Ήρθε η ώρα να πάμε στις προγραμματισμένες μας διακοπές λοιπόν κι όπως κάναμε πάντα κατά την διάρκεια των διακοπών μας, έτσι κι εκείνο το καλοκαίρι πήγαμε να εγκατασταθούμε στο συνηθισμένο μας μέρος για τον παραπάνω σκοπό.
Με το που φτάσαμε εκεί λοιπό, αμέσως σχεδόν εγκατασταθήκαμε στο μικρό μας σπιτάκι, αυτό δηλαδή που μας διέθεταν οι φίλοι μας και ήταν τοποθετημένο πάνω στην άμμο όπως σας το ανέφερα στα προηγούμενα και δέκα μέτρα σε απόσταση από το κύμα της θάλασσας.
Προκειμένου να αντιμετωπίσει εύκολα και η γυναίκα μου, τις δυσκολίες που την περίμεναν μέσα σ’ εκείνο τον μικρό χώρο του ενός δωματίου και της μικρής μας κουζίνας, έκανα εγώ εκεί ότι θα της ήταν απαραίτητο. Περνούσαμε καλά βέβαια, αλλά οι δυσκολίες που αντιμετώπιζε η γυναίκα μου ήταν πολλές, αφού δεν είχε να φροντίσει μόνον για μας και τα δύο μικρά παιδιά μας, αλλά και για πολλούς άλλους.
Είχε δηλαδή να μεριμνήσει όπως πάντα και για την διαβίωση της πεθεράς μου, της αδελφής της, των μελών των οικογενειών τους και μαζί με αυτούς και για μια ανιψιά τους, η οποία μας ήρθε εκτάκτως τότε από την Κοζάνη. Αυτή δε, ποτέ της δεν έκανε καλοκαιρινές διακοπές στην θάλασσα κι όπως ήταν φυσικό πια κι αυτό, αν και ήταν δεκαοχτώ χρονών, δεν ήξερε τι θα πει κολυμπάω.
Παρόλα αυτά όμως, περνούσαν οι μέρες μας ευχάριστα εκεί θα λέγαμε κι όπως ήταν αναμενόμενο κι αυτό, έκλεβα εγώ λίγο χρόνο για μένα ανάμεσα από τις δουλειές που έπρεπε να κάνω και πήγαινα μια βόλτα με την βάρκα μου, πότε για ψάρεμα και πότε για ιστιοπλοΐα. Έχασα όμως τον έλεγχο της ώρας ένα πρωινό κάνοντας ιστιοπλοΐα κι όπως ήταν επόμενο αυτό, επέστρεψα κάπως αργότερα από το σύνηθες στο σπιτάκι μας, με αποτέλεσμα να δυσκολέψω την ζωή της γυναίκας μου.
Χρειαζόταν την βοήθειά μου αυτή κι αφού της έδωσα δικαίωμα, άκουσα ένα σωρό για τον λόγο που έλειπα από κοντά της, τότε που αυτή έτρεχε και δεν έφτανε προκειμένου να ανταπεξέλθει τις πολλές υποχρεώσεις της. Και οι φιλοξενούμενοι βέβαια γνώριζαν τις δικές μας υποχρεώσεις, αλλά όλοι οι άλλοι εκτός από την πεθερά μου που είχε υπό την επίβλεψή της τα μικρά μας παιδιά, ξεχνούσαν εσκεμμένα τις δικές τους.
Και δεν έκαναν τίποτε άλλο αυτοί εκεί, εκτός από το να είναι κοντά μας ως φιλοξενούμενοι. Ωστόσο όμως, τους άρεσαν τα φρέσκα ψαράκια κι αυτός ήταν ο λόγος που καθημερινά μου έλεγαν το ίδιο.
– Φέρε μας ντε και κανένα φρέσκο ψαράκι?
Όταν το άκουγε αυτό η γυναίκα μου, πολύ θύμωνε μαζί μου, γιατί αν δεν είχαμε βάρκα, δεν θα χρειαζόταν να καθαρίζει αυτή ψάρια και προπαντός, δεν θα χρειαζόταν να τα τηγανίζει στην μικρή μας συσκευή υγραερίου, όταν μάλιστα θα έπρεπε να σιτιστούν από αυτά, δεκατέσσερα άτομα.
Έχοντας λοιπόν εμείς βάρκα, είχαμε να κάνουμε και τέτοιες δουλειές σ’ εκείνον τον μικρό χώρο, αφού οι φιλοξενούμενοι ήταν εκεί, μόνον για να μας ανοίγουν την όρεξη την ώρα που θα τρώγαμε. Κι αφού δεν μπορούσε να τους πει τίποτε η γυναίκα μου, αναγκαστικά πια και ξεσπούσε σ’ εμένα κι ένα σωρό λόγια μου έλεγε εκείνη την στιγμή για την καθυστέρηση που μου προέκυψε.
Δικαιολογώντας ωστόσο την αντίδρασή της, αμίλητος πήγαινα προς στο πίσω μέρος του σπιτιού μας, προκειμένου να πιώ λίγο κρύο νερό από την τουλούμπα μας. Βεβαίως και δεν αργοπόρησα από αδιαφορία για την βοήθεια που έπρεπε να της προσφέρω, αλλά και τι να της έλεγα για την ξαφνική άπνοια που με έκανε να αργοπορήσω κι εξαιτίας της δεν μπορούσε να κινηθεί γρήγορα η βάρκα μου;
Αυτά λοιπόν σκεφτόμουν μέχρι να φτάσω στην τουλούμπα κι όταν πια έφτασα εκεί, έπιασα την λαβή της και τρομπάριζα γρήγορα και δυνατά, έτσι ώστε να βγάλω γρήγορα το κρύο κι άφθονο νερό που μας διέθετε αυτή από τον πυθμένα της.
Έπεσα μάλιστα με τα μούτρα θα έλεγα πίνοντας νερό όταν εμφανίστηκε αυτό από την υπόγεια δεξαμενή του κι έπινα αχόρταγα προκειμένου να χορτάσω την δίψα μου, δεδομένου ότι βρισκόμουν για αρκετές ώρες διψασμένος μέσα στην θάλασσα. Έπινα βέβαια νερό, αλλά κι έβλεπα κάποιον να περιμένει δίπλα μου για τους ίδιους με τους δικούς μου λόγους, αφού η τουλούμπα μας ήταν εκεί για όλους, όπως και για όλες μας τις ανάγκες.
Άφησέ τον να περιμένει έλεγα μέσα μου. Όταν χορτάσω εγώ από νερό, τότε, ας πιει κι αυτός όσο θέλει. Έπινα λοιπόν και δεν έλεγα να χορτάσω κι όταν επιτέλους σηκώθηκα, ρουφούσα και το νερό που στάθηκε στα μουσκεμένα μουστάκια μου. Σκούπισα στο τέλος με το χέρι μου κι όσα από τα νερά έμεναν ακόμη πάνω σ’ αυτά κι έκανα στην άκρη, προκειμένου να πιει κι αυτός που περίμενε τόση ώρα.
Του έκανα μάλιστα και νόημα να περάσει προς την χειρολαβή της τουλούμπας, αν και μου πέρασε από το μυαλό να τρομπάρω εγώ προκειμένου να πιει αυτός νερό. Επειδή έβλεπα όμως, ότι ούτε μικρός ήταν, ούτε και παππούς, τον άφησα να το κάνει μόνος του κι αυτός ήταν ο λόγος που τραβήχτηκα όπως είπα από την τουλούμπα, ώστε να τον διευκολύνω.
Αντί να κάνει όμως αυτό που περίμενα να δω, αυτός καθόταν άπραγος εκεί και με περιεργαζόταν καλά, καλά, κοιτώντας με επίμονα από πάνω μέχρι κάτω. Μετά από αυτό δε, μου έκανε κι ένα παράλογο ερώτημα, το οποίο μάλιστα μου το εξέφρασε με πολύ μεγάλη αγωνία.
– Συγνώμη κύριε? Το νερό πίνεται;
Τρελάθηκα εγώ όταν άκουσα το ερώτημά του. Καλά, έλεγα μέσα μου. Ήπια μπροστά του ένα κουβά νερό. Είναι δυνατόν τώρα, να με ρωτάει αυτός εδώ, αν πίνεται το νερό ή όχι; Για να δω την αντίδραση του όμως, του είπα κι εγώ αινιγματικά.
– Όχι. Δεν πίνεται. Το έχουμε εδώ, έτσι για να πλένουμε τα πόδια μας. Σκοτίστηκε αυτός από αυτό που άκουσε, γι’ αυτό και πάλι με ρωτούσε.
– Μα εσύ τότε; Γιατί ήπιες;
Αφού πιάσαμε κουβέντα μ’ εκείνον τον περίεργο και διψασμένο άνθρωπο, αναγκαστικά πια απαντούσα στα ερωτήματά του και τα απαντούσα όπως ήθελα, μελετώντας τις αντιδράσεις του.
– Εγώ ήπια από αυτό το νερό, έτσι, για να σε μπερδέψω. Εσύ όμως, αν θέλεις πιες, αν θέλεις μη πίνεις.
Σαν άκουσε αυτός τον γρίφο που του έβαλα να σκέφτεται, έμεινε εκεί ασάλευτος να με κοιτά και δεν έσκυβε να πιει νερό με τον τρόπο που είδε να κάνω πριν από λίγο εγώ. Τον καράφλιασα σκέφτηκα, αλλά και του χρειαζόταν. Τον άφησα λοιπόν εκεί να απορεί μπροστά στην τουλούμπα, για το αν πίνεται το νερό ή όχι κι εγώ πήγα μπροστά από το σπίτι να βοηθήσω έστω κι εκ των υστέρων την γυναίκα μου, αφού όπως είπα χρειαζόταν την βοήθειά μου.
Την βοηθούσα λοιπόν, αλλά που και που, έβγαζα το κεφάλι μου από την γωνία να δω τι θα κάνει εκείνος ο περίεργος άνθρωπος και πολλές φορές ομολογώ ότι έκανα το ίδιο. Σταθερός όμως αυτός στις απόψεις του, έκανε πολλές βόλτες γύρω από την τουλούμπα, αλλά νερό δεν έπινε. Μου ήταν εύκολο να πάω και να του πω, πιες νερό άνθρωπέ μου και μη το φοβάσαι, αλλά δεν το έκανα, σκεπτόμενος, τι επιπλέον θα σπούδαζα εγώ, από τον δικό του προβληματισμό.
Αυτός όμως, συνέχιζε να γυρίζει γύρω, γύρω από την τουλούμπα και κατά διαστήματα έκανε και διακριτικές βόλτες γύρω από το σπιτάκι μας, αλλά νερό δεν έλεγε να πιει. Έβλεπαν οι δικοί μου να σκύβω συνεχώς από την γωνία κι επειδή τους έκανε εντύπωση η συμπεριφορά μου, η γυναίκα μου ήταν αυτή που πρώτη θέλησε να μάθει τον λόγο, γι’ αυτό και με ρωτούσε.
– Γιατί κοιτάς συνέχεια από την γωνία; Τι συμβαίνει; Είναι κανείς εκεί πίσω;
– Είναι κάποιος στην τουλούμπα. Της είπα. Τον οποίο έχω καραφλιάσει με τις απαντήσεις που του έδωσα κι επειδή θέλω να δω τι θα κάνει τελικά, τον παρατηρώ κρυφά κι από την γωνία όπως βλέπεις.
Έδειξε ενδιαφέρον η γυναίκα μου για το περιστατικό, οπότε της ανέφερα ολόκληρη την στιχομυθία που είχα μαζί του. Τελειώνοντας, της έλεγα και το αποτέλεσμα των παρατηρήσεών μου.
– Από εκείνη την ώρα και μετά όμως, αυτός δεν πίνει νερό, αν και διψάει πολύ όπως φαίνεται. Φέρνει συνέχεια βόλτες γύρω από την τουλούμπα, όπως και γύρο από το σπίτι μας. Εγώ βέβαια μελετώ τις δικές του κινήσεις αλλά δεν μπορώ να καταλάβω τι σκέψεις κάνει αυτός. Αυτό περιμένω να δω λοιπόν, το πότε θα πάει επιτέλους αυτός να ξεδιψάσει.
Γέλασε η γυναίκα μου με την αντίδρασή του, όπως γέλασαν άλλωστε και οι υπόλοιποι, αυτοί δηλαδή που βρισκόταν στο τραπέζι κι έτρωγαν μαζί μας εκείνη την στιγμή. Η θεία της όμως, τίποτε δεν πίστεψε από όσα άκουσε, γι’ αυτό και σήκωσε τα χέρια της προς τα πάνω κατά την συνήθεια της και το έκανε έτσι μάλιστα αυτό, που να σχηματίζουν μαζί με το κεφάλι της ένα μεγάλο Ψ.
Με αυτό το τεράστιο Ψ, υποδήλωνε αυτή, ότι όλα αυτά που τους έλεγα ήταν ένα τεράστιο ψέμα, αφού κατά την άποψη της, δεν της φαινόταν και πολύ αληθινά αυτά που άκουγε. Πολλοί άνθρωποι όπως και η θεία μας, έχουν την εντύπωση ότι όσα βλέπουν αυτοί στην ζωή τους, αυτά είναι και τα μόνα που υπάρχουν κι εξαιτίας αυτού, όταν ακούσουν να τους λέει κάποιος πράγματα που αυτοί ποτέ τους δεν είδαν, δεν τα πιστεύουν, αλλά και εκφράζουν ευθαρσώς τις σκέψεις τους.
– Μα τι πια; Όλα σ’ εσένα συμβαίνουν; Εγώ γιατί δεν το είδα;
Κι αφού ως άνθρωποι διαμορφώνονται, μόνον από όσα βλέπουν, από καχυποψία και μόνο ύστερα, στερούν τον εαυτό τους από όσα θα μπορούσαν να μάθουν ζώντας πράγματα, μέσα από το οπτικό πεδίο των συνανθρώπων τους.
Αν βλέπει κανείς πολλά στην ζωή του, για τρία πράγμα τουλάχιστον είναι σίγουρος. Ότι τα πάντα είναι δυνατόν να γίνουν σ’ αυτήν την ζωή. Ότι αυτά που είδε αυτός να υπάρχουν, δεν είναι τα μόνα. Κι ότι, πίσω από αυτά που μόνον είδε, κρύβονται αμέτρητα άλλα, τα οποία όντως και διαφεύγουν της προσοχής του, αν και βρίσκονται δίπλα του.
Όσοι όμως βλέπουν μόνον μέσα από την μικρή χαραμάδα που έχει το δικό τους οπτικό πεδίο, όπως και η θεία μας, εύκολα μπορούν να ονομάσουν τα ακατανόητα γι’ αυτούς ως ψέματα. Για εμένα βέβαια, δεν ήταν ούτε η πρώτη, αλλά ούτε και η τελευταία φορά στην ζωή μου, που άκουγα να αμφιβάλουν οι άνθρωποι για την αληθινή ύπαρξη των περιστατικών που είδα να γίνονται και τους τα διηγήθηκα.
Ωστόσο, τίποτε δεν είπα στην θεία μας για το υπονοούμενο που πέταξε, αλλά κι αφέθηκα να κοιτώ πότε, πότε, όπως σας είπα προς την τουλούμπα μας, περιμένοντας να δω επιτέλους εκείνον τον άνθρωπο να πίνει νερό. Αυτός όμως, αν και ήταν πάντα εκεί γύρω, νερό δεν έλεγε να πιει. Έγινε απόγευμα, έγινε βράδυ, ξάπλωσα κι εγώ να κοιμηθώ όπως πάντα έξω από το σπίτι και ξαπλωμένος εκεί, τον είδα δύο, ή τρεις φορές ακόμη να πλησιάζει προς το σπιτάκι μας νυχτιάτικα, αλλά και πάλι δεν έκανε κάποια κίνηση, ώστε να πλησιάσει την τουλούμπα.
Την επομένη όμως και κατά της επτά το πρωί όπως πάντα, έκανα εγώ το μπάνιο μου στην θάλασσα και μετά από αυτό, κάθισα να πιώ τον καφέ μου, παρέα με την γυναίκα μου. Κι αυτή πρωινός τύπος είναι, οπότε, απολάμβανε μαζί μου τον καφέ της σ’ εκείνον τον ήσυχο παραλιακό χώρο, μέχρι που να ξυπνήσουν οι υπόλοιποι και γεμίσει η παραλία μας από λουόμενους ανθρώπους.
Ήπιαμε τον καφέ μας λοιπόν, φάγαμε και το πρωινό μας και σύμφωνα με τις συνήθειες τους, ξύπνησαν και οι υπόλοιποι της παρέας μετά από λίγη ώρα, εκτός βέβαια από την θεία μας, δεδομένου ότι αυτή είχε στην συνήθειά της να σηκώνεται τελευταία από κρεβάτι της. Όταν επιτέλους έκανε κι αυτή, την νυσταγμένη και νωχελική της εμφάνιση, αμίλητη όπως κάθε πρωί, κατευθύνθηκε προς την τουλούμπα, προκειμένου να πάρει κρύο νερό από αυτήν, για τον δικό της πρωινό καφέ.
Επιστρέφοντας όμως από την τουλούμπα, χαμογελούσε μόνη της χωρίς να μας λέει το γιατί. Αφού κράτησε για λίγο ακόμη μυστικό το λόγο που την υποχρέωνε να χαμογελάει, μας έλεγε στο τέλος.
– Καλέ? Αυτός που έλεγες εχθές, ότι δεν έπινε νερό, ήρθε στην τουλούμπα πριν από λίγο και με αγωνία με ρώτησε. Καλέ κυρία; Το νερό από την τουλούμπα πίνεται;
Τι να του έλεγα λοιπόν, αφού από χθες το μεσημέρι έμεινε διψασμένος; Τον λυπήθηκα τον καημένο, γι’ αυτό και του είπα. Πίνεται, πίνεται, μη το φοβάστε. Εκείνος όμως φοβόταν να το κάνει, αν και κάηκε από την δίψα, επειδή μπερδεύτηκε όπως μου είπε από αυτά που άκουσε να του λέει εχθές το μεσημέρι ένας νεαρός κύριος. Αυτός ήπιε μπροστά μου νερό από την τουλούμπα έλεγε, ενώ σ’ εμένα είπε ότι δεν πίνετε το νερό κι ότι το έχετε εδώ για να πλένετε τα πόδια σας.
Αφού τον άκουσα να μου λέει τέτοια, τι να έκανα; Του είπα ξανά κι εγώ λοιπόν, ότι το νερό από την τουλούμπα μας πίνεται κι ότι μπορεί να έρχεται και να πίνει από αυτήν άφοβα, όσο θέλει. Μετά από όσα άκουσε να τον βεβαιώνω, ήπιε τελικά και μάλιστα αρκετό νερό ο άνθρωπος κι όταν τελείωσε, πολύ με ευχαρίστησε. Να σου πω την αλήθεια όμως, όταν μας το είπες αυτό εχθές, καθόλου δεν το πίστεψα.
Η αλήθεια τώρα είναι, ότι κι εγώ ευχαριστήθηκα που ξεδίψασε επιτέλους εκείνος ο άνθρωπος, αλλά καθόλου δεν είμαι σίγουρος, αν σπούδασε κι αυτός κάτι από την περιπέτειά του. Η θεία μας πάντως, τίποτε από όλα αυτά δεν σπούδασε, γιατί όχι μόνον τότε, αλλά και μέχρι σήμερα το ίδιο κάνει. Δέχεται ως αληθινό, ή ως δίκαιο, μόνον αυτό που αυτή νομίζει ότι είναι τέτοιο. Και υποστηρίζει με ζήλο μάλιστα αυτό που νομίζει, όπως ακριβώς κάνουν δηλαδή και οι περισσότεροι εκ των ανθρώπων, χωρίς να τους ενδιαφέρει να ξέρουν, αν κάνουν λάθος, ή όχι.
Μιχάλης Αλταλίκης