Μέναμε στο δικό μας σπίτι πλέον εκείνο το διάστημα κι όπως σας είπα, συντροφιά με τις δυσκολίες που ο επερχόμενος χειμώνας μας υποχρέωνε να αντιμετωπίζουμε καθημερινά, αλλά και ποτέ δεν ήμασταν μόνοι σ’ αυτό, αφού η συμμετοχή των φίλων και συγγενών μας, όπως και του Αυστραλού συγγενούς μας από το Βελβεντό της Κοζάνης, έγιναν πολύ τακτικές στην ζωή μας.
Ο Αυστραλός ειδικά, ποτέ του δεν μας άφηνε μόνους. Ερχόταν κάθε τόσο από το Βελβεντό και κάθε φορά που ερχόταν, είχε το αυτοκίνητο του φορτωμένα με κούτσουρα ροδακινιάς από το κτήμα του και με αυτά στο τζάκι, μας ζέσταινε αρκετά από την αγάπη του. Καθόμασταν δε, γύρο από το τραπέζι μας τα βράδια, αυτό δηλαδή που είχαμε μπροστά από το τζάκι μας κι εκεί γευόμασταν, όσα είχαμε εμείς να προσφέρουμε σ’ αυτόν και στην γυναίκα του, αλλά κι όσα αυτός μας έφερνε από το Βελβεντό.
Όταν μας έβαζε δε, από το κρασί που μας έφερνε από το βαρέλι του αδελφού του στα ποτήρια, φωτίζονταν το πρόσωπό καθώς έλεγε.
– Είδες τι καλό κρασί μας έδωσε από το κτήμα του ο αδελφός μου;
Η αλήθεια είναι, ότι δεν πίνονταν εκείνο το κρασί, δεδομένου ότι ήταν ξινό. Αυτός όμως, πολύ το χαιρόταν. Ήταν προσφορά του αδελφού του βλέπετε κι από την χαρά που είχε, για την αδελφική προσφορά που δεχόταν, του φαινόταν το ξινό κρασί, ποιο γλυκό κι από το μέλι. Θαύμαζα εγώ για το μεγαλείο της ψυχής του και βεβαίως έπινα μαζί του εκείνο το ξινό κρασί, αν και το ένιωθα να μου τρυπά τα σωθικά κατεβαίνοντας στο στομάχι μου.
Του το έλεγα βέβαια και με τρόπο μάλιστα, ότι το κρασί που μας έδινε ο αδελφός του δεν πινόταν και ότι μάλλον ήταν ξινό, εκείνος όμως δεν το παραδεχόταν και πάντα το ίδιο μου έλεγε σαν απάντηση.
– Δοκίμασε άλλη μια φορά ρε συ και τότε θα δεις, ότι πράγματι είναι καλό κρασί. Μα τι; Θα μου έδινε ποτέ ξινό κρασί ο αδελφός μου;
Κι ενώ έλεγε αυτά, γέμιζε μέχρι τα χείλη ένα ποτήρι από το κρασί του αδελφού του και το έπινε μονορούφι, προκειμένου να πείσει εμένα ότι όχι μόνον ήταν καλό το κρασί, αλλά και γλυκό μάλιστα. Για να μην χαλάσω εγώ, την αγάπη που έτρεφε αυτός προς τον αδελφό του, έπαψα πλέον να αναφέρομαι σ’ αυτό το θέμα, οπότε, συνέχιζα να πίνω το ξινό κρασί μαζί του, όσες φορές κι αν αυτός μας το έφερνε ως δώρο από τον αδελφό του.
Την ίδια χαρά βέβαια ένιωθα κι εγώ μέσα μου, από την στιγμή που έβαλα στην ζωή μου τον πνευματικό μου, γι’ αυτό και ανυπομονούσα να ακούσω από αυτόν, πότε επιτέλους θα πήγαινε στο Άγιο όρος όπως μου έλεγε, ώστε να τον επισκεφτώ εκεί και να τα πούμε καλύτερα κατά τα λεγόμενά του.
Και η γυναίκα μου είχε αγονία να μάθει, τι επιτέλους ήταν εκείνος ο πνευματικός, για τον οποίο με πολύ ενθουσιασμό της μιλούσα, όπως και με τα μούτρα σχεδόν έπεσα στο να διαβάζω όσα είχαν σχέση με την ορθόδοξη πίστη μας και το θέμα που με απασχολούσε.
Δυσανασχετούσε βέβαια αυτή, με την ξαφνική αλλαγή που παρατηρούσε να υπάρχει στην συμπεριφορά μου από τότε που τον γνώρισα, γι’ αυτό και θέλησε να τον γνωρίσει, μήπως και καταλάβει επιτέλους τον λόγο, που μου έκανε να γίνομαι παράλογος κατά την άποψη της κι αυτά μου έλεγε.
– Είπαμε να σεβόμαστε τους μοναχούς, αλλά όχι με τόση προσήλωση. Αυτό που κάνεις εσύ, καταντάει να είναι αρρώστια. Το καταλαβαίνεις;
Αυτά μου έλεγε η γυναίκα μου τότε και πολύ με στεναχωρούσε που δεν ζούσε κι αυτή μαζί μ’ εμένα όσα εγώ μπορούσα να βλέπω, να γνωρίζω και να ζω και μην μπορώντας να κάνω κάτι, προκειμένου να φέρω κι αυτήν σ’ αυτήν την κατάσταση, έκανα υπομονή και περίμενα την ώρα και την στιγμή που θα της φανερωνόταν το ανάλογο ενδιαφέρον, ώστε να γνωρίσει κι αυτή, αυτά που καμιά άλλη γνώση, η σπουδή της υπάρχουσας ζωής μπορεί να μας προσφέρει.
Και σε μένα έτσι έγινε τότε. Μου παραχωρήθηκε δηλαδή το ενδιαφέρον να γνωρίσω τα του Θεού, αφού αυτό το ενδιαφέρον δεν το είχα από πριν. Και μου παραχωρήθηκε τότε αυτό μάλιστα, που κόντευα να γίνω κοντά σαράντα χρονών. Όπως κι αν είχε το πράγμα όμως, στεναχωριόμουν με την συμπεριφορά της γυναίκας μου, αλλά και δεν μπορούσα να τιθασεύσω το τράβηγμα που ένιωθα. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε που με αγωνία περίμενα να μάθω από αυτόν, πότε επιτέλους θα πήγαινα μαζί του στο Άγιο όρος, όπως μου το υποσχόταν, προκειμένου να συζητήσουμε ποιο διεξοδικά εκεί αυτά που ήθελα να πληροφορηθώ, αλλά και να εξετάσω.
Για να αντιμετωπίσω προετοιμασμένος όμως, όπως και κατηρτισμένος κάπως αυτά που ήθελα να συζητήσω μαζί του, βάλθηκα να διαβάζω εκείνο το διάστημα, όσα σχετικά βιβλία έβρισκα μπροστά μου. Και δεν τα διάβαζα απλώς, αλλά προσπαθούσα να εφαρμόσω στην πράξη όσα εντόπιζα να είναι και για μας τους απλούς ανθρώπους υποχρεωτικά, εφόσον αλήθεια ήθελα να ενταχθώ στα δεδομένα της Ορθόδοξης πίστης μας.
Αδιαφορώντας λοιπόν για τον απαιτούμενο κόπο, όπως και για τον χρόνο που έπρεπε να διαθέτω γι’ αυτόν τον σκοπό και ογδόντα μετάνοιες έκανα τρεις φορές την ημέρα και τον νου μου προσπαθούσα να έχω προσηλωμένο στον σκοπό μου και καμιά λειτουργία δεν έχανα, έστω κι αν έβρεχε με το τουλούμι τις Κυριακές.
Αλήθεια είναι, ότι απέφευγα μέχρι τότε να επισκέπτομαι την εκκλησία, γιατί με πονούσαν τα πόδια, όπως και η μέση μου όταν κατά καιρούς το επιχειρούσα, λόγο της ορθοστασίας που είχα να υποστώ εκεί. Όταν όμως ξημερωνόμουν στα μπαρ, πίνοντας εκεί αμέτρητα ποτά, τίποτε δεν με πονούσε. Αυτή η ενθύμηση και μόνον, έγινε μοχλός για μένα τότε, ο οποίος με πίεζε να σηκωθώ το πρωί της Κυριακής και να πάω πάση θυσία στην εκκλησία.
Και πήγαινα κάθε Κυριακή μάλιστα κι έμενα όρθιος εκεί για δύο ώρες, όπως ακριβώς έκανα και στα μπαρ όλη την νύχτα και άχνα δεν έβγαζα πλέον για τον πόνο που ένιωθα στα πόδια και στην μέση μου, από ντροπή για την αδικαιολόγητη πρότερή μου συμπεριφορά. Αυτήν την διαφορά της Κυριακάτικής μου συμπεριφοράς παρατηρώντας η γυναίκα μου, ανησυχούσε στο εξής, μήπως κι έγινα θρησκόληπτος, γι’ αυτό κα με κοιτούσε ερευνητικά όταν έβγαινα από το σπίτι.
Την δικαιολογούσα είναι αλήθεια, όπως δικαιολογούσα και τον πνευματικό μου, όταν μου έλεγε ότι θα τα πούμε καλλίτερα όταν θα έρθεις στο Άγιο όρος, πιθανολογώντας, ότι κι αυτός έβλεπε κάτι υπερβολικό στην συμπεριφορά μου. Ωστόσο όμως κι αφού έκανα την πρώτη μου αρχή, εξομολογήθηκα και δεύτερη φορά σ’ αυτόν, κατά την διάρκεια της οποίας, με άνεση θα έλεγα αναφερόμουν σε πράγματα που εγώ θεωρούσα ότι θα μπορούσαν να είναι επιλήψιμα, γι’ αυτό και περίμενα την απάντησή του.
– Άλλα είναι και άλλα δεν είναι. Έλεγε αυτός με νόημα. Αλλά, από όσα μου ανάφερες μέχρι στιγμής για την ζωή σου, δεν μπορώ να σε κοινωνήσω τώρα, όπως θα έπρεπε. Αφού δω όμως, την από δω και πέρα μεταμέλειά σου, ίσως να σε κοινωνήσω τα Χριστούγεννα. Όπως καταλαβαίνεις λοιπόν και μέχρι να φτάσουμε σ’ αυτήν την θέση, θα πρέπει να τα πούμε πολλές φορές μαζί ακόμη. Κατάλαβες;
Δεν μπορούσα να κατανοήσω τον λόγο που μου γινόταν σ’ εμένα αυτή η απαγόρευση, αφού όπως έβλεπα να γίνεται στις εκκλησίες, πολλοί κοινωνούσαν χωρείς καν να έχουν εξομολογηθεί. Κάποιος λόγος είπα μέσα μου ότι θα υπάρχει, για να μου επιβάλει αυτός την απαγόρευση κι αφού έτσι έπρεπε να γίνει, πράγματι και τα λέγαμε συχνά μέχρι να φτάσουμε στα Χριστούγεννα.
Μια μέρα όμως κι όταν πήγα να μου δώσει μια απάντηση και πάλι, σε κάποιο από τα πολλά ερωτήματα που είχα συσσωρευμένα μέσα μου, τον άκουσα να μου λέει και κάτι, για ένα θέμα που ποτέ μου δεν του το ανάφερα, το οποίο βέβαια, πολύ με τάραξε τότε, γιατί πρώτη μου φορά αντιμετώπιζα τέτοιο περιστατικό. Έκανα κι εγώ προβλέψεις όταν ήμουν στο μπακάλικο του πατέρα μου και πράγματι ήξερα, τι ακριβώς ήθελαν να αγοράσουν οι πελάτες μας, όταν τους έβλεπα να έρχονται στο μαγαζί μας.
Πολλές φορές μάλιστα, ήξερα όχι μόνον τι ήθελαν και πόσο από αυτό, αλλά και πόσα χρήματα κρατούσαν στα χέρια τους ήξερα, γι’ αυτό και μέχρι να φτάσουν αυτοί στην πόρτα μας, τους ετοίμαζα αυτά που ήθελαν, αλλά και τα ρέστα που έπρεπε να πάρουν τους έδινα.
Αυτό που μου έκανε όμως ο πνευματικός μου, ήταν πολύ διαφορετικό. Ποτέ μου δεν του είπα ότι έκανα μετάνοιες κι εκείνη την ώρα που τον επισκέφτηκα, μόνο αυτό δεν είχα στο μυαλό μου να του πω. Οπότε, ούτε και τον τρόπο που τις έκανα σκέφτηκα ποτέ να του αναφέρω. Είχα βέβαια ενδοιασμούς στην αρχή, για το αν τις έκανα σωστά ή όχι, αλλά επειδή και οι ιερείς στην εκκλησία έτσι τις έκαναν, υιοθέτησα κι εγώ τον δικό τους τρόπο.
Μου είπε, τι μου είπε λοιπόν εκείνη την ώρα ως απάντηση, στο ερώτημα που εγώ του έθεσα πριν από λίγο, αλλά και μου είπε στα ξεκάρφωτα κάτι, που αφορούσε ιδικά τον τρόπο που έκανα κρυφά από όλους εγώ τις μετάνοιες μου.
– Πρέπει να σου πω δε, ότι δεν κάνουν τις μετάνοιες έτσι όπως τις κάνεις εσύ. Αφού θέλεις όμως να τις κάνεις, θα πρέπει να τις κάνεις όπως θα σου δείξω.
Και πριν καλά, καλά συνέλθω από το σοκ, του πως μπορούσε αυτός να γνωρίζει, με ποιο τρόπο έκανα κάτι εγώ στα κρυφά, έπεσε κάτω και μου έδειξε τον σωστό τρόπο της εκτέλεσης τους. Στην συνέχεια κι αφού σηκώθηκε από κάτω, μου έλεγε και πόσες από αυτές έπρεπε να κάνω και μαζί με αυτό, αναφέρθηκε σε μια άλλη, επίσης κρυφή μου ενέργεια.
– Επειδή έχεις δώσει αρκετά δικαιώματα στον πονηρό, καλό είναι να κάνεις όχι ογδόντα, αλλά εκατό μετάνοιες σαν κι αυτές που σου έδειξα. Εσύ όμως, εκτός από αυτές, κάνεις από μόνος σου και αρκετά άλλα. Έλα λοιπόν τώρα να σου δώσω και τι ακόμη να λες στις προσευχές σου, προκειμένου να είσαι από πολλές πλευρές ασφαλής.
Έμεινα άφωνος από το περιστατικό που έζησα όπως καταλαβαίνετε, γι’ αυτό και δεν μπορούσα εκείνη την στιγμή να του ρωτήσω, τι ήταν αυτά που άκουσα και είδα. Ωστόσο όμως, τον ακολούθησα και μαζί του πήγα στην εκκλησία, όπου και μου έδειξε μέσα από τα βιβλία των ψαλτών, τι ακόμη έπρεπε να προσθέσω σε όσα ήδη είχα γραμμένα σε ένα μπλοκάκι και κρυφά από όλους τα διάβαζα.
Έκανα ότι μου είπε όμως και πράγματι έβαλα στο πρόγραμμα μου όσα μου πρόσθεσε, αλλά δεν μπορούσα να χωνέψω, πως ήξερε αυτός, τι έκανα εγώ κρυφά απ’ όλους κι επειδή δεν έβγαζα αποτέλεσμα, συνέχισα να υπάρχω όπως αυτός μου υπέδειξε, ξεχνώντας για λίγο καιρό εκείνο το περιστατικό.
Από δικό μου λάθος όμως και για πολύ καιρό μετέπειτα, δεν έκανα εκατό μετάνοιες την ημέρα όπως εκείνος μου υπέδειξε, αλλά τριακόσιες. Στην προσπάθεια μου δηλαδή, να ταυτιστώ με όσα διάβαζα στα βιβλία να υπάρχουν ως αναγκαία, ή επιβεβλημένα για κάθε χριστιανό, έκανα από μόνος μου, τρις φορές την ημέρα αυτά που υιοθέτησα ως κανόνα.
Τον δικό μου κανόνα λοιπόν ακολουθώντας, έκανα από μόνος μου και τρεις φορές την ημέρα μάλιστα, ογδόντα μετάνοιες για κάθε μία από αυτές, αφού έτσι το βρήκα να επιβάλετε στα βιβλία. Όταν άκουσα τον πνευματικό μου να μου λέει, ότι πρέπει να κάνω εκατό από αυτές λόγω των δικαιωμάτων που έδωσα στον πονηρό, τις τριπλασίασα, χωρείς βέβαια να του αναφέρω τίποτε για τις ημερήσιες συνήθειές μου.
Αν ήταν επιζήμιο για μένα αυτό που έκανα, θα το είχε πληροφορηθεί αυτός και θα μου το απαγόρευε. Από ότι προέκυψε όμως, δεν ήταν και τόσο κακό, γιατί οι κανονικές μετάνοιες, απεδείχθη ότι ήταν η καλύτερη γυμναστική για μένα, τόσο για το πνεύμα, όσο και για το σώμα μου.
Άλλος άνθρωπος ήμουν εγώ τότε, με τόσες μετάνοιες την ημέρα, γι’ αυτό κι όταν έκανα μόνος μου την μετακόμιση της οικοσκευής μας κανένα κόπο δεν αισθάνθηκα, αφού ήμουν γερά και ικανά προπονημένος.
Κατέβασα ένα ολόκληρο νοικοκυριό από τον δεύτερο όροφο, το μετέφερα με το φορτηγό και το ανέβασα όλο στον τέταρτο όροφο με τα πόδια, γιατί ακόμη δεν είχαμε βάλει το ασανσέρ της οικοδομής σε λειτουργία.
Μαζί με αυτήν την προπόνηση, έμαθα απέξω κι όλες εκείνες τις προσευχές που είχα στον κανόνα μου, τις οποίες από το ίδιο λάθος επαναλάμβανα τρεις την ημέρα. Επειδή δεν είχα όμως, ούτε χώρο, ούτε χρόνο να τις κάνω με τάξη κι όπως έπρεπε, τις έκανα σιωπηλός στον δρόμο, στο αυτοκίνητο, στο σπίτι και οπουδήποτε αλλού βρισκόμουν.
Είχε κι αυτό, το σχετικό αντίκτυπο βέβαια, αφού τίποτε δεν μπορούσα να τελειώσω στην ώρα του. Μέχρι να ολοκληρώσω δηλαδή το ημερήσιο πρόγραμμα μου, ήμουν αρκετά μπλοκαρισμένος εξαιτίας του όπως καταλαβαίνετε.
Αυτός ήταν κι λόγος άλλωστε, που στον δρόμο, όπως και στο οικείο περιβάλλον μου, παρουσιαζόμουν κάπως απόμακρος, αφού μόνον εκεί μου ήταν εύκολο να κάνω τέτοιου είδους εφαρμογές.
Μιχάλης Αλταλίκης