Όπως και το ανέφερα αυτό, έβγαινε κάθε τόσο έξω από το μαγαζί του ο πατέρας μου και στεκόταν όρθιος από συνήθεια μπροστά στην πόρτα του μπακάλικου και περίμενε εκεί να δει, πότε θα τον επισκεφτεί κάποιος από τους πελάτες του.
Μέχρι να φανεί όμως κάποιος απ’ αυτούς, σιγομουρμούριζε από συνήθεια και αυτό, εκείνον τον ψαλμό που λέει, πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν, οι δε εκζητούντες τον Κύριον, ουκ ελαττωθήσονται παντός αγαθού.
Και εκείνη την ημέρα το ίδιο έκανε και πριν ακόμη αρχίσει να ψάλει το τροπάριο, είδε Για περισσότερα πατήστε εδώ
Άργησα να φύγω από το σπίτι μας ένα πρωινό για το μαγαζί του πατέρα μου και όταν πια κατέβηκα κάτω προκειμένου να πάω μέχρι την στάση του λεωφορείου, είδα κάποιον άγνωστο να δέρνει στην γωνιά του δρόμου αλύπητα, τον λαχειοπώλη της γειτονιάς μας.
Σκεπτόμενος λοιπόν τον θεσμό του γάμου, δεν τον έβλεπα και με πολύ καλό μάτι όπως και το ανέφερα αυτό, λόγο της δυστροπίας που έβλεπα να βγάζουν οι παντρεμένες γυναίκες μετά τον γάμο τους.
Ζούσε στην γειτονιά μας μια πολυμελής οικογένεια και αυτή διαβίωνε κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες, μέσα σε ένα ενοικιαζόμενο και πολύ μικρό χαμόσπιτο της εποχής του 1930, το οποίο ήταν εγκλωβισμένο ανάμεσα σε πολυκατοικίες και καταστήματα με παλιά ανταλλακτικά αυτοκινήτων.