Περιμένοντας να έρθουν πελάτες στο μαγαζί μας, εγώ καθόμουν πολλές ώρες την ημέρα έξω από αυτό πάνω σε μια καρέκλα και εξαιτίας αυτού, είχα την ευχέρεια να βλέπω, να μελετώ και να σχολιάζω εκεί έξω, όλα όσα διαδραματιζόταν τουλάχιστον στην γειτονιά μας, ό,τι και όσα είχε αυτή να μου παρουσιάσει.
Και όχι μόνον αυτό, αλλά και να τοποθετούμαι μπορούσα από μικρός, σε όσα άκουγα να εξιστορούνται εκεί στους γονείς μου, από την προσωπική ζωή των πελατών μας.
Όπως ήταν φυσικό λοιπόν, όλα αυτά τα δρώμενα και τα αναφερόμενα, με πλούτιζαν και σε γνώσεις και σε εμπειρίες, γιατί έβλεπα όχι μόνον την αρχή και τη μέση των γεγονότων, αλλά και το τέλος που τα ακολουθούσε.
Ανάμεσα σ’ αυτούς που εμφανιζόταν κατά διαστήματα στην γειτονιά μας, ήταν και ένας πραματευτής. Αυτός ερχόταν από ένα κοντινό χωριό σε μας και με ένα γαϊδουράκι πουλούσε τις πραμάτειες του. Αυτό ήταν πάντα φορτωμένο με δύο ξύλινα πλακέ και τετράγωνα ντουλάπια, μέσα στα οποία, έβλεπε κανείς όταν άνοιγε αυτός τα καπάκια τους, ψιλικά πολλών λογιών, όπως λέει και το ομώνυμο Κρητικό τραγούδι. ΄΄Ο πραματευτής΄΄. Για περισσότερα πατήστε εδώ..