Λίγο μετά από το Πάσχα όμως, πάλι χρειάστηκε να ταξιδέψω προς το μοναστήρι μας και μάλιστα, με πολλές ευλογίες φορτωμένες στο αυτοκίνητό μου. Όπως σας το έχω αναφέρει και στα προηγούμενα αυτό, έτσι αποκαλούν οι πατέρες αυτά που μας προσφέρουν οι φίλοι και γνωστοί, όταν δεν δέχονται να τους καταβάλουμε την ανάλογη χρηματική τους αξία.
Κομπόστες για την ακρίβεια ήταν αυτά που μετέφερα και σε τρίκιλα μεταλλικά κουτιά μάλιστα συσκευασμένες. Κι επειδή ήταν μόνα τους τα κουτιά, χωρίς δηλαδή την συμμετοχή κιβωτίων, ένα, ένα τα τοποθέτησα στο φορτηγάκι μου κι έτσι ήταν στοιβαγμένα μάσα στην καρότσα του.
Για να κάνω όμως την φόρτωσή τους από το εργοστάσιο της Σκύδρας που τα παρέλαβα, όλο το πρωινό μου διέθεσα. Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, και η εκφόρτωσή τους στο καράβι θα ήταν αναλόγως δύσκολη, οπότε, μου έδωσε την άδεια ο επίτροπος να μπω με το αυτοκίνητο στο καράβι κι έτσι να τους μετέφερα της κομπόστες στο μοναστήρι, γιατί κι εκεί δεν θα ήταν εύκολο να ξεφορτωθούν ένα, ένα, κουτί αυτές από το καράβι στην προβλήτα τους
Κι αφού δεν είχα αντίρρηση ο έχων αυξημένες αρμοδιότητες, έτσι όπως μου είπαν έκανα. Με το φορτηγάκι μου δηλαδή μπήκα στο καράβι κι έτσι με κατέβασε αυτό στην προβλήτα της μονής μας. Όπως αποδείχτηκε όμως, πράγματι χρειάστηκαν αρκετή ώρα και οι εργάτες της μονής να κατεβάσουν τις κομπόστες.
Άλλωστε, κοντά στους δυό τόνους ήταν το βάρος τους. Όταν ολοκλήρωσαν όμως την εκφόρτωσή τους, ετοιμάστηκα κι εγώ να επιστρέψω στην έδρα μου με τον ίδιο τρόπο που έφτασα εκεί, έστω κι αν χρειάστηκε να δώσω και οικονομική αναφορά στον έχοντα αυξημένες αρμοδιότητες μοναχό.
Όταν ήρθε η ώρα να φύγω πια, κατά τις τρείς το απόγευμα δηλαδή, βρήκα τακτοποιημένες πολλές αποσκευές στην καρότσα του αυτοκινήτου μου και τότε μόνον έμαθα από τον παπά Θόδωρο που με περίμενε, ότι θα ερχόταν κι αυτός μαζί μου στην Θεσσαλονίκη.
Όπως το είχε κουβεντιάσει όμως αυτό με τον γέροντά μας, μου έλεγε ότι ζήτησε και πείρα την άδεια του, ώστε να τον μεταφέρω μετά από την Θεσσαλονίκη και στο μετόχι της μονή μας, αυτό δηλαδή που υπηρετεί αυτός ως ιερομόναχος, στο Λιβάδι της Ημαθίας.
Για την ακρίβεια, ένα μικρό χωριό είναι αυτό κι από σύμπτωση βρίσκεται στα γεωγραφικά σύνορα των νομών Ημαθίας, Κατερίνης και Θεσσαλονίκης. Λίγο ποιο πάνω δηλαδή από την Μελίκη τοποθετημένο, όπως και λίγο ποιο κάτω από το ύψος του Κολινδρού.
Αφού αυτό έπρεπε να κάνω λοιπόν, ευχαρίστως τον πήρα μαζί μου κι αφού μου είναι πολύ αγαπητός, όπου θέλεις του έλεγα θα σε μεταφέρω και δεν πειράζει αν αργήσω να επιστρέψω στο σπίτι μου από εκεί και μετά.
Επίτηδες του το είπα αυτό, ώστε να αισθάνεται ποιο άνετα κι αυτός, για τον λόγο ότι ήξερε πόσο κουρασμένος ήμουν και πόσο περισσότερο θα κουραζόμουν μετά από μια τρίωρη επιπλέων διαδρομή πήγαινε έλα από την Θεσσαλονίκη μέχρι την Βέροια.
Με συγχωρείς βρε Μιχάλη, έλεγε αυτός με την γαλήνια φωνή του. Δεν ήθελα να σε βάλω σ’ αυτήν την διαδικασία, αλλά εδώ και μέρες περιμένω να έρθει κάποιος στο μοναστήρι μας από την περιοχή της Βέροιας, αλλά δεν τα κατάφερε. Κι επειδή σήμερα κιόλας πρέπει να βρεθώ για κάποιον λόγο στο μετόχι μας, θα σε παρακαλέσω να κάνεις εσύ τον κόπο, αφού άλλον τρόπο δεν βρίσκω.
Μη στενοχωριέσαι πάτερ του έλεγα και θα το κάνω όπως σου είπα. Κι αφού με ευχαρίστησε πολλαπλώς ο παπά Θεόδωρος, μπήκαμε στο καράβι κι όταν βγήκαμε στην Ουρανούπολη, αμέσως φύγαμε για την Θεσσαλονίκη πρώτα και μετά για την Βέροια.
Ξεκινώντας λοιπόν, ενημέρωσα και την γυναίκα μου για την έκτακτη καθυστέρηση που μου προέκυψε, ώστε να μην ανησυχεί κι αυτή βλέποντας να αργεί η επιστροφή μου. Για την ακρίβεια πάντως, κατά τις εννιά και κάτι φτάσαμε στο μετόχι, οδηγώντας το αυτοκίνητό μου στην παλιά εθνική οδό Θεσσαλονίκης, Βεροίας και μέχρι να πάρει αυτός τα πράγματά του και να ξεκινήσω εγώ την επιστροφή μου, δέκα έγινε η ώρα, αλλά και νύχτωσε πια.
Κι αφού χαιρέτησα τον παπά Θόδωρο, τρέχοντας έφευγα από το μετόχι, γιατί άλλες δυό ώρες ταλαιπωρίας ακόμη με περίμεναν μέχρι να φτάσω στο σπίτι μου, υπολογίζοντας να διασχίσω το κέντρο της πόλης εκείνη την ώρα, προκειμένου να βρεθώ στην Καλαμαριά.
Δεν είχα κοιμηθεί την προηγουμένη νύχτα όμως και κουρασμένος καθώς ήμουν από την ολοήμερη απασχόλησή μου, το κρεβάτι μου σκεπτόμουν όπως και το σπίτι μου βέβαια, γι’ αυτό κι αποφάσισα να κάνω την επιστροφή μου αρκετά ποιο γρήγορη από την συνηθισμένη.
Κάλεσα ωστόσο και την γυναίκα μου ώστε να της πω να μην ανησυχεί κι ότι θα αργούσα μεν, αλλά θα επέστρεφα πριν από της δώδεκα. Θα σε περιμένω είπε κι αυτή κι όπως έπρεπε, έκλεισα την γραμμή για να αφοσιωθώ στην οδήγηση.
Κλείνοντας το τηλέφωνο όμως, έκλεισαν ξαφνικά και τα φώτα του αυτοκινήτου μου για κάποιον λόγο που δεν καταλάβαινα και άδικα προσπαθούσα να τα βάλω πάλι σε λειτουργία. Στάθηκα ωστόσο σε μια άκρη να μην εμποδίζω τα διερχόμενα αυτοκίνητα και με την ησυχία μου εκεί το προσπαθούσα, αλλά τα φώτα δεν άναβαν με τίποτε.
Δεν μπορώ να σας πω τώρα πόσες φορές τα έκλεισα και τα άναψα με το κλειδί της μηχανής στα χέρια κι όμως κανένα επιθυμητό αποτέλεσμα δεν έφερα. Μη αντέχοντας την ταλαιπωρία μου, κάλεσα την οδική βοήθεια να έρθει, γιατί έντεκα είχε γίνει πια και τα φώτα έσβησαν διά παντός.
Εκεί που είσαι έλεγαν αυτοί, καλύτερα να καλέσεις το συνεργείο της Βέροιας, γιατί αυτό είναι το πλησιέστερο. Αφού μου έδωσαν το νούμερο τους, κάλεσα το κατάστημα της Βέροιας για να μου πουν κι αυτοί με την σειρά τους, ότι όχι εμείς, αλλά της Κατερίνης είναι το πλησιέστερο.
Όταν κάλεσα κι αυτούς, μου έλεγαν ότι και να ερχόταν αυτοί, μέχρι τα διόδια των Μαλγάρων μόνον θα μπορούσαν να με μεταφέρουν και πάλι της Θεσσαλονίκης θα μεσολαβούσε για να με αφήσει στο σπίτι μου ή σε κάποιο συνεργείο αν ήθελα, οπότε, αυτούς έλεγαν ότι έπρεπε να καλέσω.
Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, κάλεσα ξανά την οδική της Θεσσαλονίκης και δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσα τους έσυρα θυμωμένος μαζί τους. Μη θυμώνετε καλέ κύριε μου έλεγε τελικά μια γυναίκα κι εμείς θα σας στείλουμε ένα όχημα μέχρι τα διόδια. Αν μπορεί κάποιος από την Κατερίνη, ή από την Βέροια να σας φέρει μέχρι εκεί, τότε θα δείτε το δικό μας όχημα να σας περιμένει.
Τι να έλεγα λοιπόν στην κοπέλα που δεν ήξερε, αλλά και δεν μπορούσε να καταλάβει το μέγεθος της ταλαιπωρίας μου; Της είπα όμως, ότι έπρεπε να μου στείλουν οπωσδήποτε όχημα μεταφοράς, ότι έπρεπε να με περιμένει αυτό στα διόδια των Μαλγάρων κι ότι θα εύρισκα τρόπο εγώ, ώστε σε ένα τέταρτο να βρίσκομαι εκεί.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως, δώδεκα έγινε η ώρα κι αν περίμενα το όχημα της Κατερίνης, ή της Βέροιας, εκεί θα ξημέρωνα. Έβαλα μπροστά την μηχανή λοιπόν κι αφού δοκίμασα αρκετές φορές να ανάψω τα φώτα χωρίς αποτέλεσμα, έβαλα σε ενέργεια την στρατιωτική μου εκπαίδευση.
Τότε μόνον κάναμε νυχτερινές πορείες με σβησμένα φώτα, για να μη μας εντοπίζει εύκολα η εχθρική αεροπορία. Την νύχτα που αναφέρομαι βέβαια, από καμιά εχθρική αεροπορία δεν κινδύνευα, αλλά αφού βρέθηκα στο γεωγραφικό σύνορο ευθηνής των καταστημάτων της ίδια οδικής, έκανα την πορεία μου με σβησμένα φώτα και κατέβαινα εκείνο στενό και με αρκετές στροφές επαρχιακό δρόμο σαν να ήταν μέρα.
Κι εφόσον έβλεπα ότι καλά τα κατάφερνα, το διασκέδαζα κιόλας. Έτρεχα δηλαδή να προλάβω και το όχημα της οδικής που μου έστειλαν από την Θεσσαλονίκη, οπότε, δεν είχα χρόνο για χάσιμο, αλλά και αρκετά κουρασμένος ήμουν.
Έτσι όπως έτρεχα όμως, ένιωθα να τρέχει και κάποιος άλλος μαζί μ’ εμένα, χωρίς να τον βλέπω κάπου. Κοιτούσα δεξιά μου, αριστερά μου, όπως και στους καθρέπτες μη τον εντοπίσω κάπου να με ακολουθεί, αλλά τίποτε.
Έσκυψα κάποια στιγμή να δω από το παράθυρο την αριστερή λωρίδα του δρόμου που πατούσα και τότε μόνον μπόρεσα να δω, ότι ένας λαγός με ακολουθούσε τρέχοντας πλάι από την αριστερή μου ρόδα.
Έστριβα εγώ, έστριβε κι αυτός. Μα δεξιά πήγαινα, μα αριστερά, για παραπάνω από ένα χιλιόμετρο με ακολουθούσε. Κουράστηκε μάλλον κάποια στιγμή, οπότε, τον έχασα από συντροφιά. Έφτασα όμως και στην διασταύρωση με την εθνική Αθηνών, Θεσσαλονίκης κι όπως έπρεπε, πάλι δοκίμασα να ανάψω τα φώτα μου, αλλά άδικος κόπος.
Και να με γράψουν έλεγα στον εαυτό μου θα το δεχθώ, γιατί παράβαση είναι να οδηγεί κανείς χωρίς φώτα. Αλλά και τι να έκανα αφού άλλο τρόπο δεν βρήκα να με μεταφέρει μέχρι τα διόδια;
Όταν έφτασα εκεί μάλιστα, ο υπάλληλος μου έλεγε την στιγμή που πλήρωνα το αντίτιμο, ότι μάλλον ξέχασα να ανάψω τα φώτα μου κι ότι έπρεπε να το κάνω το συντομότερο, γιατί παράβαση είναι και η τροχαία δεν χαρίζει σε κανέναν τέτοιες παραβάσεις.
Δεν τα ξέχασα, του έλεγα κι εγώ με αφέλεια. Από μόνα τους έσβησαν για κάποιο λόγο και την οδική περιμένω να με μεταφέρει στην Θεσσαλονίκη. Όπως βλέπω όμως, εκεί στην άκρη είναι και με περιμένει. Μου έδωσε το απόκομμα ο άνθρωπος κι όπως έπρεπε, βγήκα από την σειρά μου και με κάθε προσοχή πλησίασα το όχημα.
Όπως βλέπω από τα νούμερά σου, έλεγε κι ο οδηγός του, μάλλον εσένα περιμένω. Τι πρόβλημα έχεις λοιπόν με τα φώτα σου κι από τι έμεινες στο δρόμο όπως μου είπαν από τα γραφεία μας;
Τα φώτα μου έσβησαν για κάποιο λόγο του έλεγα και από τα σύνορα Βεροίας και Κατερίνης ήρθα μέχρι εδώ χωρίς αυτά. Μάλλον κάποιο ρελέ θα κόλλησε έλεγε αυτός και ανεβαίνοντας στην θέση του οδηγού, στον εαυτό του είπε, ας δούμε που βρίσκεται το πρόβλημά του.
Μόλις έβαλε μπροστά την μηχανή λοιπόν ο άνθρωπος και γύρισε τον διακόπτη, αμέσως άναψαν τα φώτα, σαν να μην είχαν κανένα πρόβλημα. Τα άναψε και τα έσβησε αρκετές φορές μάλιστα για να σιγουρευτεί, οπότε, γυρίζοντας προς το μέρος μου, με πολύ δυσπιστία με κοιτούσε.
Στην προσπάθειά του να πει κάτι για το περιστατικό, έλεγε ότι ανάβουν τα φώτα σου, ενώ με κοιτούσε με απορία. Μετά από αυτό, είπε και κάτι άλλο που δεν μου πολύ άρεσε. Πλάκα μας έκανες ρε θείο; Τι πλάκα ρε παιδί, του έλεγα κι εγώ πειραγμένος. Λες να μην ξέρω πώς ανάβουν τα φώτα; Και τι υπονοείς; Δεν είχα δηλαδή τι άλλο να κάνω σήμερα και βρήκα να παίξω μαζί σας;
Τέλος πάντων είπε αυτός και κατέβηκε προβληματισμένος από την θέση του οδηγού. Βλέποντας να τον κοιτώ κι εγώ με απορία όμως, έλεγε με κάποια συγκατάβαση τελικά, ότι μπορεί και να κόλλησε το ρελέ κι από μια σύμπτωση τώρα να ξεκόλλησε.
Όπως κι αν έχει το πράγμα πρόσθεσε, αύριο το πρωί να πας στο συνεργείο το αυτοκίνητό σου, ώστε να ψάξει το θέμα ο ηλεκτρολόγος, γιατί αν κόλλησε μια φορά το ρελέ, πάλι μπορεί να κολλήσει. Για την ώρα πάντως, θα σε ακολουθώ ερχόμενος πίσω σου, μήπως και μας παρουσιάσει την βλάβη καθ’ οδόν.
Αυτά είπαμε με τον οδηγό της οδικής και πράγματι, εγώ μπροστά κι αυτός πίσω μου ερχόμενος, μέχρι το σπίτι μου με πήγε για να ήμαστε σίγουροι. Τα φώτα μου όμως, δεν έσβησαν ξανά.
Ευχαρίστησα βέβαια τον άνθρωπο, όπως και την εταιρεία τους για την συμπαράσταση που μου έκαναν, αλλά και στο συνεργείο που πήγα το πρωί, το αυτονόητο μου έλεγαν. Αν έχουμε βλάβη, την ψάχνουμε. Αν δεν έχουμε, τί να ψάξουμε;
Αφού δεν είχαμε τι να ψάξουμε λοιπόν, πήρα το αυτοκίνητό μου και πήγα στην δουλειά μου. Και σε αναμονή βρισκόμουν το επόμενο χρονικό διάστημα, περιμένοντας την επανάληψη του προβλήματος, αλλά τίποτε. Ποτέ ξανά δηλαδή δεν μου έσβησαν τα φώτα, γι’ αυτό και δεν ξέρω να σας πω τώρα, τι έγινε και για ποιο λόγο έσβησαν τότε που δεν έπρεπε.
Στο σπίτι μου όμως, έγινε μιάμιση όταν επιτέλους μπήκα και με το δίκαιό της ρωτούσε με καχυποψία και η γυναίκα μου να της πω, αν θέλει κανείς τρείς ώρες να έρθει από την Βέροια στην Θεσσαλονίκη.
Μιχάλης Αλταλίκης