Ο Κωνσταντινοπολίτης

Ma Μπήκαμε στον Σεπτέμβριο όμως κείνης την χρονιάς κι όπως ήμασταν υποχρεωμένοι τότε, αρχίσαμε να προετοιμαζόμαστε οικογενειακώς, για τον γάμο της μεγαλύτερης από τις δύο αδελφές μου.

 Βάση των μεταξύ μας συμφωνηθέντων λοιπόν και στα μέσα περίπου του Οκτώβρη της εν λόγω χρονιάς, κάναμε τον γάμο της. Μετά δε κι από αυτόν, η αδελφή μου καθώς και ο φίλος μου, αλλά και άντρα της πλέον, εγκαταστάθηκαν στο διαμέρισμα τους, αυτό που τους διέθεσε ο πατέρας μου και ήταν στην ίδια πολυκατοικία με το άλλο σπίτι μας, αυτό δηλαδή που μέναμε τότε εγώ και οι γονείς μου, αλλά και η μικρότερη μου αδελφή.

 Αυτό δε, όπως και το ανέφερα στα προηγούμενα, θα το διέθετε αργότερα ο πατέρας μου σ’ αυτήν, όταν βέβαια θα ερχόταν και η δική της ώρα να υποστεί της συνέπειες, του δικού της γάμου.

 Δεδομένου βέβαια, ότι ήταν ήδη αρραβωνιασμένη αυτή, τον δικό της γάμο τον προγραμματίσαμε να γίνει την Άνοιξη που μας ερχόταν, γι’ αυτό και πριν ακόμη εκπνεύσει ο Οκτώβριος, αρχίσαμε να μελετούμε το πώς θα τον αντιμετωπίζαμε, τόσο οικονομικά όσο και διαδικαστικά.

 Εν μέσω αυτών των υποχρεώσεων μας όμως κι όπως ήταν αναμενόμενο πια αυτό, λόγω του επερχόμενου χειμώνα, άρχισα και πάλι να υποφέρω από τους ίδιους λόγους. Από τις χιονίστρες μου δηλαδή.

 Αυτές; Ποτέ δεν ερχόταν μόνες τους. Συνοδευόταν πάντα από δύο βασανιστικές επιπτώσεις. Το πρήξιμο των δακτύλων των ποδιών και των χεριών μου, αλλά κι από την ακατάσχετη φαγούρα που τα ακολουθούσε, την οποία, από κανέναν βεβαίως και δεν μπορούσα να κρύψω.

 Μαζί με όλα αυτά δε, είχα και το πρόβλημα με το αναπνευστικό μου να με ταλαιπωρεί, αυτό που με ανάγκαζε κάθε τόσο να ξεφυσώ σαν φάλαινα, αφού τα ρουθούνια μου έκλειναν και δεν μου επέτρεπαν να αναπνέω ελεύθερα.

 Από τα παιδικά μου χρόνια βέβαια υπέφερα από αυτά τα προβλήματα κι όπως πολλές φορές σας το ανέφερα κι αυτό, δεν μπορούσα να τα αντιμετωπίσω, ούτε ιατρικά, αλλά ούτε και πρακτικά, όσα κι αν δοκίμαζα από αυτά κατά καιρούς.

 Το μόνο που μπορούσα να κάνω λοιπόν και τον χειμώνα που αναφέρομαι ήταν το να τα υπομένω καρτερικά ως χρόνια ασθενικός άνθρωπος εξ αιτίας τους κι όντως αυτό έκανα, ελλείψει ικανών μέτρων αντιμετώπισης τους.

 Οι οικείοι μου; Ήξεραν τα προβλήματα μου κι όπως εγώ έτσι κι αυτοί, τα υπέμεναν. Οι νέοι συγγενείς μου όμως; Αυτοί δηλαδή που απέκτησα από των αρραβώνα μου; Άκουγαν να ξεφυσώ σαν φάλαινα και το καλοκαίρι που μας πέρασε, αλλά νόμισαν ότι ήταν κάποιο τικ αυτό που είχα, γι’ αυτό  κι αρκετές φορές μου το σχολίασαν.

 Όταν όμως είδαν τα πρησμένα μου δάκτυλα, όπως και την προσπάθεια που έκανα εγώ προκειμένου να ανακουφιστώ κάπως από την φαγούρα που με προκαλούσαν, όντως θορυβήθηκαν κι αυτός ήταν ο λόγος που κάθε τόσο και στον καθένα ξεχωριστά, υποχρεωνόμουν να εξηγώ, το τι ακριβώς ήταν τα προβλήματα που έβλεπαν να έχω.

 Και δεν σταματούσαν εκεί, γιατί και απαντήσεις έπρεπε να τους δίνω συνεχώς, για το πώς και δεν έκανα κάτι εγώ, ώστε να απαλλαγώ από αυτά τα άγνωστα γι’ αυτούς και αντιαισθητικά πρηξίματα που είχα στα δάχτυλα μου.

 Με το δίκαιο τους βέβαια ανησυχούσαν οι άνθρωποι για όσα έβλεπαν επάνω μου, αλλά κι εγώ τι να έκανα; Αφού από παιδί το προσπαθούσα, αλλά ποτέ δεν μπόρεσα να βρω την γιατρειά τους, όσο κι αν το ήθελα;

 Με στεναχωρούσε όπως καταλαβαίνετε η όλη κατάσταση, γι’ αυτό κι όποιον άνθρωπο εύρισκα πρόχειρα μπροστά μου, δεν δίσταζα να του δείχνω τα χέρια μου. Ήλπιζα δηλαδή. Ότι με αυτόν τον τρόπο, θα έβρισκα πιο εύκολα λύση στο πρόβλημα μου.

 Αυτό επιχείρησα να κάνω κι ένα μεσημέρι στις αρχές του Νοέμβρη, όταν είδα να με πλησιάζει ένας από τους εργάτες, από αυτούς που εκτάκτως χρησιμοποιούσα τότε, για τις δουλειές μου στον σταθμό.

 Με είδε να πίνω τον καφέ μου σκεπτικός, όπως μου είπε πλησιάζοντας με και λόγω του θάρρους που είχε μαζί μου, θέλησε να μάθει τον λόγο, που παρουσιαζόμουν στεναχωρημένος στα μάτια του.

 Ήταν Κωνσταντινοπολίτης αυτός κι όπως το ήξερα αυτό από το ιστορικό του, όταν ήρθε από εκεί, έφερε μαζί του πολλά πρακτικά γιατροσόφια από αυτά που χρησιμοποιούσαν στα μέρη τους. Για τις χιονίστρες που του έδειχνα εγώ όμως; Τίποτε δεν είχε να μου δώσει.

 Αφού λοιπόν είδε, αλλά κι έμαθε το λόγο της δικής μου στεναχώριας, θέλησε μετά να μου αναφέρει και τον δικό του πόνο, αυτόν δηλαδή που είχε κι επανειλημμένα μου τον ανέφερε, αλλά  και λύση δεν έβρισκε.

 Η συμπεριφορά της κόρης του ήταν η αιτία του δικού του χρόνιου προβλήματος κι αυτό θέλησε να μου θυμίσει πάλι, αλλά και τον νέο λόγο που αυτή βρήκε εκείνο το διάστημα να τον βασανίζει χωρίς να τον σέβεται και αυτά μου έλεγε περίλυπος.

 – Αν και κάνω τα πάντα γι’ αυτήν την ανικανοποίητη κόρη μου, σαν πατέρας που όντως αγαπάει κι εξίσου όλα του τα παιδιά, αυτή συνεχώς μου ζητάει περισσότερα. Κι όχι μόνον αυτό κάνει, αλλά και διαρκώς μου εμφανίζει τον εαυτό της ως πολύ αδικημένο σε σχέση με τα άλλα δύο μου παιδιά, τα οποία υπομένουν κι αυτά μαζί με μένα την αδικαιολόγητη συμπεριφορά της αδελφής τους.

 Όταν δε μου μιλάει, ποτέ της δεν απευθύνετε στον πατέρα της και όποια κουβέντα κι αν κάνει μαζί μου, αυτή είναι τέτοια, που όποιος κι αν την ακούσει, θα νομίζει ότι εγώ της χρωστάω και μάλιστα πάρα πολλά.

 Μονίμως δηλαδή διαπραγματεύεται μαζί μου κι αυτό πάλι το κάνει, μόνον για να μου αποσπάσει όσα μπορεί περισσότερα, αδιαφορώντας για το αν μπορώ εγώ ή όχι ως πατέρας, να αντιμετωπίσω δίκαια και τις υποχρεώσεις που έχω προς τα άλλα μου παιδιά. Πως λοιπόν να μην στεναχωριέμαι;

 Αυτά μου έλεγε ο άνθρωπος κι όντως ήταν στεναχωρημένος κι επειδή δεν μπορούσε να καλμάρει την στεναχώρια του, συνέχισε την αφήγηση του χωρίς να πάρει ανάσα.

 – Από δική της εγωιστική επιλογή όπως κι άλλη φορά σου το είπα, αλλά κι από την συνεχή της επιμονή γι’ αυτό το θέμα, μας υποχρέωσε με την συμπεριφορά της να την παντρέψουμε σε μικρή ηλικία και μάλιστα πολύ βιαστικά.

 Εξαιτίας αυτού λοιπόν; Ούτε την ηλικία έχει όπως καταλαβαίνεις, αλλά ούτε και την απαιτούμενη πείρα διαθέτει προκειμένου να αντιμετωπίσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε χωρίς να το υπολογίζει, γι’ αυτό και δεν μπορεί τώρα να τις διαχειριστεί με σύνεση.

 Από πολύ μικρή βέβαια έχει αυτό ελάττωμα κι εμείς δεν κάνουμε τίποτε άλλο ως γονείς της όλα αυτά χρόνια, από το να την ανεχόμαστε, αφού παιδί μας είναι κι όντως την αγαπούμε.

 Αυτή όμως; Κανέναν μας δεν σέβεται, αλλά ούτε και μας αγαπά όπως το δείχνει συμπεριφερόμενη. Κάνει πάντα ότι της καπνίσει κι όταν δεν μπορεί να βρει την λύση που αυτή θέλει να έχει σε ότι της προκύπτει, τότε στρέφεται εναντίων μας.

 Θεωρεί δηλαδή, ότι είμαστε υποχρεωμένοι να τις δίνουμε εμείς τις ευνοϊκές λύσεις που αυτή θέλει να έχει, σε όποιους υπολογισμούς κάνει στην ζωή της κι επειδή δεν μας είναι πάντα εύκολο να συμμετέχουμε ευνοϊκά γι’ αυτήν; Θυμώνει μαζί μας. Εξαιτίας αυτού όμως; Μονίμως μας αντιμετωπίζει, μόνον ως εχθρούς της.

 Και τώρα της προέκυψε κάτι. Κι αυτό; Ούτε εύκολο για μένα είναι να το αντιμετωπίσω όπως αυτή θέλει, αλλά ούτε και την δυνατότητα έχω να ανταπεξέλθω με τον τρόπο που αυτή το σκέφτεται.

 Είναι απαράδεκτη θα μου πεις η συμπεριφορά της, αλλά και δεν είναι μόνον αυτό. Είναι και αρκετά επιζήμια για μένα η λύση που αυτή μας  προτείνει να της δώσουμε κι επειδή δεν συμφωνούμε με την γνώμη της, θύμωσε πάλι μαζί μας και μας προκαλεί πολλούς καβγάδες.

 Καθόλου δεν νοιάζεται για όλους μας όπως καταλαβαίνεις. Ούτε για μάς, αλλά ούτε και για τα αδέρφια της. Κι όπως το συνηθίζει πια αυτό; Εκμεταλλεύεται την αγάπη που ξέρει ότι της έχουμε και πάλι μας βασανίζει.

 Σταμάτησε την αναφορά του ο συνομιλητής μου προκειμένου να πάρει ανάσα κι όπως τον παρατηρούσα, όντως έβλεπα χαραγμένη την στεναχώρια του στο πρόσωπο του. Επειδή όμως δεν μου διευκρίνισε, τι ακριβώς ήταν αυτό που του προέκυψε, όπως και ποια ήταν η λύση που του ζητούσε η κόρη του, δεν μπορούσα να συμφωνήσω ή να διαφωνήσω μαζί του.

Αλλά και τι σημασία θα μπορούσε να έχει αυτό; Από τα συμφραζόμενα πάντως; Εύκολα μου προέκυπτε το συμπέρασμα, ότι και η δική του κόρη έκανε το ίδιο λάθος, όπως αυτό που και σήμερα ακόμη ακούω να κάνουν πολλά από τα παιδιά και πανομοιότυπα βασανίζουν τους γονείς τους.

  Για να καλμάρω κάπως τον πόνο του όμως, θέλησα να του το θυμίσω αυτό, για να μην νομίζει ότι μόνον σ’ αυτόν και μόνον στην δική του οικογένεια γίνονται τέτοια πράγματα, γι’ αυτό και του έλεγα  κι εγώ με την σειρά μου.

 – Δυστυχώς φίλε μου, δεν συμβαίνουν αυτά που μου ανέφερες μόνον σε σένα και δυστυχώς για όλους τους γονείς του κόσμου, είναι πολλά τα παιδιά που θεωρούν ότι οι γονείς τους είναι υποχρεωμένοι να τους δίνουν  συνεχώς και μονίμως τις λύσεις που αυτοί θέλουν να έχουν, σε όσα προβλήματα αντιμετωπίζουν στην ζωή τους.

Η δικαιολογία δε που έχουν για όσα απαράδεκτα επιχειρούν κατά των γονιών τους, είναι στερεότυπα εκφραζόμενη από όλους, αλλά και ίδια.

< Αφού αυτοί μας έφεραν στην ζωή; Αυτοί και πρέπει να δίνουν λύσεις στα προβλήματα μας >.

 Το ίδιο λοιπόν κάνει και η κόρη σου. Σε πιέζει συνεχώς, ώστε εσύ να δώσεις λύσεις, σε όσα αυτή θέλει να έχει και μάλιστα όπως αυτή τα υπολογίζει, γιατί εσύ είσαι αυτός που την έφερε στην ζωή. Αυτός είναι κι ο λόγος που δεν την ενδιαφέρει, αν αυτό που σου ζητά είναι εφικτό να γίνει και μάλιστα; Έτσι κι όπως αυτή το σκέφτεται.

 Πιστεύει κι αυτή δηλαδή, ότι όντως και της το οφείλεις αυτό, γι’ αυτό και είναι τόσο απαιτητική. Επί της ουσίας Βέβαια; Ούτε εσύ, αλλά ούτε και κανένας άλλος από τους γονείς χρωστάει κάτι στους απογόνους του. Ότι κάνουν οι γονείς για τα παιδιά τους, το κάνουν από αγάπη και μόνον γι’ αυτά κι αυτό πάλι; Αν έχουν την δυνατότητα κι αν μπορούν να ανταποκριθούν στο βαθμό, στην αξία και στο είδος της λύσης που τα παιδιά τους απαιτούν.

Αντιθέτω, τα παιδιά είναι αυτά που χρωστούν τα πάντα στους γονείς τους. Και τους χρωστούν τα πάντα, γιατί τίποτε δεν ήταν αυτά πριν από την ύπαρξη τους. Και δεν θα υπήρχαν καθόλου στην ζωή, αν δεν συμμετείχαν σ’ αυτό οι γονείς τους, όπως κι αν το έκαναν αυτό.

 Αυτό και μόνον είναι υπέρ αρκετό, ώστε να κάνει τα παιδιά να αισθάνονται υποχρεωμένα προς τους γονείς τους και να τους ευγνωμονούν διά παντός μάλιστα. Αν προσθέσουμε δε πάνω σ’ αυτό και τους κόπους, όπως και τις αγωνίες που έζησαν αυτοί μέχρι να μεγαλώσουν τα παιδιά τους; Έπρεπε να τους αποδίδεται αμέριστα, τόσο ο οφειλόμενος σεβασμός, όσο και η αγάπη που τους αξίζει.

 Ως πολλαπλώς λοιπόν και διαπαντός οφειλέτες προς τους γονείς του τα παιδιά, πολλαπλώς και πρέπει να ανταποδίδουν τις δικές τους οφειλές, όσο κι αν αυτό τους φαίνεται δύσκολο, όσο κι αν αρνούνται να το καταλάβουν, όσο κι αν εσκεμμένα αποφεύγουν να το σκεφτούν, για να μην έχουν ούτε λίγες, αλλά ούτε και πολλές υποχρεώσεις προς τους γονείς τους.

 Αν σκεφτείς δε, ότι σίγουρα θα έρθει η ώρα που και τα παιδιά θα μετακομίσουν από αυτήν την όντως πρόσκαιρη ζωή κι ότι υποχρεωτικά πια θα ζήσουν στο εξής σε μια άλλη και μόνιμη, πριν ή και μετά από τους γονείς τους, τότε, μάλλον θα πρέπει να εξετάσουν ξανά και από την αρχή το πώς οφείλουν να συμπεριφέρονται ειδικά προς τους γονείς, αλλά και γενικά προς όλους τους άλλους ανθρώπους.

 Όπως ακούς, κι άλλοι γονείς υποφέρουν από την συμπεριφορά των παιδιών τους και όλοι τους την ίδια υπομονή κάνουν. Αν σκεφτείς τώρα και πόση υπομονή κάνει κι Ο κατ’ εξοχήν Πατέρας όλων μας, Ο Θεός δηλαδή, εύκολα θα κάνεις κι εσύ το ίδιο και θα νοιάζεσαι μόνον, μην τυχόν στενοχωρείς κι εσύ με την συμπεριφορά σου τον δικό σου Πατέρα.

 Κάνε υπομονή λοιπόν, γιατί αυτή είναι που θα μας επιτρέψει να ζήσουμε καλώς ή κακώς στην επόμενη ζωή μόνοι μας, ή στην αγκαλιά του Πατέρα μας.

  Άλλωστε; Αυτός είναι κι ο λόγος που ερχόμαστε όλοι ως παιδιά σ’ αυτήν την ζωή. Να διαμορφώσουμε χαρακτήρα. Και να τον διαμορφώσουμε έτσι μάλιστα, που να μας επιτραπεί δι’ αυτού, να ζήσουμε και στην επόμενη ζωή. Για την οποία, όχι μόνον γνωρίζουμε ότι όντως και υπάρχει, αλλά και το πια είναι η διαμόρφωση που πρέπει να αποκτήσουμε ξέρουμε, όσο κι αν αποφεύγουμε αυτό να το σκεφτούμε.

 Όπως εσύ λοιπόν σαν πατέρας αγωνιείς, για την τύχη των παιδιών σου σ’ αυτήν εδώ την ζωή και με το δίκαιό σου άλλωστε, έτσι κι ο Πατέρας όλων μας αγωνιεί, για την διαμόρφωση του χαρακτήρα όλων των παιδιών του, ώστε δια της ολοκλήρωσης της, πολύ θα χαρεί να μας αγκαλιάσει όλους στον χώρο του, όπως και πολύ θα λυπηθεί βέβαια, αν έστω κι ένα από τα παιδιά του χαθεί, εξαιτίας της αδιαφορίας που θα δήξει γι’ αυτό το θέμα από αυτήν την ζωή.

 Μπορεί και να το άκουσες αυτό. Αλλά δικαιολογημένα το λένε στα παιδιά τους οι πατεράδες αυτής της ζωής. < Γίνε άνθρωπος βρε παιδί μου. Γίνε άνθρωπος > . Ξέρεις γιατί το λένε αυτό; Γιατί μόνον οι άνθρωποι έχουν υποχρέωση να αναγνωρίζουν γονείς και μόνον αυτοί υποχρεούνται να τους αποδίδουν σεβασμό.

 Όλοι το ξέρουν αυτό, όπως κι όλοι ξέρουν, ότι οι σκύλοι π. χ. δεν έχουν τέτοια υποχρέωση. Αν βρεθούν δε αυτοί σε δύσκολη γι’ αυτούς στιγμή, μπορεί και να φάνε τους γονείς τους από πείνα.

 Άρα; Πριν αποκτήσουμε οτιδήποτε άλλο σ’ αυτήν εδώ την ζωή, θα πρέπει να μας απασχολεί πρωτίστως, το πώς θα γίνουμε άνθρωποι. Σαν άνθρωποι μετά, θα πρέπει να μας απασχολεί και το πώς θα αποκτήσουμε τον χαρακτήρα που μας αρμόζει, ώστε δι’ αυτού πορευόμενοι στον χρόνο της ζωής μας, να βλέπουμε όχι μόνον τους γονείς μας, αλλά και τον κατ’ εξοχήν Πατέρα μας ευχαριστημένο.

 Διαφορετικά; Θα Τον αναγκάσουμε κι Αυτόν να μας φωνάζει από ψηλά.

  < Γίνεται άνθρωποι παιδιά μου. Γίνεται άνθρωποι > .

 Άκουγε ο Κωνσταντινοπολίτης αυτά που του έλεγα, αλλά έτσι όπως ήταν προβληματισμένος από την συμπεριφορά της κόρης του, δεν μπορούσα να ξέρω πόσα κράτησε από αυτά που άκουσε. Μου έλεγε όμως με κάποιο παράπονο.

  – Ξέρεις πόσες φορές και πόσα χρόνια εγώ λέω στην κόρη μου τον ίδιο λόγο; Ποτέ της όμως δεν τον ακούει και πάντα ίδια παραμένει.

 – Κάνε εσύ αυτό που είσαι υποχρεωμένος προς τον δικό σου Πατέρα του είπα. Κι άσε την κόρη σου να κάνει όπως θέλει αυτή για τον δικό της. Γι’ αυτά που κάνει και δεν σου αρέσουν; Αυτή θα δώσει λόγο κι όχι εσύ.

 Σκέψου δηλαδή, ότι τόσο εσύ, όσο και η κόρη σου, παιδιά του ίδιου Πατέρα είστε και τις ίδιες υποχρεώσεις έχετε απέναντι Του. Αν αυτή επιλέγει να στενοχωρεί τόσο εσένα, όσο κι Αυτόν, εσύ δεν έχεις να κάνεις τίποτε περισσότερο, από το να υπομένεις την επιμονή της.

 Είπαμε πολλά τέτοια με τον Κωνσταντινοπολίτη εκείνο το μεσημέρι κι όπως ήταν αναμενόμενο αυτό, όταν ήρθε η ώρα, πήγαμε στις δουλειές μας. Μετά από λίγο καιρό όμως, έφυγε αυτός από εκεί που τον έβρισκα κι έτσι χαθήκαμε.

 Τον συνάντησα όμως μετά από τριάντα χρόνια περίπου κι αφού αναμοχλεύσαμε πολλά από τα παλιά στο σημείο που συναντηθήκαμε, ήταν επόμενο ότι θα τον ρωτούσα και το τι έκανε με την κόρη του, αλλά κι αστειευόμενος κάπως μαζί του, του είπα γελώντας.

– Έγινε τελικά άνθρωπος;

 – Τίποτε φίλε μου. Μετά από όσα είπαμε τότε, εγώ έκανα μεγάλη στροφή. Αν και δεν μπορώ να πω ότι κατάφερα να ολοκληρωθώ, σου λέω ωστόσο ότι ακόμη το παλεύω και ελπίζω να μην θεωρηθώ αδιάφορος από τον Πατέρα όλων μας όπως μου είπες. Η κόρη μου όμως; Παραμένει ίδια κι απαράλλακτη.

 Ευτυχώς για μένα πάντως, αυτή πήγε πολύ καλά στην ζωή της. Κατάφερε δηλαδή να αποκτήσει αρκετά. Τα οικονομικά της δε είναι τέτοια τώρα, που δεν χρειάζεται πλέον να ενοχλεί εμένα προκειμένου να της τα καλύψω.

Άνθρωπος όμως, όπως εσύ το έλεγες τότε; Ποτέ της δεν έγινε. Ούτε μας πλησίασε ποτέ αυτά τα χρόνια, αλλά ούτε και μας αγάπησε ποτέ. Από τότε ειδικά που απέκτησε την οικονομική ευχέρεια που χρειαζόταν και δεν μας έχει πλέον ανάγκη, έχει χαθεί εντελώς από τα όρια της δικής μας οικογένειας.

 Τα παιδιά της βέβαια εμείς τα μεγαλώσαμε και τα χρήματα μου από το εφάπαξ που πήρα από την σύνταξη μου, σ’ αυτήν τα έδωσα μήπως και χορτάσει. Αυτή; Ούτε ένα απλό ευχαριστώ δεν μας είπε και μετά βίας εμφανίστηκε για λίγο στο νοσοκομείο να δει την μητέρα της, όταν πια αυτή ήταν ήδη κλινικά νεκρή.

 Ούτε και με τα αδέλφια της έχει καλή σχέση, αν και κανένας λόγος δεν την υποχρεώνει να ζει και από αυτούς απομακρυσμένη. Η νοοτροπία της δηλαδή παραμένει ίδια, όπως αυτή που από μικρή επέλεξε να ακολουθεί.

 Εγώ βέβαια εξακολουθώ να στεναχωριέμαι από την συμπεριφορά της, έστω κι αν καθόλου πια δεν την βλέπω.

  Δυστυχώς όμως, αυτά έχει αυτή η ζωή. Ο καθένας από μας. Όποιος κι αν είναι. Όποια σχέση κι αν έχουμε εμείς μαζί του. Είναι ελεύθερος να ζήσει τον χρόνο της ζωής του όπως αυτός θέλει.

 Άμα θέλει δηλαδή γίνεται άνθρωπος, όπως το ανέφερες τότε. Άμα θέλει παραμένει και επιμένει να ζει ως τίποτε, στη μέση του τίποτε και για το τίποτε. Είναι δικαίωμα του να κάνει ότι θέλει κι όπως θέλει, έστω κι αν αυτό είναι το παιδί μας. Έμαθα πια όπως βλέπεις, να σέβομαι την επιλογή του παιδιού μου, όσο κι αν αυτό με στενοχωρεί.

 Θέλω όμως να σου πω μια σχετική με αυτό το θέμα ιστορία, γιατί όπως και το κατάλαβα αυτό, εσύ είσαι συλλέκτης ιστοριών και κάπου θα την εντάξεις. Αν θέλει κάποιος, μπορεί και να ωφεληθεί από αυτήν όταν την ακούσει.

 Την άκουγα κι εγώ αυτήν την ιστορία και μάλιστα από τους Τούρκους, αλλά επειδή την άκουγα σαν παραμύθι τότε από αυτούς, δεν της έδωσα την ανάλογη σημασία.

 Τώρα όμως και μετά από όσα μου συμβαίνουν με τον χαρακτήρα της κόρης μου, βεβαιώνω ότι αυτή η ιστορία έχει να μας πει και όντως μας λέει πάρα πολλά.

  Ήταν λέει ένας πατέρας, ο οποίος είχε πολλά παιδιά. Ήταν δε πολύ καλός νοικοκύρης και στην περιοχή που ζούσε, ήταν ονομαστός, λόγο του ακέραιου του χαρακτήρα του.

 Ούτε φτωχός ήταν, αλλά ούτε και πλούσιος και ποτέ του δεν έδινε δικαίωμα στον περίγυρο του, ώστε να τον σχολιάζουν δυσμενώς. Έδωσε και στα παιδιά του την ίδια ανατροφή και όλα πλην ενός, ακολουθούσαν το παράδειγμα ζωής του πατέρα τους.

 Αυτός ο ένας λοιπόν, ήταν πολύ τζαναμπέτης. Έκανε πολλές αταξίες κι αυτό ανάγκαζε τον πατέρα του να του λέει συνεχώς το ίδιο. < Δεν ξέρω από πού πήρες και βγήκες τόσο ανάποδος. Εμένα όμως μη με κάνεις να ντρέπομαι για σένα > .

 Από μικρός αυτός έκανε τα ίδια κι όσο μεγάλωνε; Έκανε χειρότερα. Με την συμπεριφορά του λοιπόν; Ανάγκαζε τον πατέρα του να του κάνει συνεχώς παρατηρήσεις, εξαιτίας των διαμαρτυριών που δεχόταν κάθε τόσο από τους κατοίκους της περιοχής του, για όσα χωρίς να ντρέπεται αυτός τους έκανε.

 Θα μεγαλώσει και θα στρώσει έλεγε μέσα του ο πατέρας του, αλλά επειδή δεν έβλεπε να γίνεται αυτό, άρχισε πια να του λέει με πόνο τα επόμενα. < Γίνε άνθρωπος βρε παιδί μου. Γίνε άνθρωπος. Πως θα ζήσεις ανάμεσα στους ανθρώπους με τον χαρακτήρα που έχεις; Δεν ντρέπεσαι για την συμπεριφορά σου;>

  Ότι και αν του έλεγε ο πατέρας του όμως; Αυτός συνέχιζε να κάνει τα ίδια, γι’ αυτό και οι διαμαρτυρίες των ανθρώπων έπεφταν βροχή στο σπίτι τους. Πλήρωνε βέβαια εκείνος ο πατέρας τις αταξίες του γιού του, αλλά και δεν σταματούσε να τον προτρέπει, να γίνει άνθρωπος.

 Βαρέθηκε όμως εκείνος ο γιός να ακούει τα ίδια και τα ίδια από τον πατέρα του κι επειδή ήθελε να ζήσει ελεύθερος την ζωή του κι όπως αυτός το σκεπτόταν, πήρε τον εαυτόν του μια μέρα κι έφυγε από το σπίτι τους, χωρίς να πει σε κανέναν, ούτε που θα πάει, αλλά ούτε και πως θα ζήσει εκεί, αφού ποτέ του δεν δούλεψε και καμιά δουλειά δεν ήξερε να κάνει.

 Στενοχωρήθηκαν οι γονείς του, όπως και τα αδέλφια του άλλωστε για τον χαμό του αδελφού τους και για χρόνια ρωτούσαν όποιον ήξεραν, μήπως και τον είδαν, ή τον συνάντησαν κάπου, ώστε να μάθουν τουλάχιστον νέα του. Τίποτε όμως. Πουθενά δεν τον βρήκαν.

 Χάθηκε από προσώπου γης θα λέγαμε. Πέρασαν αρκετά χρόνια από τότε κι ο πατέρας του πολύ γέρος πια, όλο κι έκλαιγε από την στεναχώρια του για το χαμένο παιδί του. Έκαναν τα πάντα τα άλλα παιδιά του ψάχνοντας να τον βρουν, προκειμένου να δώσουν λίγη χαρά στον υπέργηρο πατέρα τους, αλλά και πάλι χωρίς αποτέλεσμα. Τίποτε δεν κατάφεραν.

 Από ότι έδειξαν τα πράγματα όμως λίγο αργότερα, ο τζαναμπέτης τα κατάφερε στην ζωή του θα λέγαμε. Και δεν τα κατάφερε απλώς; Αλλά και χιλίαρχος έγινε σε μια περιοχή της Τουρκίας.

 Χιλίαρχος σήμαινε τότε, ότι ήταν και πολιτικός, αλλά και στρατιωτικός διοικητής της περιοχής του, στην δικαιοδοσία της οποίας, ανήκε και το απομακρυσμένο χωριό του πατέρα του, τον οποίο είχε ξεγράψει τελείως από την μνήμη του.

 Ξέχασε δηλαδή ό άνθρωπος, ότι είχε γονείς, αλλά και αδέλφια και θυμωμένος θα λέγαμε μαζί τους, εξαιτίας των παρατηρήσεων που του έκαναν όλοι τους όταν ζούσε μαζί τους, τους αντικατέστησε με φίλους και γνωστούς που απέκτησε κι έτσι τίποτε δεν τον υποχρέωνε να τους αναζητήσει.

 Αφού έγινε όμως χιλίαρχος και χάρηκε για αρκετό καιρό την εξουσία που απέκτησε, θυμήθηκε μια μέρα την οικογένεια του. Όχι γιατί του έλειπε. Αλλά για να δείξει σε όλους αυτούς και ιδιαίτερα στον πατέρα του, την δική του επιτυχία στην ζωή.

 Θέλησε δηλαδή να παρουσιάσει στα αδέλφια του, όπως και στον πατέρα του, αυτά που αυτός κατάφερε να αποκτήσει μακριά τους και να τους πει έμμεσα, ότι κακώς τον ταλαιπωρούσαν συνεχώς με εκείνες τις κουβέντες που του έλεγαν όταν ήταν κοντά τους και τον παρότρυναν να γίνει άνθρωπος.

  Αυτός όχι μόνον τέτοιος έγινε, αλλά και υπεράνω πολλών ανθρώπων βρισκόταν και η εξουσία που απέκτησε ήταν τέτοια πλέον, που είχε δικαίωμα επί ζωής και θανάτου για όλους τους υπηκόους του, ανάμεσα στους οποίους ήταν και τα μέλη της δικής του οικογένειας.

 Έχοντας αυτά λοιπόν κατά νου του, κάλεσε μια μέρα έναν από τους εκατόνταρχους που είχε υπό των διαταγών του και με την αυστηρότητα που η θέση του επέτρεπε να έχει, του έδινε οδηγίες.

 Θα πας με τον στρατό σου στο τάδε χωριό και θα φέρεις από εκεί αλυσοδεμένο τον τάδε άνθρωπο. Θα τον φέρεις δε εδώ και μάλιστα στο γραφείο μου. Αν θελήσουν να μάθουν οι δικοί του, γιατί πρέπει να γίνει αυτό; Θα τους πεις ότι ο χιλίαρχος με διέταξε να το κάνω. Πήγαινε λοιπόν και κάνε όπως σου είπα.

 Αφού είχε διαταγή ο εκατόνταρχος, πράγματι πήγε στο χωριό του πατέρα του κι όταν έφτασε με τον στρατό του έξω από το σπίτι του, τους διέταξε να τον αλυσοδέσουν χειροπόδαρα και να τον φορτώσουν πάνω σε ένα άλογο.

 Όσο κι αν τα παιδιά του προσπαθούσαν να μάθουν από τον εκατόνταρχο, τον λόγο που γινόταν αυτή η προσαγωγή και μάλιστα με τον τρόπο που έβλεπαν να δένουν οι στρατιώτες τον πατέρα τους, τίποτε περισσότερο δεν άκουγαν από το στερεότυπο. < Έχουμε ρητή διαταγή από τον χιλίαρχο να τον πάμε δεμένο στο γραφείο του > .

 Ησυχάστε τους έλεγε ο πατέρας τους συμβουλευτικά. Δεν είναι να τα βάζει κανείς, ούτε με τον εκατόνταρχο, αλλά πολύ περισσότερο ούτε και με τον χιλίαρχο. Θα πάω να δω τι θέλει κι εφόσον κανένα κακό δεν έχω κάνει στην ζωή μου, ποια τιμωρία θα μπορέσει να μου επιβάλει;

 Αυτά είπε ο πατέρας του στα αδέλφια του κι αφού έτσι διέταξε ο χιλίαρχος, παραδόθηκε στους στρατιώτες. Τον παρέλαβαν λοιπόν αυτοί κι όπως ήταν στην δικαιοδοσία τους να φέρονται σε παράνομους πολίτες, τον φόρτωσαν σαν σακί πάνω σε ένα άλογο και τον μετέφεραν στην έδρα τους.

 Όταν μπήκαν στον αυλόγυρο του παλατιού που έμενε ο χιλίαρχος, κατέβασαν τον παράνομο από το άλογο και τον υποχρέωσαν να βαδίζει γρήγορα αν και δεμένος, προκειμένου να τον οδηγήσουν στο γραφείο του, εκτελώντας τις διαταγές που είχαν.

  Μπαίνοντας εκεί λοιπόν, πέταξαν στην κυριολεξία τον πατέρα του στο πάτωμα, υποδηλώνοντας έτσι, ότι εξετέλεσαν στο έπακρο της διαταγές που τους έδωσε ο χιλίαρχος, αγνοώντας βέβαια την ιδιότητα του δεμένου, αλλά και υπερήλικα ανθρώπου.

 Όταν είδε ο χιλίαρχος τον πατέρα του αλυσοδεμένο και ριγμένο στα πόδια του, δεν θύμωσε με την συμπεριφορά των στρατιωτών του, αλλά αφού τους ευχαρίστησε για την άψογη εκτέλεση των διαταγών, τους έδωσε μετά και την εντολή να τον λύσουν και να τον βάλουν να σταθεί όρθιος μπροστά του.

  Με κάθε υπερηφάνεια μετά, παρουσίασε τον εαυτό του στον πατέρα του κι όπως ήταν αναμενόμενο αυτό, τον κοιτούσε αμίλητος και περίμενε να ακούσει από αυτόν τα συγχαρητήρια που του άρμοζαν για όσα αυτός κατάφερε φεύγοντας από το σπίτι τους. Τόσο για την θέση του χιλίαρχου που του εμπιστεύτηκαν, όσο και για την εξουσία που είχε στα χέρια του και την έδειχνε απλόχερα στον πατέρα του.

 Αποσβολωμένος εκείνος από όσα έβλεπε μπροστά του, κουβέντα δεν μπορούσε να αρθρώσει. Βλέποντας ο χιλίαρχος την αμηχανία του πατέρα του, έλεγε με καμάρι.

 Είδες; Αχαΐρευτο με έλεγες όταν ήμουν μικρός. Γίνε άνθρωπος μου τόνιζες κάθε τόσο όταν μεγάλωσα. Είδες λοιπόν τώρα ποιος είμαι και τι έγινα; Χιλίαρχος είμαι σ’ αυτήν την μεγάλη περιοχή κι εσύ είσαι υπήκοος μου και μου ανήκεις.

  Άκουγε ο πατέρας τους υπαινιγμούς του γιού του και κλαίγοντας, από ντροπή για την κατάντια του, αναγκαζόταν να του πει και πάλι τα ίδια, αν και θα προτιμούσε να τον πάρει στην αγκαλιά του και αφού τον σφίξει γερά επάνω του, να ευχαριστεί τον Θεό που βρήκε επιτέλους το χαμένο του παιδί και να τον παρακαλά συγχρόνως να τον πάρει εκείνη την στιγμή από την ζωή, για να μην ζήσει άλλη στενοχώρια από αυτόν.

 Βαριά απογοητευμένος λοιπόν μαζί του, του έλεγε με παράπονο.

   < Και χιλίαρχος έγινες, αλλά άνθρωπος δεν κατάφερες να γίνεις >.

 Εδώ τελείωσε την ιστορία του ο Κωνσταντινοπολίτης και αμέσως μπήκε στον κόπο να μου διευκρινίσει, το τι ακριβώς ήταν ο χιλίαρχος εκείνης της εποχής.

  Ξέρεις αδερφέ μου τι ήταν τότε να προσβάλει κανείς τον χιλίαρχο; Ή να του μιλήσει κανείς με τέτοιο θράσος; Όπως έκανε ο πατέρας του; Το λιγότερο που είχε να πάθει, όποιος κι αν ήταν ο προσβάλων, ήταν να τον αποκεφαλίσουν εκείνη την στιγμή κιόλας.

 Το ήξερε αυτό  εκείνος ο ηλικιωμένος άνθρωπος κι όμως δεν φοβήθηκε να το κάνει. Δεν λέει βέβαια η ιστορία το τι έγινε μετά, αν αποκεφάλισε δηλαδή τον πατέρα του ή όχι ο χιλίαρχος, αλλά όπως κι αν έχει το πράγμα; Και χιλίαρχοι να γίνουμε; Τίποτε δεν είναι, αν δεν γίνουμε πρωτίστως άνθρωποι.

 – Ας γίνουμε λοιπόν άνθρωποι του πρόσθεσα κι εγώ με την σειρά μου κι ας μη γίνουμε ποτέ χιλίαρχοι. Μου άρεσε όμως η ιστορία σου και ποτέ δεν θα την ξεχάσω.

 Καλή αντάμωση του ευχήθηκα και χαθήκαμε πάλι, την ιστορία του όμως, ποτέ δεν την ξέχασα.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *