώσω δικαίωμα σε κανέναν και για τίποτε.
Αυτά τους είπα κι αφού τους χαιρέτησα, τους άφησα εκεί να συνεχίσουν την διασκέδασή τους κι εγώ έφυγα για τον προορισμό μου.
Όταν μπήκα στο αυτοκίνητό μου κι άρχισα να κινούμαι μ’ αυτό στο δρόμο, αισθάνθηκα αμέσως την επίδραση που είχε εκείνη η πολυήμερη κόπωση στο σώμα μου, γι’ αυτό κι έλεγα στον εαυτό μου ότι μάλλον δύσκολα θα κατάφερνα να κάνω με ασφάλεια για μένα και το αυτοκίνητό μου, την διαδρομή που είχα να διανύσω μέχρι να φτάσω στην Θεσσαλονίκη, δεδομένου ότι δυόμιση ώρες ήταν αυτές που θα έπρεπε να οδηγώ κάτω από αυτές τις συνθήκες κι αυτό δεν ήταν κάτι που θα μπορέσω να το κάνω εύκολα και μάλιστα χωρίς να κοιμηθώ οδηγώντας.
Αυτά σκεπτόμενος λοιπόν, έκανα κι εκείνη την στιγμή αυτό που ποτέ δεν ξεχνώ να κάνω, όπου κι αν βρίσκομαι, ότι κι αν υποχρεώνομαι να ζήσω αντιμετωπίζοντας το. Θυμήθηκα δηλαδή Την Παναγία μας.
Κι αφού Την θυμήθηκα, δεν είχα παρά να απευθυνθώ στην Χάρη Της κι αυτά της έλεγα νοερά και με κάθε ειλικρίνεια, προκειμένου να τύχω και πάλι Της Φοβεράς Προστασίας Της.
– Παναγία μου? Νέος είμαι κι έχω δυνάμεις. Τριάντα χρονών είμαι και πολύ έμπειρος οδηγός για την ηλικία μου. Φοβάμαι όμως ότι δεν θα καταφέρω να φτάσω στον προορισμό μου σώος και αβλαβής.
Από εδώ που ξεκινώ και μέχρι να φτάσω στα όρια της Βέροιας, πιστεύω ότι θα τα καταφέρω κι από μόνος μου, αφού οι στροφές που υπάρχουν στον δρόμο, δεν θα με αφήσουν να κοιμηθώ.
Από την Βέροια όμως και μέχρι να φτάσω στην Θεσσαλονίκη, έχω να αντιμετωπίσω πολλά ισιάδια και σ’ αυτά φοβάμαι, ότι δεν θα μπορέσω να μείνω ξυπνητός.
Εσύ Παναγία μου που ξέρεις καλύτερα από μένα, πόσο κουρασμένος και πόσο άυπνος είμαι εδώ και δεκαπέντε μέρες, βοήθησε με να φτάσω στον προορισμό μου με ασφάλεια.
Ξέρω ότι δεν είναι και τόσο σωστό για μένα, να Σε θυμάμαι τότε μόνον, που φανερά χρειάζομαι την βοήθεια σου, αλλά και πού να πάω έτσι όπως και πάλι τα κατάφερα;
Από μικρός πάντα σε Σένα τρέχω όταν έχω ανάγκη και τώρα το ίδιο κάνω, αφού από ότι φαίνεται, όντως χρειάζομαι την βοήθεια Σου.
Μέχρι να φτάσω στην Βέροια θα τα καταφέρω. Από εκεί και μετά όμως φοβάμαι μη με πάρει ο ύπνος και έτσι όπως είμαι πιωμένος κι άυπνος, δεν θα την γλυτώσω με τίποτε.
Παράβλεψε λοιπόν Παναγία μου τις νεανικές μου αταξίες και φρόντισε σε παρακαλώ να με γλιτώσεις από τους κινδύνους που με περιμένουν στον δρόμο, αφού όπως πολύ καλά το ξέρεις, αυτήν την ώρα δεν είμαι σε θέση να προστατεύσω από μόνος μου τον εαυτό μου.
Και την Τροχαία να συναντήσω στον δρόμο έτσι όπως είμαι πιωμένος την έχω άσχημα, γιατί αν θελήσουν αυτοί να μου κάνουν αλκοτέστ, θα λιώσει η φούσκα από το οινόπνευμα που έχω καταναλώσει τόσες μέρες.
Σε παρακαλώ καλή μου Παναγία, φρόντισε με.
Με αυτές και με πολλές άλλες σαν κι αυτές προσευχές σκέψεις στο μυαλό μου, έφυγα στα γρήγορα από το Βελβεντό κι όπως το είχα σίγουρο, όντως έφτασα νηφάλιος μέχρι και το χωριό Λεβέντη, αυτό δηλαδή που βρίσκεται στους πρόποδες του βουνού που υψώνεται στα όρια του νομών της Κοζάνης και της Βέροιας.
Ευχαρίστησα την Παναγία μας για την μέχρις εκεί συμπαράσταση Της κι αμέσως μετά άρχισα να ανεβαίνω το βουνό, ακολουθώντας εκείνον τον ορεινό δρόμο με τις πολλές, αλλά και πολύ κλειστές στροφές του.
Οδηγώντας με πολύ προσοχή ομολογουμένως, βρέθηκα μετά από λίγο στην θέση Ζωοδόχος πηγή του οικισμού της Καστανιάς, αυτή δηλαδή που βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο εκείνου του δρόμου, όπου και υπάρχει η ομώνυμη εκκλησία, εκ της οποίας πήρε και το όνομά της η συγκεκριμένη θέση.
Ευχαριστούσα και πάλι την Παναγία μας αφού έφτασα σώος έως εκεί, αλλά και δεν σταματούσα να Της ζητώ και την περεταίρω συμπαράσταση της.
– Σε ευχαριστώ Παναγία μου, αλλά βοήθα με σε παρακαλώ να πάω και παρακάτω.
Το ίδιο Της έλεγα κι όταν πέρασα σώος κι από την περιοχή της Παναγίας Σουμελά, το ίδιο έκανα κι όταν βγήκα από τα όρια της Βέροιας και ακολούθησα πια τον παλιό δρόμο, αυτόν που τότε περνούσε μέσα από τα χωριά της Βέροιας προκειμένου να οδηγηθεί κάποιος στην Θεσσαλονίκη.
– Σε ευχαριστώ Παναγία μου που με έφερες μέχρις εδώ. Όπως ξέρεις, από εδώ και μετά ο δρόμος δεν έχει δύσκολες στροφές, γι’ αυτό και είναι πολύ εύκολο να κοιμηθεί ένας ταλαιπωρημένος, άυπνος κι από πολλές μέρες πιωμένος σαν και μένα οδηγός.
Εξαιτίας αυτού λοιπόν, κινδυνεύω να φύγω από τον δρόμο και να πέσω πάνω σε άλλους κι ανυποψίαστους οδηγούς, με βέβαιο το αποτέλεσμα να σκοτωθώ εγώ, όπως και να σκοτώσω αθώους ανθρώπους, που σε τίποτε δεν θα μου φταίνε.
Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν θέλω να μου συμβεί Παναγία μου, γι’ αυτό……….
Από εκείνο το σημείο και μετά όμως, εγώ έχω ένα μικρό κενό μνήμης, γιατί όπως κι αποδείχτηκε αυτό εκ των υστέρων, κοιμήθηκα, πριν προλάβω να ολοκληρώσω την φράση μου.
Και ο ύπνος με πήρε εκεί και όνειρο έβλεπα και καμία διάθεση δε είχα ώστε να ξυπνήσω από μόνος μου. Με ξύπνησαν όμως τα φώτα ενός αυτοκινήτου, του οποίου ο οδηγός αγωνιωδώς τα έπαιζε γρήγορα, προκειμένου να μου θυμίσει ότι βρισκόμουν στην αριστερή λωρίδα του δρόμου και απέναντι του.
Και με το δίκαιό του βέβαια αγωνιούσε ο άνθρωπος, αφού δεν είχαμε πολλά περιθώρια χρόνου, ώστε να αποφύγουμε την μετωπική σύγκρουση. Κι αν εγώ δεν ξυπνούσα, όπως κι αυτός το φοβόταν, σίγουρα θα έπεφτα επάνω του κι αλίμονο μας.
Ευτυχώς για όλους μας όμως ξύπνησα και από περιέργεια μάλλον το έκανα αυτό, θέλοντας να δω τι ήταν εκείνα τα φώτα που με ενοχλούσαν. Μόλις εντόπισα όμως που βρισκόμουν και τι έκανα εκείνη την στιγμή, συγκέντρωσα αμέσως το μυαλό μου κι έστριψα γρήγορα το τιμόνι μου δεξιά, έτσι ώστε να προλάβει να περάσει ασφαλής ο οδηγός, που δεν ήξερε πώς αλλιώς θα μπορούσε να γλυτώσει, από το αυτοκίνητο που έβλεπε να έρχεται κατά πάνω του.
Αισθάνθηκα ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα όπως καταλαβαίνετε, αφού κι ο τρομαγμένος οδηγός πρόλαβε να περάσει ανενόχλητος, αλλά κι εγώ δεν κινδύνεψα από αυτό, που και σίγουρο ήταν, αλλά και θανατηφόρο θα ήταν.
Από την τρομάρα που πήρα όμως, ξύπνησα για τα καλά, γι’ αυτό κι έλεγα πάλι στην Παναγία μας.
– Σ’ ευχαριστώ Παναγία μου, φτηνά την γλίτωσα και πάλι.
Σ’ ευχαριστώ Της έλεγα πολλές φορές κι απανωτά κι αμέσως βάλθηκα να υπολογίζω, τι θα γινόμουν αν έπεφτα πάνω σ’ εκείνο το διερχόμενο αυτοκίνητο, ή αν έφευγα από τον δρόμο κι έπεφτα πάνω σε εκείνα τα δένδρα με τους χοντρούς κορμούς, αυτά δηλαδή που ήταν φυτεμένα τότε στα δεξιά και στ’ αριστερά του δρόμου που ακολουθούσα.
Ο φόβος του τι θα πάθαινα παραλίγο, με έκανε να σκέφτομαι ότι μάλλον έπρεπε να σταματήσω το αυτοκίνητο μου σε μια άκρη και να τρέξω εκεί για λίγο και γύρο από αυτό σαν γυμναστική, ή και να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου, έτσι ώστε να ξυπνήσω στα σίγουρα.
Εκεί που σκεπτόμουν όμως, πως και που θα μπορούσα να σταθμεύσω ασφαλώς το αυτοκίνητο μου έστω και για λίγο, δεν ξέρω πως έγινε, αλλά και πάλι κοιμήθηκα και μάλιστα για τα καλά αυτή την φορά.
Δεν όριζα το σώμα μου πλέον κι αφού κοιμόμουν και βρισκόμουν στον κόσμο των ονείρων, έβλεπα εκεί ανενόχλητος ένα σωρό από αυτά, αφού δεν υπάρχει περιορισμός, αλλά κι ένα μόνον θυμάμαι από όσα κι αν είδα και σ’ αυτό πάλι, περίεργα πράγματα έβλεπα να γίνονται.
Έβλεπα λέει, ότι ξάπλωνα στο κρεβάτι του σπιτιού μου κι ότι στον τοίχο που ήταν απέναντι από το κρεβάτι μας, είχα κρεμάσει ένα πανί σαν αυτό που έχουν στους κινηματογράφους κι ότι πάνω σ’ αυτό προβάλλονταν μια ταινία.
Στο έργο που παιζόταν εκεί όμως, έδειχνε να κινείται ένα φορτηγό με μεγάλη ταχύτητα μεν, αλλά με την όπισθεν. Αυτό δε όπως πολύ καθαρά το έβλεπα, ήταν φορτωμένο με άμμο.
Βλέποντας αυτό το παράλογο θέαμα το σχολίασα, γ’ αυτό και έλεγα στον εαυτό μου.
– Μα τι χαζά έργα μας δείχνουν; Είναι δυνατόν να τρέχει προς τα πίσω ένα βαρύ φορτηγό και μάλιστα με τέτοια ταχύτητα; Αλλά πάλι; Πότε έβαλα εγώ κινηματογράφο στην κρεβατοκάμαρα μας και δεν το ξέρω; Άντε ρε. Αφήστε αυτά τα χαζά.
Για υπόθεση κάποιας χαζής ταινίας πέρασα αυτό που έβλεπα δηλαδή και σ’ αυτούς που υπέθετα ότι μας την έδειχναν είπα τα παραπάνω κι αφού τους τα είπα, έκλεισα ξανά τα μάτια μου να κοιμηθώ, μην έχοντας καμιά διάθεση να βλέπω τέτοια χαζά, αλλά και να ξυπνήσω δεν ήθελα.
Από την στιγμή που έκλεισαν τα μάτια μου για δεύτερη φορά όμως, ένας άντρας και μια γυναίκα που βρισκόταν δίπλα μου για κάποιο λόγο, δεν με άφηναν να κοιμηθώ, γι’ αυτό και συνεχώς με μιλούσαν κι αυτό που μου έλεγαν ήταν το ίδιο, αλλά κι αγωνιώδες.
– Ξύπνα. Ξύπνα. Ξύπνα.
Ξύπνα μου έλεγαν συνέχεια και με κουνούσαν κι επειδή με ενοχλούσαν με τις φωνές τους, αλλά και με τα σπρωξίματα που μου έκαναν, τους απαντούσα.
– Αφήστε με ρε παιδιά να κοιμηθώ. Είμαι πολύ κουρασμένος, αφού έχω να κοιμηθώ δεκαπέντε μέρες. Ήπια δε κι εγώ δεν ξέρω πόσο τσίπουρο όλες αυτές της μέρες και το στομάχι μου είναι σαν τσαρούχι.
Δεν έκανα καλά που έφυγα από το κέντρο τέτοια ώρα, αλλά αφού έφτασα τώρα στο κρεβάτι μου, αφήστε με να κοιμηθώ.
Κι ενώ εγώ τους έλεγα τέτοια, αυτοί δεν ήθελαν να καταλάβουν, γι’ αυτό και συνεχώς, πότε η γυναίκα από δεξιά και πότε ο άντρας από αριστερά, με ταρακουνούσαν λέγοντας συνεχώς, ξύπνα, ξύπνα, ξύπνα.
Τους άκουγα βέβαια, αλλά κι έκανα τον κουφό, αφού όντως και δεν ήθελα να ξυπνήσω. Παρέδωσα το κουρασμένο σώμα μου, αλλά και το ζαλισμένο μου μυαλό παρέδωσα στην ανάπαυση, αυτήν δηλαδή που μας χαρίζει ο ύπνος όταν πράγματι και το χρειαζόμαστε.
Κι επειδή εγώ προσωπικά κοιμάμαι εύκολα γενικά, έστω κι αν δίπλα μου χτυπούν νταούλια, τους απαντούσα βασισμένος σ’ αυτήν μου την δυνατότητα, αλλά κι αποφασισμένος ήμουν να κάνω αυτό που εκείνη την στιγμή καταλάβαινα ότι χρειαζόμουν, ξεχνώντας εντελώς βέβαια, που βρισκόμουν και τι ακριβώς έκανα.
Δεν πα να φωνάζετε τους έλεγα. Εγώ δεν ξυπνώ, αλλά ούτε και θέλω να ξυπνήσω. Σαν είδαν αυτοί ότι εγώ κάνω πως δεν τους ακούω, έπιασε ο άντρας το αριστερό μου μπράτσο και μου το έσφιγγε τόσο δυνατά με την μεγάλη αντρική του παλάμη, που μου προκαλούσε ισχυρό πόνο.
Και μέσω του πόνου δηλαδή προσπαθούσαν να με επαναφέρουν στην πραγματικότητα, αλλά και συνεχώς επαναλάμβαναν το ίδιο και το ίδιο.
– Ξύπνα. Ξύπνα. Ξύπνα.
Έλεγαν αυτοί, αλλά εγώ δεν ήθελα να ανταποκριθώ. Με πονούσε όμως το αριστερό μου μπράτσο στο σημείο που με έσφιγγε εκείνος ο άντρας και για να γλυτώσω από τον πόνο, σήκωσα κάποια στιγμή το δεξί μου χέρι και προσπαθούσα μ’ αυτό να διώξω το δικό του, αλλά δεν έπιανα τίποτε.
Αισθανόμουν δηλαδή την δυνατή λαβή του και την αισθανόμουν όπως ακριβώς την έχουμε υπόψιν μας, η οποία όχι μόνον δεν χαλάρωνε, αλλά αύξανε συνεχώς το σφίξιμο της και σε τέτοιο σημείο μάλιστα, που αισθανόμουν το χέρι μου να παραλύει από τον πόνο.
Μη μπορώντας λοιπόν να απαλλαγώ από την λαβή που μου επέφερε, τον μάλωνα στην συνέχεια λέγοντας του τα παρακάτω.
– Άσε με επιτέλους. Δεν καταλαβαίνεις ότι θέλω να κοιμηθώ;
Ευτυχώς για μένα όμως, τίποτε δεν άκουγε αυτός από όσα του έλεγα, γι’ αυτό κι επέμενε να μου σφίγγει όλο και περισσότερο το μπράτσο, όπως και να μου ζητά μαζί με την γυναίκα να ξυπνήσω.
Μην αντέχοντας τον πόνο λοιπόν, αναγκάστηκα στο τέλος να ανοίξω τα μάτια μου. Όταν το έκανα όμως, έβλεπα και πάλι εκείνη την ταινία στον τοίχο της κρεβατοκάμαρας μας.
Αυτήν δηλαδή, που έδειχνε ένα φορτηγό με άμμο φορτωμένο, να κινείται με την όπισθεν μεν όπως σας είπα παραπάνω και να τρέχει μάλιστα αυτό με μεγαλύτερη ταχύτητα.
Παρακολουθώντας και πάλι τις κινήσεις αυτού του φορτηγού κι από την θέση του ξαπλωμένου στο κρεβάτι μας όπως νόμιζα, έβλεπα για πρώτη μου φορά, να υπάρχει προσαρμοσμένο σ’ αυτό κι ένα τιμόνι.
Αυτό βέβαια, πολύ με παραξένευσε. Και δεν με παραξένευσε μόνον, αλλά κι απαντούσα στον εαυτό μου για όσα παρατηρούσα εκείνη την στιγμή.
– Άλλο χαζό πάλι και τούτο. Πότε έβαλα εγώ αυτό το τιμόνι στο κρεβάτι μας, αλλά και γιατί να το έκανα αυτό;
Μετά κι από αυτό το ερώτημα, σήκωσα λίγο το κεφάλι μου να δω καλύτερα και τότε μόνον πρόσεξα έκπληκτος, ότι δεν ήταν μόνο του το τιμόνι εκεί, δεδομένου ότι έβλεπα να έχει και καντράν.
Παρατηρώντας το δε καλύτερα, έβλεπα ότι η βελόνα του ήταν κολλημένη στο εκατόν είκοσι πέντε, εκεί δηλαδή που θα έπρεπε να τερματίζει αν ανήκε σε αυτοκίνητο.
Μου έκανε εντύπωση βέβαια το ότι υπήρχαν εκεί κι άλλα πράγματα μαζί με το τιμόνι, γι’ αυτό κι έψαχνα να βρω τον λόγο που τα έβαλα στο κρεβάτι μας, όπως και τον λόγο που μας χρησίμευαν αυτά σε κάτι.
Κι επειδή όντως και δεν έβγαζα άκρη με όσα διαδραματίζονταν εκεί, πράγματι νόμιζα ότι μάλλον κάποια χαζή ταινία έβλεπα, γι’ αυτό και πάλι αδιαφόρησα για όσα έβλεπα.
Και μαζί με αυτό, άφησα ελεύθερο τον εαυτό μου, ώστε να ικανοποιήσει επιτέλους την ανάγκη που είχε για ύπνο. Εκείνοι οι δύο όμως δεν με άφηναν να ησυχάσω.
Μια με το δυνατό σφίξιμο που μου έκανε ο άντρας στο χέρι και μια με τις επίμονες φωνές του ιδίου, αλλά και της γυναίκας που τον συνόδευε απαιτώντας να ξυπνήσω, με ενοχλούσαν συνεχώς.
Άνοιξα λοιπόν τα μάτια κάποια στιγμή και θυμωμένος όπως ήμουν μαζί τους για όσα με ενοχλούσαν, έβαλα στο μυαλό μου να τους τα πω και μάλιστα όπως τους άξιζε.
Όταν όμως άνοιξα τα μάτια μου και ξύπνησα για τα καλά πια, διαπίστωσα ότι δεν έβλεπα κάποιο έργο όπως νόμιζα, αλλά μια πραγματικότητα, έστω κι αν ακόμη δεν είχα ξεκαθαρίσει μέσα μου, που ακριβώς βρισκόμουν.
Αφού σιγουρεύτηκα στην συνέχεια, ότι όντως και ήμουν ξυπνητός, σήκωσα το κεφάλι μου από το μαξιλάρι που κοιμόμουν όπως νόμιζα κι όταν το έκανα, είδα ότι το τιμόνι και το καντράν που έβλεπα πριν λίγο, δεν ήταν στο κρεβάτι μου όπως το υπολόγιζα, αλλά στο αυτοκίνητό μου, αυτό δηλαδή που μόλις εκείνη την στιγμή συνειδητοποίησα ότι το οδηγούσα.
Το οδηγούσα όμως δεν στέκει, γιατί μάλλον άλλοι το οδηγούσαν, αφού βρήκα τον εαυτό μου να είναι για τα καλά ξαπλωμένος σ’ αυτό. Τα χέρια μου ήταν κρεμασμένα προς τα κάτω και τα πόδια μου έτσι όπως ήταν τεντωμένα, πατούσαν το γκάζι του αυτοκινήτου στο τέρμα.
Κι από ότι φάνηκε καθαρά πλέον αυτό, δεν έτρεχε το φορτηγό προς τα πίσω όπως έβλεπα στην ταινία, αλλά ότι εγώ τρέχοντας με εκατόν είκοσι πέντε χιλιόμετρα έπεφτα στο πίσω μέρος του κι έτσι όπως έπεφτα, τίποτε δεν θα έμενε από μένα, όπως κι από το μικρό μου αυτοκίνητο.
Αδιαφορώντας λοιπόν για τον πόνο που ένιωθα στο μπράτσο μου, για τις φωνές που ακόμη τις άκουγα, όπως και γι’ αυτούς τους δύο που ήταν μαζί μου, σήκωσα με δυσκολία τα χέρια μου από εκεί που ήταν κρεμασμένα κι έπιασα το τιμόνι.
Δεν είχα όμως και πολλά περιθώρια χρόνου στην διάθεσή μου, αφού όπως και το έβλεπα πια αυτό, πλησίασα στο ένα μέτρο περίπου το πίσω μέρος του φορτηγού και το μόνο που μπορούσα να κάνω εκείνη την στιγμή, ήταν να αποφύγω την σύγκρουση που σίγουρα θα έκανα.
Έστριψα λοιπόν απότομα το τιμόνι μου αριστερά και περνώντας ξυστά από την πίσω αριστερή γωνία του φορτηγού, βρέθηκα στην αριστερή λωρίδα του δρόμου κι ευτυχώς για μένα, δεν ερχόταν κανένα αυτοκίνητο από την απέναντι πλευρά.
Έκανα την προσπέραση με ασφάλεια για μένα και το αυτοκίνητο, όπως και για οποιονδήποτε άλλον θα μπορούσε να βρίσκεται στο αντίθετο ρεύμα εκείνη την στιγμή κι όταν πια βρέθηκα σε μηδέν χρόνο μπροστά από το βαρύ φορτηγό, έτρεμα από τον τρόμο που πήρα.
Και με το δίκαιό μου έτρεμα τρομαγμένος, αφού δεν μπορούσα να καταλάβω, πως πήγαινε το αυτοκίνητό μου μόνο του, την στιγμή που τα δικά μου χέρια ήταν κρεμασμένα και μετά βίας προσπαθούσα να μαζέψω τα πόδια μου, τα οποία κοκάλωσαν έτσι όπως ήταν τεντωμένα.
Τρόμαξα δε ακόμη περισσότερο όταν συνειδητοποίησα, ότι και πριν από λίγο κοιμόμουν, όταν με ξύπνησαν τα φώτα του αυτοκινήτου στον δρόμο έξω από την Βέροια με τα πολλά δένδρα και παραλίγο να κάνω μετωπική σύγκρουση.
Αφού λοιπόν θυμήθηκα αυτό, έψαχνα μετά να δω τα δένδρα που υπήρχαν στον δρόμο. Όταν όμως αντί των δένδρων, αντίκρισα τα εργοστάσια που βρίσκονται στην δυτική παλιά βιομηχανική περιοχή της Θεσσαλονίκης, όπως και την μεγάλη ταμπέλα της ΞΥΛΟΠΆΝ που έβλεπα να φιγουράρει απέναντι μου και στον ορίζοντα, τότε ήταν που τρόμαξα παραπάνω.
Και πώς να μην τρόμαζα άλλωστε, αφού από το πρώτο σημείο που βρέθηκα να κοιμάμαι έξω από την Βέροια, μέχρι και το σημείο που ξύπνησα για δεύτερη φορά, είναι μια απόσταση γύρο στα εξήντα χιλιόμετρα.
Τα διήνυσα κοιμισμένος βέβαια αυτά, γι’ αυτό κι έχω απώλεια μνήμης μιας ώρας περίπου. Δεν ξέρω δηλαδή τι έγινε και τι μεσολάβησε σ’ αυτό το χρονικό διάστημα, όσα κι αν ήταν.
Όπως δεν ξέρω και πως πέρασα από την παλιά γέφυρα του Αξιού, όταν υπήρχαν φανάρια πριν από αυτήν και ρύθμιζαν την κίνησή της, πότε από την μια και πότε από την άλλη της πλευρά, αφού μόνον ένα αυτοκίνητο χωρούσε αυτή τότε.
Εσείς τι λέτε; Ήταν εύκολο για μένα να εξηγήσω εκείνη τη στιγμή, πως βρέθηκα από την ισιάδα της Βέροιας, στην ισιάδα που βρίσκεται λίγο πριν φτάσουμε στην διασταύρωση του δρόμου που οδηγεί προς το χωριό Άγιος Αθανάσιος;
Τρόμαξα λοιπόν και τρόμαξα ακόμη περισσότερο, όταν ακόμη αισθανόμουν τον πόνο που μου προκαλούσε εκείνο το δυνατό αντρικό χέρι, το οποίο εξακολουθούσε να μου σφίγγει το μπράτσο, αν και πουθενά δεν το έβλεπα, όσο κι αν κοιτούσα το χέρι μου.
Εκείνο όμως που με έκανε να παγώσω στην κυριολεξία, ήταν όταν γύρισα το κεφάλι μου να δω αυτούς τους δύο που ήταν στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου μου όπως το υπέθετα και τόση ώρα μου φώναζαν συνέχεια, ξύπνα, ξύπνα.
Κοίταξα εκεί πίσω, με διάθεση να τους ευχαριστήσω για όσα έκαναν για μένα, αν και δεν μπορούσα να εξηγήσω την παρουσία τους, αφού δεν θυμόμουν να τους πήρα μαζί μου από κάπου.
Παρόλα αυτά όμως, πουθενά δεν τους έβλεπα εκεί πίσω. Έγιναν άφαντοι.
Ήταν όμως τόσο ζωντανές και δυνατές οι φωνές τους, όπως και το σφίξιμο που μου έκανε στο χέρι μου εκείνος ο άντρας, που η παρουσία τους δεν ήταν μόνο σίγουρη, αλλά και πολύ λογικά υπαρκτή.
Επειδή όμως δεν τους έβλεπα, αυτό με έκανε να τρομάξω κι όχι μόνο να τρομάξω, αλλά και δεν ξέρω γιατί, να φοβηθώ πάρα πολύ. Ήταν δε τέτοιος ο φόβος μου, που με προκάλεσε σύγχυση ή σοκ, αφού χωρίς να το σκεφτώ αυτό, έστριψα το τιμόνι του αυτοκινήτου μου δεξιά μετά από διακόσια μέτρα περίπου και μπήκα στην έξοδο που η ταμπέλα του δρόμου έγραφε, προς Άγιο Αθανάσιο, προς το ομώνυμο χωριό δηλαδή.
Μπαίνοντας εκεί, έκανα αριστερή αναστροφή στα δέκα μέτρα και μπήκα στον παράλληλο δρόμου από αυτόν που ακολουθούσα κι αφού σταμάτησα μέσα σε ένα χαντάκι, βγήκα έξω από το αυτοκίνητο μου και δεν ξέρω για ποιο λόγο, έτρεχα εκεί και για αρκετή ώρα γύρω απ’ αυτό.
Έβλεπαν οι οδηγοί από τα διερχόμενα αυτοκίνητα τις δικές μου ενέργειες και μη μπορώντας να δικαιολογήσουν τους λόγους που εγώ έτρεχα γύρο από το παρκαρισμένο αυτοκίνητό μου, μου έκαναν ένα σωρό πειράγματα.
Δεν έδινα σημασία στο τι έλεγαν αυτοί, αλλά να, συνέχιζα να τρέχω χωρίς να ξέρω το γιατί κι όταν πια ήρθα στα λογικά μου, ρωτούσα κι εγώ τον εαυτό μου να μου εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους το έκανα, γι’ αυτό κι έπιασα κουβέντα μαζί του.
– Γιατί τρέχεις γύρο από το αυτοκίνητο σου;
– Τρέχω, γιατί δεν είναι μέσα σ’ αυτό τώρα, αυτοί που τόση ώρα ήταν εκεί και με μιλούσαν, αλλά και φοβήθηκα από αυτούς, αφού δεν ξέρω ποιοι ήταν.
– Και γιατί φοβήθηκες από αυτούς, αφού όποιοι κι αν ήταν, σε έσωσαν από βέβαιο θάνατο; Κι αφού σε βοήθησαν τώρα, υπάρχει περίπτωση να σου κάνουν κακό ύστερα;
Όχι απαντούσα εγώ αμήχανα κι αφού σταμάτησα να τρέχω, μπήκα μέσα στο αυτοκίνητό μου στην συνέχεια κι όταν πια κάθισα στην θέση μου, προσπαθούσα να ηρεμήσω εκεί, αν και ήμουν αρκετά προβληματισμένος από όσα μου συνέβησαν.
Ηρέμησα ωστόσο μετά από λίγο και σκεπτόμενος την περίπτωση να κοιμηθώ έστω και για μια ώρα εκεί, όντως και κοιμήθηκα.
Μετά από δύο ώρες ξύπνησα βέβαια, αλλά κι όπως ήμουν πήγα στην δουλειά μου. Άργησα να παρουσιαστώ στο γραφείο μου είναι αλήθεια, αλλά και σαν να μη μου συνέβη τίποτε αντιμετώπισα τις υποθέσεις που μου προέκυψαν.
Σε κανέναν δεν είπα εκείνη την ημέρα κάτι από αυτά που μου συνέβησαν, αλλά όταν μετά από λίγες μέρες συναντήθηκα με τους φίλους μου, τους τα εξιστόρησα όλα λεπτομερώς και με το νι και με το σίγμα μάλιστα όπως λέμε, αφού αυτοί θέλησαν να μάθουν το πως ακριβώς πέρασα το δεκαπενθήμερο των διακοπών μου στο Βελβεντό.
Μαζί με τα του Βελβεντού όμως, τους ανέφερα κι αυτό που μου συνέβη το πρωινό της επιστροφής μου, όταν κάτω από περίεργες συνθήκες και συμμετοχές στις δικές μου ενέργειες, διένυσα μια τόσο μεγάλη απόσταση κοιμισμένος.
Εκτός αυτού, τους έλεγα κι ότι με γλύτωσαν μια γυναίκα κι ένας άντρας, όταν συνεχώς μου ζητούσαν να ξυπνήσω κι ότι δεν μου φεύγει ο πόνος από το σφίξιμο που μου έκανε εκείνος ο άντρας στο χέρι, αν και δεν τον είδα όταν με πίεζε με την μεγάλη του λαβή.
Άκουγαν αυτοί την διήγηση μου, αλλά κι ο καθένας από αυτούς, έδινε την δική του απάντηση, για όσα νόμιζε ότι έπρεπε να πει κάτι, μελετώντας αυτά που τους εξιστόρησα.
Εγώ όμως είχα ζήσει πολλές σωτήριες επεμβάσεις στην μέχρι τότε ζωή μου, ώστε να αφήσω να περάσει απαρατήρητη κι αυτή που μου έκαναν εκείνο το πρωινό κι επειδή η Παναγία μας είναι Αυτή που με προστατεύει, λογικά σκεπτόμενος απέδωσα κι αυτήν την παρέμβαση στην χάρη Της.
Βεβαίως και δεν είμαι σίγουρος, ότι όντως και συμμετείχε η Παναγία μας στο επεισόδιο που σας ανέφερα, αφού δεν την είδα, όπως δεν είδα και τον άντρα που ήταν μαζί Της.
Αλλά και δεν μπορούσα να αμφιβάλω για όσα μου συνέβησαν, αφού και μετά από ένα μήνα, ακόμη με πονούσε το χέρι μου, όπως εξακολουθούσε να υπάρχει και η αίσθηση της δυνατής αντρικής λαβής στο μπράτσο μου.
Δεν υπάρχει λόγος να σας πω περισσότερα. Ότι είδα σας το είπα κι ότι έζησα σας το μετέφερα. Δική σας λοιπόν είναι η επιλογή, για το τι θα πείτε εσείς στον εαυτό σας, αν βέβαια θέλετε να του πείτε κάτι.
Μιχάλης Αλταλίκης