Πέρασαν οι ώρες όμως και κατά τις έξη το απόγευμα της Παρασκευής που διανεύαμε, πετάχτηκαν για δεύτερη φορά οι γιατροί έξω από την εντατική με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, όπως και το πρωί δηλαδή κι αφού με εντόπισαν, πάλι ρωτούσαν σαστισμένοι να τους πω αν ήξερα, τίνος ήταν το νούμερο τηλεφώνου που μου ανάφεραν.
Το νούμερο που μου αναφέρατε τους έλεγα, είναι το νούμερο τηλεφώνου του σπιτιού μας. Κι ενώ τους το βεβαίωνα, χαρούμενοι αυτοί δήλωναν κάτι ακόμη ποιο εκπληκτικό. Η γυναίκα σου μιλάει ρε, το καταλαβαίνεις;
Αυτή μας έδωσε τον αριθμό! Μας είπε ακόμη και πόσα παιδιά έχετε, που μένετε, όπως και ποια είναι τα ονόματα όλων σας. Έλα μέσα μαζί μας να της μιλήσεις κι εσύ μου έλεγαν και τραβώντας με από το χέρι, πάλι με έμπασαν στην εντατική, συνοδεύοντας με μάλιστα μέχρι και στο κρεβάτι της.
Μίλα της και θα σου απαντήσει επέμεναν να μου λένε και με παρότρυναν μάλιστα ώστε να το κάνω αυτό παρουσία τους. Ούτως ή άλλος, τα είχα χαμένα όπως σας είπα για όσα μου συνέβαιναν εκείνη την ημέρα και συγκινημένος καθώς ήμουν, βλέποντας τα μάτια της να με κοιτούν ξανά, δεν μπορούσα να συμμαζέψω τον εαυτό μου. Οπότε, περιορίστηκα απλώς και μόνον στο να της ζητήσω να μου πει αυτή πως αισθανόταν, μετά από εκείνη την τόσο δύσκολη επέμβαση που της έγινε.
Έκπληκτος όμως κοιτούσα τους γιατρούς, όταν άκουσα την απάντηση της. Για ποια επέμβαση μου μιλάς; Βλέποντας την έκπληξή μου αυτοί, έλεγαν με συγκατάβαση. Μη δίνεις σημασία, γιατί ακόμα είναι ζαλισμένη από την νάρκωση. Κάθισε όμως για λίγο ακόμη μαζί της και μίλα της συνέχεια μέχρι που να ξυπνήσει εντελώς.
Αυτά μου είπαν οι γιατροί κι αμέσως μετά αποχώρησαν, αφήνοντας μας να κουβεντιάζουμε με την ησυχία μας εκεί καθώς έπρεπε. Υπακούοντας κι εγώ στην προτροπή τους, έκανα πολλές ερωτήσεις στην γυναίκα μου, στις οποίες βεβαίως κι απαντούσε σωστά αυτή, αλλά κι από αυτά που από μόνη της μου έλεγε, διαπίστωνα ότι θυμόταν αρκετά από τα τελευταία περιστατικά της ζωής μας.
Για την επέμβαση που της έγινε όμως, τίποτε δεν ήξερε και γελούσε μάλιστα όταν επέμενα επίτηδες να της το θυμίζω, θεωρώντας μάλλον ότι αστειευόμουν μαζί της, πράγμα που μου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση.
Κάθισα ωστόσο πάνω από ένα τέταρτο κοντά της και είπαμε πολλά εκεί, μέχρι που ήρθε ο προϊστάμενος των γιατρών να μου πει, ότι με περίμενε και πάλι ο χειρούργος μας στο γνωστό μέρος των γραφείων της ΜΟΧΑ.
Χαιρέτησα την γυναίκα μου με την υπόσχεση να την επισκεφτώ αργότερα κι όπως όφειλα, πήγα να συναντήσω τον κύριο Σακελαρίου. Μόλις με είδε αυτός να μπαίνω στον χώρο των γραφείων, σηκώθηκε από την καρέκλα που καθόταν και χαρούμενος πάλι, μου έλεγε με δυνατή φωνή.
Μιλάει η γυναίκα σου; Είδες που σου έλεγα, ότι θα πάμε πολύ καλύτερα από όσα υπολογίζαμε; Έχε ελπίδα λοιπόν τώρα και περίμενε να δεις ακόμη περισσότερα. Είμαι πολύ χαρούμενος με όσα γίνονται σήμερα εδώ, γιατί με την δική μας επιμονή, να αντιμετωπίζουμε και τους πεθαμένους όπως και τους ζωντανούς, δώσαμε την ευκαιρία στον Θεό να κάνει όσα ήθελε στην δική σου πεθαμένη γυναίκα κι από ότι βλέπεις και ήθελε και κάνει πολλά Αυτός.
Γνώριζε όμως, ότι δεν φτάσαμε ακόμη στο τέλος της διαδρομής μας κι ότι έχουμε να αντιμετωπίσουμε πολλές δυσκολίες μέχρι να πλησιάσουμε εκεί. Γι’ αυτό λοιπόν, θέλω να είσαι εδώ και μαζί μας και να είσαι μάλιστα όπως πάντα, προετοιμασμένος για όλα. Φεύγω τώρα για τις υπόλοιπες υποχρεώσεις μου κι όπως σου είπα, ρούπι να μην το κουνήσεις από δω. Άκουσες;
Άκουσα του είπα και βγήκαμε μαζί έξω από τα γραφεία, με σκοπό να πάει αυτός προς στους ασθενείς του κι εγώ να σταθώ πάλι έξω από την πόρτα εισόδου της εντατικής, περιμένοντας να δω εκεί, τι άλλο θα μου έφερναν οι γιατροί, μετά από όσα ήδη συνέβαιναν στην γυναίκα μου.
Το γεγονός ότι μιλούσε αυτή, όντως κι ενίσχυσε την άποψη των γιατρών ότι όλα θα πήγαιναν καλά και με το δίκαιο τους θα έλεγα εξέφραζαν απερίφραστα πια την ικανοποίησή τους από όσα έβλεπαν να γίνονται απανωτά σ’ αυτήν και τόσο σύντομα μάλιστα. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που καθόλου δεν δίσταζαν να μου δείχνουν την χαρά τους, αλλά και την έκπληξή τους βέβαια, όταν έβλεπαν να τους περιμένω με αγονία έξω από την πόρτα τους.
Στην έκπληξή τους δε αναφερόμενος, συνεχώς τους άκουγα να μου λένε το ίδιο. Δεν μπορούμε να εξηγήσουμε το γεγονός της ολικής επαναφοράς της γυναίκα σου και μάλιστα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, πράγμα που μας αναγκάζει να δεχθούμε την περίπτωση της ως θαύμα κι αυτό πάλι ευθαρσώς το λέμε, δεδομένου ότι πρώτη μας φορά βλέπουμε να γίνεται κάτι τέτοιο.
Και είναι αλήθεια τώρα, ότι πράγματι και δεν ξέρουμε πως αλλιώς θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε αυτά που συμβαίνουν εδώ σήμερα, γι’ αυτό και απορούμε μαζί σας. Μα, τί άνθρωποι είστε εσείς, που σας γίνονται τέτοια θαύματα;
Απαντώντας τους λοιπόν κι εγώ, το ίδιο τους έλεγα. Όπως το βλέπετε κι εσείς, δεν είμαστε τίποτε παραπάνω από απλοί άνθρωποι και δεν κάνουμε τίποτε ιδικό που να δικαιολογεί τα θαύματα που μου λέτε. Το μόνο που θα μπορούσα να πω εγώ για την περίπτωση μας, είναι ότι όντως και ειλικρινά θέλουμε τον άνθρωπο μας πίσω ζωντανό κι αυτό, βεβαίως και το ξέρει ο Θεός. Εκτιμώντας μάλλον Αυτός, την δική μας ειλικρινή πρόθεση, μας κάνει τέτοια θαύματα όπως εσείς μας το αναφέρετε.
Παρ’ όλα αυτά όμως, όχι μόνον οι γιατροί, αλλά κι εμείς απορούσαμε για όσα θαυμαστά μας συνέβαιναν εκείνες τις μέρες, οπότε, από ευγνωμοσύνη πια κι εγώ έμπαινα κάθε τόσο στις άδειες αίθουσες και διαδρόμους της εγκαταλειμμένης τότε πτέρυγας του νοσοκομείου κι έκανα εκεί αμέτρητα κομποσκοίνια, τόσο για να ευχαριστήσω τον Θεό για όσα μας επέτρεπε να ζούμε, όσο και για να μας επιτρέψει την δυνατότητα να αντιμετωπίσουμε με σύνεση και υπομονή το δύσκολο περιστατικό της γυναίκας μου, αλλά και να Τον παρακαλέσω ήθελα, ώστε να αποπερατώσει καλώς το έργο της επαναφοράς της, αν και δεν ήξερα ακόμη, τί ακριβώς Του ζητούσα να μας κάνει.
Προκειμένου δε να προκαλέσω την εύνοια Του, έμενα πολύ ώρα σ’ εκείνους τους σκοτεινούς χώρους για τους παραπάνω λόγους, αλλά και για να βλέπω την γυναίκα μου ήθελα, από το παράθυρο τουλάχιστον του χώρου που την είχαν ξαπλωμένη, δεδομένου ότι δεν μου επέτρεπαν να μένω δίπλα της παραπάνω από λίγα λεπτά την φορά κι αυτό πάλι, μία έως δύο φορές την ημέρα.
Ο λόγος που με ωθούσε να την βλέπω από μακριά κι από το παράθυρο όπως σας είπα, είναι ότι ήθελα να δω αν κουνούσε τα χέρια, ή τα πόδια της όπως εμείς το εννοούμε, αφού δεν μου αρκούσε ο εφησυχασμός των γιατρών στο τρέμουλο που μας παρουσίαζε αυτή, οπότε, πολλές φορές έφευγα από τον εξωτερικό χώρο της εντατικής για τους παραπάνω λόγους.
Κι επειδή αυτά που έκανα εκεί στα σκοτεινά και στους χώρους που ανάφερα ήταν αρκετά χρονοβόρα, ανάγκαζα την μητέρα μου να μου κάνει παρατηρήσεις, δεδομένου ότι την άφηνα να μένει μόνη και για αρκετή ώρα μάλιστα.
Με το δίκαιό της δηλαδή ρωτούσε να της πω. Μα τί κάνεις; Πού πας και χάνεσαι; Οι γιατροί σε ψάχνουν κι εσύ κάνεις βόλτες; Δεν ήθελα να στεναχωρώ την μητέρα μου, αλλά και τι μπορούσα να κάνω, αφού όντως χρειαζόμουν την βοήθεια του Θεού;
Βράδιασε και η Παρασκευή ωστόσο, οπότε δεν μας ξέχασαν εκείνοι οι δύο συγγενείς μας. Ήρθαν πάλι να μας κάνουν παρέα, αλλά και φαγητό μας έφεραν, το οποίο βεβαίως και είχαμε ξεχάσει, αφού μας έκλεψαν το μυαλό οι πρωινές, όπως και οι απογευματινές εξελίξεις της γυναίκας μου εκείνη την ημέρα.
Κατά τις δώδεκα το ίδιο βράδυ όμως, έκαναν την εμφάνιση τους και οι δύο φίλοι μου, όπως έκαναν και την προηγούμενη μέρα βέβαια κι έτσι, μέχρι και τα ξημερώματα του Σαββάτου είχαμε την παρέα τους.
Όταν ξημέρωσε πια και για τα καλά μάλιστα το Σάββατο, οι γιατροί της εντατικής μπαινόβγαιναν ήσυχα θα λέγαμε, μια μέσα και μια έξω από αυτήν, αφού τίποτε νεότερο δεν είχαν να πουν σ’ εμάς τους δύο, όπως και στα μέλη της συμπάσχουσας οικογένεια άλλωστε, τα οποία, αγωνιωδώς περίμεναν όπως σας είπα, πότε θα επανερχόταν το κοριτσάκι τους, από το σοβαρό χτύπημα που είχε υποστεί στο κεφαλάκι του κι εξαιτίας αυτού, έμεναν τα ματάκια του συνεχώς ανοικτά, μέρα και νύχτα.
Δεν ανοιγόκλειναν δηλαδή καθόλου αυτά, οπότε, κινδύνευαν από στιγμή σε στιγμή να ξηραθούν κι εντελώς μάλιστα, από την πολύωρη έκθεσή τους στον ατμοσφαιρικό αέρα. Μαζί με αυτό δε, μεγάλος κίνδυνος υπήρχε να χάσει και το φως του το παιδί, από τον συνεχή φωτισμό του χώρου της νοσηλείας του, πράγμα βέβαια που ανάγκασε τους γιατρούς να του τα ράψουν εξωτερικά κάποια στιγμή για τους παραπάνω λόγους.
Μόνο σ’ εκείνη την μάνα που κάλεσαν από την Αθήνα να έρθει έλεγαν κάτι οι γιατροί, ότι καλά έκανε δηλαδή και δεν τους επέτρεψε να τραβήξουν τα καλώδια που βυσμάτωναν το παιδί της για επτά ολόκληρους μήνες στο ιδικό μηχάνημα, δεδομένου ότι κι αυτός επανήλθε εκείνες τις ημέρες.
Αυτός συγκεκριμένα, έμεινε φυτό πριν από επτά μήνες, έπειτα από τροχαίο δυστύχημα που υπέστη κι ως εκ τούτου, νοσηλευόταν στην ίδια εντατική. Όταν λοιπόν συμπλήρωσε αυτός το εξάμηνο της αναμονής που επιτρεπόταν, ως όριο για την επαναφορά του στην ζωή, όπως είπαν και για την γυναίκα μου δηλαδή, θέλησαν να τραβήξουν τα καλώδια οι γιατροί από το μηχάνημα που τον διατηρούσαν βυσματωμένο, λόγου του ότι δεν έδειχνε αυτός τότε, κανένα σημείο ζωής.
Λογικά το ζητούσαν αυτό οι γιατροί όπως της το τόνιζαν, δεδομένου ότι δεν διέθεταν στην κλινική τους αρκετά μηχανήματα, προκειμένου να αντιμετωπίζονται πολλοί ασθενείς με παρόμοια προβλήματα, αφού οι ανάγκες για τέτοια περιστατικά ήταν όντως πολλές κι από όλη την Ελλάδα μάλιστα. Μπροστά σ’ αυτό το τεχνικό αδιέξοδο ευρισκόμενοι οι γιατροί, σκέφτηκαν πολύ απλά, να δώσουν ισόποση τουλάχιστον ευκαιρία για επαναφορά σε όσους την χιαζόταν, αφού δεν μπορούσαν να κάνουν αυτό που και οι ίδιοι ως γιατροί θα ήθελαν.
Αν και πέρασε δηλαδή ο προαναφερόμενος νεαρός το προσδιορισμένο εξάμηνο, δεν τράβηξαν οι γιατροί τα καλώδια του όπως είχαν σκοπό να κάνουν στην λήξη του χρόνου του, στην προσπάθειά τους να μαλακώσουν κάπως τον πόνο της μάνας, η οποία ερχόταν κατά διαστήματα από την Αθήνα προκειμένου να πληροφορηθεί την πορεία του γιού της.
Κι αφού στο τέλος του έβδομου μήνα επετράπη θα λέγαμε σ’ αυτόν να ανταποκρίθηκε κι άρχισε να αντιδρά μεν, αλλά και να παρουσιάζει αρκετά δήγματα ζωής, τότε υποχρεώθηκαν και οι γιατροί να καλέσουν την μητέρα του στην εντατική, προκειμένου να συμπαρασταθεί ψυχολογικά στον γιο της, ο οποίος το πάλευε ακόμη, αλλά κι από την ασιτία τόσων μηνών, είχε μείνει πετσί και κόκαλο, με αποτέλεσμα να μην διαθέτει τις απαιτούμενες γι’ αυτόν σωματικές δυνάμεις.
Μιχάλης Αλταλίκης